Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

Ποιος «ευθύνεται» για το έγκλημα εναντίον της Αλεξάνδρας;

 

Λοιπόν, τι είναι αυτό που «οδήγησε» στο έγκλημα τον θείο της Αλεξάνδρας; Δεν πρόκειται για έγκλημα τιμής, αλλά μήπως ο Άλλος της «τιμής» υπήρξε ο «ηθικός αυτουργός» του εγκλήματος; Η «όμορφη» Αλεξάνδρα, που πράγματι «δεν ήξερε τι θα πει άντρας» (που να το ξέρει άλλωστε, εδώ «περπατημένες» δεν γνωρίζουν παρά ελάχιστα πράγματα πάνω στο θέμα), και αυτό της «έδινε» το πρόσθετο χαρακτηριστικό της «αγνότητας» (σημείο που παραπέμπει στην «παιδικότητα»), θα είχε άραγε υποστεί την ίδια μοίρα ακόμα και αν ήταν «άσχημη» ή «ώριμη», με άλλα λόγια «περπατημένη»; Αλήθεια, που αποσκοπούσε ο θείος όταν κάθισε, μετά την διάπραξη του εγκλήματος του, να γράψει τους στίχους του τραγουδιού και μάλιστα να περιλάβει σε αυτούς τον καλλιτέχνη που θα τους τραγουδούσε;

Αυτά είναι ερωτήματα βεβαίως και δεν είναι τόσο απλοϊκά ώστε να απαντηθούν «ελαφρά τη καρδία»!

Η σίγουρη απάντηση στο ποιος «ευθύνεται» για το έγκλημα που διέπραξε ο θείος της Αλεξάνδρας είναι μία: Η απόλαυση του ή καλύτερα, η υπεραπόλαυση του.  

Ξέρετε, όταν ένα υποκείμενο φτάνει στο σημείο της διάπραξης είτε εναντίον του σώματος του (αυτοκτονία) είτε εναντίον του σώματος του Άλλου (έγκλημα) τότε είμαστε σίγουροι ότι το εν λόγω υποκείμενο έχει πάψει να είναι υποκείμενο του σημαίνοντος. Ειδικά στο χρονικό σημείο της διάπραξης βρίσκεται εκτός του συμβολικού του. Είναι λάθος να υποθέσουμε ότι ορίζει τις πράξεις του. Αντίθετα καθορίζεται από το πραγματικό του υπό μορφή διαπράξεων οι οποίες τελούνται εν απουσία του υποκειμένου της γλώσσας. Θα έλεγα ότι η εν λόγω χρονική στιγμή είναι εκείνη στην οποία το υποκείμενο έχει εκπέσει στο επίπεδο του αντικειμένου α. Είναι το αντικείμενο α. Αυτό το αντικείμενο είναι εκείνο που εγκαλείται για να «σκεπάσει» την τρύπα, το κενό του υποκειμένου το οποίο είναι ένα «εν ελλείψει» υποκείμενο. Σε αυτό οφείλεται η δημιουργία της φαντασίωσης του υποκειμένου του σημαίνοντος. Με άλλα λόγια, με όπλο το συμβολικό του κάθε υποκείμενο ξεκινάει από το μικρό αντικείμενο α για να δημιουργήσει ένα σκηνικό που θα το ονομάσουμε «φαντασίωση» και μέσα στο οποίο θα πρωταγωνιστήσει η επιθυμία του υποκειμένου. Όλη αυτή η διαδικασία αποτελεί την θωράκιση του υποκειμένου έναντι του αφόρητου της απόλαυσης που το ορίζει μέχρι τότε.

Όμως, εκείνο που το υποκείμενο δεν γνωρίζει είναι ότι η συμβολοποίηση του Πραγματικού μέσω της γλώσσας (του Άλλου) που πραγματοποιεί το υποκείμενο υιοθετώντας και τελικά λατρεύοντας τα σημαίνοντα της γλώσσας, είναι ότι η διαδικασία αυτή όχι μόνο δεν εξαλείφει την απόλαυση αλλά την αναπαράγει. Το μόνο που κάνει την διαφορά είναι ότι τώρα μιλάμε για την απόλαυση του «Άλλου». Αυτή την απόλαυση την ονομάζουμε με τον όρο «υπεραπόλαυση». Η τελευταία παράγεται από την ίδια την γλώσσα. Είναι συσσωρευμένη στο αντικείμενο «μικρό α». Αυτό το τελευταίο αποτελεί δημιούργημα της άρθρωσης του λόγου, της ομιλίας, της γλώσσας.

Για τον θείο της Αλεξάνδρας, το ομιλούν σώμα της αποτελούσε το αντικείμενο της ενόρμησης του. Η θηλυκότητα, η ομορφιά, η αγνότητα, ακόμα και η παιδικότητα που εξέπεμπε το ομιλούν σώμα της ήταν στοιχεία του σκηνικού του, της φαντασίωσης του. Αποτελούσαν στοιχεία στα οποία η επιθυμία του μπορούσε να διαδραματίσει τον ρόλο της. Όλα αυτά είχαν επενδυθεί συναισθηματικά από εκείνον ξεκινώντας - και σε αντιπαράθεση - από το σημαίνον που αποτελούσε το όνομα του αντικειμένου «μικρό α» του ιδίου. Το όνομα αυτού ήταν η λέξη «πουτάνα».

Σε αυτό το σημαίνον μπορούμε να διακρίνουμε την επιρροή του Άλλου στον ψυχισμό του υποκειμένου. Η ηθική αυτουργία της γλώσσας έγκειται σε αυτό το σημαίνον. Είναι σαφές ότι πρόκειται για «κοινωνικό» σημαίνον. Αυτό σημαίνει ότι μια γυναίκα με θηλυκότητα, με σκέρτσο, με νάζι, με τσαχπινιά, με μια όμορφη εμφάνιση δύναται να εκπέσει στα μάτια του στο σημαίνον «πουτάνα». Αυτό το σημαίνον άλλωστε τον εξιτάρει. Γίνεται το αντικείμενο της βρώμικης και χυδαίας υπεραπόλαυσης του. Ο αρραβωνιαστικός της που αν πιστέψουμε τους στίχους ακούει στο όνομα Χαράλαμπος, «ενισχύει» την έκπτωση της σε αντικείμενο α του θείου της. Η «ενίσχυση» διατυπώνεται από την ειρωνεία του στίχου «που μου ‘λεγε δεν ξέρει τι θα πει άντρας». Το εν λόγω σημαίνον φέρει ένα πρόσθετο συναισθηματικό φορτίο για το υποκείμενο της γλώσσας που είναι ο θείος. Ο λόγος της «κατασκευής» του τραγουδιού δεν βρίσκεται τόσο στο να αποκτήσει ένα άλλοθι στα μάτια του Άλλου το εν λόγω υποκείμενο για την διάπραξη του, όσο στο ότι «χρησιμεύει» στο να αναδείξει «την αλήθεια του».

Κατά την γνώμη του γράφοντος δεν έχει – από την άποψη της ψυχανάλυσης – καμία ουσιώδη διαφορά από το έγκλημα που διέπραξε «ο Γιάννης ο φονιάς» των Χατζηδάκι και Γκάτσου.[1]

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε με όλη αυτή την ανάλυση είναι: ο Άλλος της γλώσσας είναι μια επίφαση. Η απόλαυση είναι κυρίαρχη και η μόνη αληθινή. Ο Άλλος «υπόσχεται» ότι γνωρίζει και ότι μπορεί να μας θωρακίσει – μέσω των «χάρτινων» ταυτίσεων που μας προσφέρει – έναντι του «κακού» της απόλαυσης. Όμως αποτελεί επίφαση. Από μόνος του δεν υπάρχει. Εμείς, είτε μέσω της νεύρωσης μας είτε μέσω της διαστροφής μας, προσπαθούμε να τον καταστήσουμε υπαρκτό, είτε αγαπώντας τον, είτε διαψεύδοντας τον. Και δεν φτάνει μόνο ότι παραβλέπουμε την απόλαυση που αυτός παράγει αλλά «λατρεύουμε» και «εμπιστευόμαστε» την γλώσσα του σε τέτοιο βαθμό ώστε η διάπραξη να μας φαίνεται ως «δυσάρεστη» έκπληξη εκ μέρους του!                



[1] Ο παραγωγός της ΕΡΑ Γιώργος Μητρόπουλος διηγήθηκε στον Γκάτσο το φθινόπωρο του 1974, στον Φλόκα της Πανεπιστημίου (όπου εργάσθηκε για ένα διάστημα όταν φοιτούσε στη Νομική), ένα έγκλημα τιμής που συνέβη το 1960 στο χωριό του στην Ηλεία.

Τον αληθινό φονιά δεν τον έλεγαν Γιάννη, αλλά δεν έχει σημασία. Ο «Γιάννης», λοιπόν, είχε με τη γυναίκα του έξι αγόρια και μία κόρη, το Φροσί. Ο «Γιάννης» έπαιζε βιολί σε πανηγύρια, όταν ανακάλυψε πως ο κολλητός του βιολιστής διατηρούσε σχέση με τη γυναίκα του.

Ο «Γιάννης» σκοτώνει τη γυναίκα του, μα αθωώνεται λόγω «βρασμού ψυχής». Όπως διηγείται ο Γιώργος Μητρόπουλος, «ο “Γιάννης” ήταν ο μικρός αδελφός του παππού μου και μετά την αθώωση τον υποδέχτηκαν στη σάλα του πατρικού μου μαζί με τα παιδιά του όλοι οι συγγενείς· ήρθε και το 16χρονο Φροσί από την Αθήνα και την ίδια μέρα έφυγε ξανά για την Αθήνα όπου εργαζόταν». Το Φροσί, μην αντέχοντας τον χαμό της μάνας του, αυτοκτόνησε στα 18 του.

Ο Γ. Μητρόπουλος σχολιάζει πως για τους Πελοποννήσιους η σάλα του σπιτιού είναι ο ανοιχτός χώρος κάθε οικογένειας· εκεί η κοινότητα μοιράζεται τις χαρές και τις λύπες της. «Ο Γκάτσος γνωρίζει αυτή τη διάσταση της σάλας από τα γεννοφάσκια του. Στην αποστροφή του λόγου του “μονάχα το Φροσί, με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα του φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα” δεν υπάρχει άλλη ερμηνεία: όποιος “βγαίνει” από τη σάλα αφήνει διά παντός πίσω του τον κόσμο – και η λογική συνέπεια “κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς με του καημού τ’ αγκάθι, θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη”».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου