«Πέντε βάτραχοι κάθονται σ’ ένα κούτσουρο. Οι τέσσερις αποφασίζουν να
πηδήξουν στο νερό. Πόσοι έμειναν;
Είναι
ακόμα πέντε — επειδή υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να το αποφασίσεις και στο να
το κάνεις».
Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη σκέψη
του για να αποστασιοποιείται από την πραγματικότητα και όχι για να κατευθύνεται
στην πραγματοποίηση μιας δράσης. Αναλώνεται σε μια αδιάκοπη και συνεχή σκέψη,
σε ένα διαρκή προβληματισμό χωρίς τέλος, που φτάνει στο σημείο να μη ζει. Ο
άνθρωπος περισσότερο παρατηρεί και στοχάζεται, παρά αφήνεται να ζήσει το παρόν.
Συμβαίνει λοιπόν, κάποιοι ανάμεσα
μας να προφυλάσσονται και να μην
αναλαμβάνουν την επιθυμία τους οχυρωμένοι πίσω από την επιθυμία του Άλλου.
Ζουν κυριολεκτικά από την δική του επιθυμία. Αρκεί έτσι ο Άλλος να μην
εκδηλώνει ως όφειλε την επιθυμία του για να χάσουν κάθε λόγο ύπαρξης. Το άγχος
αποτελεί το πιο σύνηθες σύμπτωμα σε αυτές τις περιπτώσεις, το υπαρξιακό άγχος
που περιστρέφεται γύρω από το κενό και το τίποτε.
Λειτουργούν σκεπτόμενοι κάπως
έτσι: «Το σώμα μου δεν έχει την ανάγκη
της ευχαρίστησης, της ηδονής. Ο Άλλος δεν απορρίπτεται αλλά είναι υπαρκτός για
να εκφράζει το «τι θέλει από μένα». Η δική μου επιθυμία είναι μόνο μια: να με
επιθυμεί ο Άλλος. Υπάρχω μόνο τότε. Από μόνος μου δεν υπάρχω, δεν έχω λοιπόν
καμιά έλλειψη αφού δεν υπάρχω. Το σώμα μου δεν είναι χρήσιμο σε μένα – για αυτό
και δεν πρέπει να «πιάνει» πολύ χώρο – μόνο για τον άλλο έχει αξία χρήσης.
Πρέπει λοιπόν, να σκεφτώ καλά πως θα «κάνω» τον άλλο να μου ζητήσει κάτι».
Τυχαίνει, αντίθετα, άλλοι,
ανάμεσα μας, να οχυρώνονται μέσα στην απόλαυση μιας εσωστρεφούς σκέψης
κλεισμένης στην αυτάρκειά της. Απέχουν από τον Άλλο, μάχονται την ατίθαση
επιθυμία του. Καταπιάνονται με το να την περιορίζουν. Το πρόγραμμα, η υπακοή
στο αίτημα, ο ναρκισσισμός του πετυχημένου κατορθώματος: ιδού το κλουβί όπου αυτά τα υποκείμενα κλείνονται, σαν σε τάφο όπου
η ζωή θάβεται. Η απονέκρωση αποτελεί χαρακτηριστικό τους σύμπτωμα, είτε με την
μορφή της κατάθλιψης, της πλήξης ή της ανδρικής ανικανότητας, είτε εν είδει
λίγο-πολύ επώδυνων εμμονών.
Οι δεύτεροι λειτουργούν
σκεπτόμενοι, λίγο πολύ, με τον ακόλουθο τρόπο: «ο Άλλος απορρίπτεται. Δεν υπάρχει. Το θέμα είναι σε μένα. Γεννήθηκα
ενήλικος, έτσι ήμουν από μικρός, όλος ο κόσμος είμαι εγώ. Το σώμα μου το ελέγχω
έτσι αδιαφορώ για αυτό (αίσθηση απονέκρωσης). Θα ζήσω για πάντα έτσι το μόνο που χρειάζεται να κάνω είναι να προγραμματίσω
το πως, έτσι ώστε να μαι «επιτυχημένος», αυτό μπορώ να το πετύχω μόνο αν είμαι
«τέλειος». Είμαι ο μόνος «υπεύθυνος» για τις πράξεις μου έτσι για να είναι
αψεγάδιαστες πρέπει να τις σκεφτώ καλά».
Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις …
Στην αναλυτική εμπειρία γίνεται εμφανές: Η σκέψη βρίσκεται πάντα σε αδιέξοδο.
Υπάρχει, βλέπετε, η απώθηση. Έτσι η πράξη οφείλει πάντα να βρίσκει ένα πέρασμα
για να εκπληρωθεί. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στο με ποια νευρωτική μορφή μπορεί
να έλθει στην σκέψη το ηθικό ζήτημα. Παρακολουθήστε λίγο πως το τάδε υποκείμενο
εμφανίζεται απασχολημένο ή μετέωρο αξιολογώντας αδιάκοπα την ορθότητα των
πράξεων του.
Εν αρχή υπάρχει η σκέψη για την
πράξη που πρέπει να κάνει. Αυτή η σκέψη διέπεται από ένα συνεχόμενο «ναι μεν,
αλλά αν…» φτάνοντας μέχρι τον ιδεοψυχαναγκασμό. Εν συνεχεία ακολουθεί ένα χρονικό διάστημα
αναστολής, αναβολής, αντίδρασης. Αυτό το χρονικό διάστημα συνήθως διακόπτεται
απότομα υπό την μορφή της βιασύνης καθώς το υποκείμενο βιάζεται να δράσει.
Γνωρίζουμε, κλινικά, αυτή την ανατροπή της αναστολής, της αναβλητικότητας σε
βιασύνη και σε αίσθημα επείγοντος χάρη στην κλινική μαρτυρία της
ιδοψυχαναγκαστικής νεύρωσης.
Τι επισημαίνω με όλα τούτα; Επισημαίνω
ότι υπάρχει μια αντινομία ανάμεσα
στην πράξη και στην σκέψη.
Που αποσκοπεί αυτή η σκέψη; Μα στην «υπολογισμένη» πράξη. Που
στοχεύει ο υπολογισμός; Μα στην μέγιστη ωφέλεια και αποδοτικότητα για το
υποκείμενο. Έτσι δημιουργούμε και διαθέτουμε πια ένα μοντέλο της δράσης το
οποίο είναι απλά το μάνατζμεντ. Στο μοντέλο αυτό το υποκείμενο της σκέψης
πράγματι μπορεί να λογαριάσει και να αξιολογήσει τις επιλογές του. Στο μοντέλο
αυτό το προαπαιτούμενο είναι ένα: η γνώση εκείνου που διακυβεύεται κατά την
δράση. Αλλά τι πάει να πει αυτό; Σημαίνει ότι το εν λόγω μοντέλο «εκκινεί» με
την προϋπόθεση ότι το υποκείμενο της σκέψης επιδιώκει κατά βάθος το καλό, το
δικό του καλό, το οποίο σήμερα ταυτίζεται με το ωφέλιμο. Έτσι, μέσα σε αυτό το
μοντέλο μπορούμε να μετρήσουμε την καταλληλόλητα (ή την ακαταλληλότητα) των
πράξεων, και ιδίως το ότι υπάρχει πιθανότητα το υποκείμενο, ναι!, άθελα του να
βλάψει τον εαυτό του.
Λοιπόν, η άποψη που καταθέτω
είναι ότι οφείλουμε να αμφισβητήσουμε αυτό το αξίωμα.
Εκείνο που συνηγορεί υπέρ της
αμφισβήτησης του αξιώματος είναι η αυτοκαταστροφή.
Για να γίνω κατανοητός με την
λέξη «αυτοκαταστροφή» θα αντιπαραθέσω στην σκέψη το άλλο άκρο της που είναι η
πράξη χωρίς ίχνος σκέψης: Την
αυτοκτονική πράξη. Ποιο είναι το καθεστώς κάτω από το οποίο λαμβάνει χώρα η
αυτοκτονική πράξη;
Στο καθεστώς αυτό έχουμε τα εξής
χαρακτηριστικά: το υποκείμενο αποσύρεται από τα διφορούμενα της ομιλίας.
Αποσύρεται επίσης από κάθε διαλεχτική της αναγνώρισης, διαγράφει τον άλλο
ολωσδιόλου. Τα διαγράφει όλα αυτά προς όφελος της πράξης. Εξού ακριβώς και η
διακύβευση της πράξης είναι μη κωδικοποιήσιμη. Αντίθετα, βρίσκεται έξω από τον
κόσμο των λογαριασμών, των υπολογισμών, των ισοτιμιών και των συναλλαγών.
Αποβλέπει στο οριστικό.
Εδώ δεν πρόκειται για την εκδραμάτιση, το λεγόμενο και acting out.
Η εκδραμάτιση οφείλεται σε μια αποτυχία αναμνημόνευσης του παρελθόντος. Η
αναμνημόνευση αυτή δεν αφορά μόνο την ανάκληση ενός στοιχείου στην συνείδηση
αλλά και την κοινωνία αυτού του γεγονότος με έναν Άλλο μέσα από τον λόγο. Όταν
λοιπόν η αναμνημόνευση αποτυγχάνει λόγω του ότι ο Άλλος αρνείται να ακούσει,
τότε λαμβάνει χώρα το acting out. Όταν δηλαδή ο Άλλος «κουφαίνεται», το
υποκείμενο δεν μπορεί να του δώσει το μήνυμά του σε λέξεις και έτσι προβαίνει
σε πράξεις. Το acting out λοιπόν πρόκειται για κωδικοποιημένο, συμβολικό μήνυμα
του υποκειμένου που απευθύνεται στον Άλλο.
Μπορούμε να μιλάμε διαρκώς για εκδραμάτιση σε οποιαδήποτε σχέση
επικοινωνίας. Μπορούμε να μιλάμε για acting out όταν υπάρχει η σκηνή: Η σκηνή είναι στην ουσία ο Άλλος, ο τόπος του Άλλου, ο τόπος δηλαδή
όπου συγκροτείται ο λόγος. Το υποκείμενο δρα πάνω σ’ αυτή την σκηνή της ομιλίας
υπό το βλέμμα του Άλλου. Εδώ δηλαδή το υποκείμενο χρειάζεται τον Άλλο, τον
θεατή. Για παράδειγμα, το υστερικό
υποκείμενο φαντάζεται την επίδραση της πράξης του, το ότι θα υπάρξουν
μάρτυρες της πράξης του και ότι η είδηση θα διαδοθεί δημόσια. Πρόκειται για μια
ναρκισσιστική ικανοποίηση. Στην υστερική εκδραμάτιση το υποκείμενο σκηνοθετεί
με θεατρικό τρόπο τη συμβιβαστική λύση στο τραύμα που αυτό δεν μπορεί να
αντιμετωπίσει.
Αντίθετα, στην αυτοκτονική πράξη
δεν υπάρχει πλέον θεατής. Υπάρχει εξαφάνιση της σκηνής, και θα λέγαμε ότι το
υποκείμενο είναι μάλλον νεκρό. Έτσι, ως νεκρός θα κοιτά τους άλλους και θα τους
θέτει το ερώτημα του, θα τους κάνει να αισθανθούν το γιατί του βλέμματος του.
Ελάτε τώρα, σε αυτό το σημείο να
κάνουμε μια σύγκριση ανάμεσα στα χαρακτηριστικά της σκέψης από την μία, και της
πράξης από την άλλη προκειμένου να γίνει σαφέστερη η αντινομία τους.
Η ουσία της σκέψης είναι η αμφιβολία. Εφόσον υπάρχει η απώθηση
σκεφτόμαστε μόνο μέσα από ένα «δεν ξέρω». Στο επίπεδο της σκέψης το υποκείμενο
βρίσκεται σε απροσδιοριστία. Κοιτάξτε στα όνειρα, για παράδειγμα, ποτέ δεν
μπορούμε να προσδιορίσουμε τον τόπο στον οποίο βρισκόμαστε. Αυτό σημαίνει ότι η
αλλαγή σκέψης, η μεταβλητότητα της σκέψης
είναι στην ημερήσια διάταξη.
Από την άλλη, η ουσία της πράξης
είναι η βεβαιότητα και ως συνέπεια η οριστικότητα. Ό,τι γίνεται δεν
ξεγίνεται.
Όπως ανάφερα, η αυτοκτονική πράξη
αποτελεί υπόδειγμα τέλειας πράξης, δηλαδή πράξης αυτοκαταστροφής και βρίσκεται
στον αντίποδα της σκέψης. Η ύπαρξη της κάνει σαφές ότι υπάρχει κάτι εντός του
υποκειμένου που δεν θέλει το καλό του. Αυτό μπορούμε να το δούμε και με τα
συμπτώματα του υποκειμένου. Ενώ το σύμπτωμα του κάνει κακό, σαφέστατα το
υποκείμενο αγαπά το σύμπτωμα του. Ο πόνος σαφώς δεν είναι ευχάριστος είναι όμως ικανοποιητικός.
Ό,τι ευχάριστο εμπεριέχει χαρά – όπως άλλωστε φαίνεται και στο έτυμο της λέξης –
η ικανοποίηση όμως προέρχεται από την απόλαυση και δεν γίνεται να συγχέεται με
το ηδονικό. (Για αυτό η ψυχανάλυση δεν
αποσκοπεί στο να απαλλάξει κάποιον από το τα συμπτώματά του αλλά να του
επιτρέψει να μάθει από τι είναι φυλακισμένος. Το υποκείμενο έτσι μαθαίνει να
χρησιμοποιεί τα συμπτώματά του. Δηλαδή με το να εργαλειοποιεί το σύμπτωμά του,
με το να ταυτιστεί με το σίνθωμά του ο αναλυόμενος μπορεί να βρει μία
ικανοποίηση και να πάψει να δαπανάται από την απόλαυση).
Από αυτή την άποψη ο ηρωισμός είναι μια αυτοκτονική πράξη.
Στην ψυχανάλυση ο ηρωισμός είναι μια μετουσίωση η οποία δεν αποκλείει την
βούληση για απόλαυση, αντίθετα την μαρτυράει, δηλαδή μπορεί κάποιος να δώσει
και την ζωή του.
Ποια είναι λοιπόν, η πραγματική πράξη, εκείνη που δεν
εντείνει την αντινομία της με την σκέψη;
Για να υπάρχει πράξη δεν αρκεί η
κίνηση, η δράση. Δεν αρκεί δηλαδή αυτό που βρίσκουμε στο λεξικό όπου αναφέρεται
ότι δράση είναι η δραστηριοποίηση και οι ενέργειες που κάνει κάποιος για έναν
σκοπό (περιβαλλοντική δράση, εθελοντική, επαναστατική, εναλλακτική,
φιλανθρωπική δράση ) είτε, η ενέργεια, η κίνηση. Για υπάρχει πράξη το υποκείμενο πρέπει το
ίδιο να αλλάζει από αυτή την υπέρβαση που
επιχειρεί. Μα ταυτόχρονα – και για αυτό η αυτοκτονία αποτελεί το υπόδειγμα –
η πράξη ως τέτοια αδιαφορεί για το
μέλλον της, παραμένει ως τέτοια εκτός νοήματος, αδιαφορεί κατά βάθος για το
τι θα επέλθει στην συνέχεια. Κατά βάθος, η
πραγματική πράξη, η πράξη που σέβεται τον εαυτό της, δεν έχει ύστερα. Ό,τι
επακολουθεί είναι ήδη ένα αποτέλεσμα που θα εκπληρώσει κάποιος άλλος: το υποκείμενο που θα αναγεννηθεί από
αυτήν την πράξη, το υποκείμενο που άλλαξε
τον εαυτό του.
Ξέρετε, όταν βαδίζουμε, όταν
βάζουμε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, τότε δεν διασχίζουμε ένα κατώφλι.
Τυπικά, και σύμφωνα με τον ορισμό του λεξικού, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο
να προχωρά κανείς και στο να διασχίζει ένα κατώφλι, το κατώφλι ενός οικοδομήματος.
Όμως, υπάρχει ουσιώδης διαφορά: το κατώφλι αποτελεί ένα όριο, ένα σύνορο, που η
γλώσσα – ο κώδικας – το έχει ορίσει ως τέτοιο. Διασχίζοντας το κατώφλι, όπως έκανε
ο Καίσαρας διασχίζοντας τον Ρουβικώνα, διαπράττουμε μια παράβαση. Να παρατηρήσω
εδώ ότι: Διαπράττω: στην νεοελληνική σημαίνει κάνω κάτι αρνητικό (λάθος, αδίκημα, έγκλημα κλπ), ενώ στην αρχαία
ελληνική σημαίνει πετυχαίνω κάτι, με τη
θετική έννοια, φέρνω σε πέρας, ολοκληρώνω από την αρχή ως το τέλος! Από
αυτή την άποψη, δεν υπάρχει πράξη παρά
μόνο αν υπάρχει υπέρβαση ενός σημαίνοντος ορίου. Ίσως ακουστεί καλύτερα στα
αυτιά σας αν σας πω ότι κάθε γνήσια πράξη, κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί
απλώς μια ταραχή, κίνηση, κινητική εκτόνωση, κάθε αληθινή πράξη, κάθε πράξη που
«μετράει», αποτελεί παράβαση. Αν προτιμάτε, είναι εγκληματική. Στην Ιστορία δεν υπάρχει αληθινή – γνήσια πράξη
που να μην συμπεριλαμβάνει την υπέρβαση. Υπέρβαση τίνος πράματος; Ενός κώδικα, ενός
νόμου, ενός συμβολικού συνόλου το οποίο, λίγο ή πολύ, η πράξη παραβαίνει. Και,
ακριβώς καταλήγοντας στην παράβαση, η εν λόγω πράξη, έχει μια πιθανότητα να
τροποποιήσει αυτήν την κωδικοποίηση. Για αυτό οι κινήσεις – δράσης που λαμβάνουν χώρα εντός του πλαισίου της υπακοής
δεν «μετρούν» ως αληθινές πράξεις. Βρίσκονται εντός του κώδικα και έτσι
αδυνατούν να τον επανασυστήσουν, να τον αλλάξουν. Η πράξη «χρειάζεται» το
λέγειν για να ορίσει το σύνορο, το όριο, το «κατώφλι» που η ίδια θα το
χρησιμοποιήσει για να το παραβεί και να καταστήσει έτσι τον εαυτό της αληθινό!
Στην καρδιά κάθε πράξης υπάρχει
ένα «Όχι!», το οποίο ξεστομίζεται έναντι του Άλλου.
Τώρα, και μετά από όλα αυτά, πέστε
μου πόσο παραβάτες είστε για να σας πω πόσο πράττετε αληθινά και όχι κάλπικα!