«Σήμερα πέθανε η μαμά, μπορεί και χθες δεν ξέρω. Πήρα ένα τηλεγράφημα από το γηροκομείο: «Μητέρα απεβίωσε. Κηδεία αύριο. Θερμά συλλυπητήρια». Αυτό δε σημαίνει τίποτα. Μπορεί να 'ταν και χθες».
Έτσι ξεκινά ο Καμύ στον «Ξένο» του. Την αδιαφορία που δείχνει ο Μερσώ (ο ήρωας του Καμύ) για τον θάνατο της μητέρας του, καθώς και η αρχή του ερωτικού δεσμού του με τη Μαρί την επομένη κιόλας της κηδείας, πάντα την σκεφτόμουν ως την καταδίκη του υποκειμένου να ζει σε αυτήν την ζωή επειδή ξεγέλασε τον θάνατο. Ακριβώς όπως ο Σίσυφος. Πρόκειται για το μαρτύριο να κουβαλάει ένα βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Φτάνοντας όμως στην κορυφή, η πέτρα ξανακυλούσε κάτω και έπρεπε να την ανεβάσει ξανά. Αυτή η τιμωρία ήταν αιώνια για τον «νικητή» του Άδη. Ζούσε έτσι.
Μπροστά σε αυτήν την σισύφεια καταδίκη – μαρτύριο νιώθω ότι βρίσκομαι κάθε φορά που η υστερική μου με επισκέπτεται για να μιλήσει. Όταν πρωτοήλθε ήταν αδιάφορη για τα όσα συνέβαιναν στην ζωή της. Έδειχνε να τα υπομένει με μια αδιάφορη – κενή συναισθημάτων – στωικότητα. Τα πάντα, μέσα στην ημέρα της, είχαν διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Νόμιζε ότι ήταν αλεξίθυμη και είχε έλθει για να καταπολεμήσει αυτή της την «αλεξιθυμία». Η αδιαφορία της ήταν όμοια με εκείνη του Μερσώ απέναντι στον θάνατο της μητέρας.
Τώρα, ύστερα από τόσο καιρό, η αδιαφορία – «αλεξιθυμία» της είναι πια παρελθόν. Τη θέση της έχει πάρει η ευσυγκινησία. Συγκινείται πολύ εύκολα, με δική της ομολογία. Όμως, το σύμπτωμα παραμένει. Εξακολουθεί να είναι το απόρριμμα της μητέρας. «Το απόρριμμα» είναι θεμελιώδες σημαίνον. Είναι εκείνο που την αδειάζει μέσα της. Είναι εκείνο που κάνει το υποκειμενικό κενό να μην μπορεί να καλυφθεί από τις ταυτίσεις που προσφέρει ο Άλλος της γλώσσας. Ό,τι και αν πάσχισε στην ζωή της να γίνει πάντα αποδείχτηκε «χάρτινο». Τόσο χάρτινο που σκίζονταν στο πρώτο φύσημα του ανέμου που είχε την πηγή του στην «αναποδιά» ή στην «κακοτυχία» της ζωής. Όχι, για εκείνη δεν πρόκειται για αναποδιά ούτε για κακή τύχη. Όχι, πρόκειται για μια ακόμα – μέσα στις πολλές – απόδειξη της έλλειψης αξίας που έχει το σώμα της. Δεν είχε αξία, ήταν απόρριμμα, για αυτό και της συνέβαιναν όλα αυτά.
Όπως η μητέρα που απλώς στο αίτημα της κόρης της λειτουργούσε διεκπεραιωτικά, μόνο και μόνο γιατί «έπρεπε» αφού ήταν εκείνη «υπεύθυνη» που την είχε φέρει στην ζωή, έτσι και εκείνη λειτουργούσε έναντι του αιτήματος του Άλλου. Το διεκπεραίωνε. Χωρίς πάθος, χωρίς συναίσθημα, χωρίς ψυχούλα. Μόνο και μόνο γιατί «έπρεπε». Αυτό έμοιαζε στο καθρέφτη της με «αλεξιθυμία». Αυτό ως την στιγμή που αποφάσισε να μιλήσει για αυτό. Τότε ανακάλυψε, βαθμιαία, την συγκίνηση. Τι ειρωνεία! Η συγκίνηση έχει εντός της την «κίνηση». Η πάγια αδράνεια της διεκπεραίωσης ήταν επίφαση. Αυτό ανακάλυψε. Τώρα είχε δει την κίνηση, την αλλαγή θέσης δηλαδή. Την «συγκίνηση»! Τώρα τα μάτια δακρύζουν με «το παραμικρό». Τώρα τα δάκρυα οργώνουν τα νεανικά μάγουλα με χαρακτηριστική ευκολία. Η «συγκίνηση» υποκατέστησε την «διεκπεραίωση». Η πρώτη έβαλε ένα στοπ στην δεύτερη που αποτελούσε ένα “copy και paste” της μητέρας.
Όμως, το αντικείμενο είναι ακόμα, παραμένει, χαμένο. Η φροντίδα που παρείχε η μάνα μπόλικη αλλά η αγάπη …χαμένη. Τι να την κάνει κανείς την φροντίδα – διεκπεραίωση όταν η ψυχή – αγάπη απουσιάζει; Το να διατηρεί κανείς ένα φροντισμένο σώμα ως πτώμα τι νόημα έχει όταν λείπει από μέσα του η ζωή που σημαίνει απόλαυση; Τι μένει από εκείνη την φροντίδα – διεκπεραίωση που η μάνα παρείχε στην ψυχή της; Τίποτα που να αξίζει. Τίποτα στην κυριολεξία. Το «τίποτα» της φωνής της. Μα ποια φωνή είναι ένα «τίποτα», θα απορήσει κανείς. Και όμως, υπάρχει μια φωνή που αφήνει πίσω της ένα «τίποτα», ένα κενό, ένα άδειο. Αυτή η φωνή είναι η «σιωπή»! Η σιωπή την ώρα που θα ήθελες, που ικέτευες τον Άλλο να μιλήσει και να πει «σε αγαπώ κοριτσάκι μου γιατί το αξίζεις». Να το πει εκείνη την ώρα της φροντίδας. Να το πει ακόμα και όταν η φροντίδα απουσιάζει. Αυτή η φωνή που είναι σιωπή αφήνει πίσω της το άδειο, το κενό. Αυτή η «φωνή – σιωπή» της μαμάς είναι το «μικρό αντικείμενο – α» της υστερικής μου. Αυτό συμπυκνώνει όλη την απόλαυση της. Αυτό είναι το αίτιο της επιθυμίας της. Το «αίτιο» πάει να πει ότι «το κενό μέσα μου αιτείται γέμισμα, παρακαλώ, αν έχετε την ευγενή διάθεση».
Είναι η συγκίνηση που το υπενθυμίζει στην ψυχή. Δεν κλαίει η υστερική μου όταν φεύγει ο Άλλος, «δεν κλαίει την ώρα του αποχωρισμού». Συγκινείται όταν ο Άλλος «σπάει» την σιωπή και «λέει», όπως και να το πει δεν έχει σημασία εκείνη θα το «ακούσει», «σε αγαπώ κοριτσάκι μου». Κλαίει, δηλαδή, την «ώρα του γυρισμού, με τα σημάδια του σπαραγμού». Συγκινείται γιατί ξέρει εντός της ότι την φθάνει στο τέλος της αντοχής της ο φόβος, η αγωνία της αναμονής του «γυρισμού» του Άλλου, όταν πια η ίδια δεν θα χει «κουράγιο να του πει σε αγαπώ ακόμα». Φοβάται ότι «για εκείνη, μέσ’ τον κόσμο είναι αργά».
Μα τούτη η συγκίνηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανάποδη όψη της διεκπεραίωσης. Τούτη η συγκίνηση είναι η ικανοποίηση που παρέχει το συμβολικό του Άλλου προς το υποκείμενο με το όνομα «αναγνώριση». Με την «αναγνώριση» του ο Άλλος αναγνωρίζει την προσπάθεια της υστερικής μου για μια κάποια αξία του εαυτού. Σε τούτη την ικανοποίηση μέσω της αναγνώρισης αποβλέπουν όλες οι προσπάθειες του υποκειμένου του σημαίνοντος που είναι η υστερική μου. Το «ανάξιο» και «ανεπιθύμητο» που ενσωματώθηκε μέσα στο αντικείμενο «φωνή – σιωπή» της μητέρας και αποτελεί την απόλαυση του υποκειμένου που είναι η ίδια, υιοθετείται από εκείνη με μόνο στόχο να το σβήσει. Για να πετύχει όμως έναν τέτοιο στόχο η υστερική μου πρέπει να στραφεί προς τον Άλλο της γλώσσας. Πρώτα «οφείλει» να τον αναγνωρίσει την ύπαρξη του η ίδια. Με άλλα λόγια να τον αγαπήσει. Στην συνέχεια να «καταθέσει» σε εκείνον το «χαμένο της αντικείμενο» που δεν είναι άλλο από την αγάπη της μάνας. Ακολουθεί το «τι σου οφείλω;» ή αλλιώς «τι πρέπει να κάνω για να μου επιστρέψεις το χαμένο μου αντικείμενο;». Μετά και την απάντηση του Άλλου το υποκείμενο πράττει σύμφωνα με την επιθυμία του Άλλου που σημαίνεται τώρα στα αυτιά του. Κάπου εδώ έρχεται η συγκίνηση όταν ο Άλλος «αναγνωρίζει» και βαίνει ικανοποιημένος. Έτσι, τώρα το υποκείμενο μπορεί να αιτηθεί προς εκείνον το αντικείμενο που του κατέθεσε: «αγάπησε με».
Αυτή είναι η υπεραπόλαυση που παρέχει ως ικανοποίηση το συμβολικό του Άλλου. Είναι μια απόλαυση διαφορετική από εκείνη που κατοικεί μέσα στο σώμα του υποκειμένου. Πρόκειται για μια ικανοποίηση, θα έλεγα, χωρίς σώμα Καθαρά σημαίνουσα. Έρχεται, πηγάζει από το συμβολικό.
Αυτό είναι το σισύφειο μαρτύριο της υστερικής μου, αυτή και η καταδίκη της!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου