Τελικά,
αν η αλήθεια και η ζωή δεν προχωράνε μαζί, αν η ζωή έχει για αδελφή την γνώση ενώ
η αλήθεια έχει την απόλαυση, τότε πρέπει – είμαστε υποχρεωμένοι για να είμαστε
συνεπείς με το παραπάνω συμπέρασμα – να παραδεχτούμε ότι η «ανθρώπινη» ζωή
είναι, από την ύπαρξη της, διεστραμμένη. Αυτό συμβαίνει διότι αποδέχεται τόσο
την «καθοδήγηση» της από την αλήθεια, όσο, βεβαίως, και από την σιαμαία αδελφή της
την απόλαυση! Αυτό που μόλις έγραψα αρκεί για να δικαιολογήσει την διατύπωση «γενικευμένη
διαστροφή»!
Ας
εξηγήσω λίγο την εν λόγω διατύπωση: Αν δεχτούμε ότι οι ενορμήσεις είναι κυρίως
διεστραμμένες[1],
και εφόσον δεχόμαστε ότι ενυπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε «ανθρώπινη» ζωή,
έχουμε ένα επίπεδο γενικευμένης διαστροφής, πρωτογενούς και γενικευμένης
διαστροφής, διαστροφής για όλους. Με τον όρο αυτό σαφώς και δεν εννοώ την
περιορισμένη διαστροφή, δηλαδή την διαστροφή ως ξεχωριστή κλινική δομή.
Για
να συνεννοηθούμε, η «κλινική διαστροφή» αποτελεί το αποτέλεσμα της ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ
κανονικοποίησης σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η έννοια «κανονικοποίηση» προυποθέτει την
ύπαρξη ενός «κανονικοποιητή». Θα τον ονομάσω τελεστή – κ (κ - από την λέξη
κανονικοποίηση), ο οποίος για τους λακανικούς είναι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα.
Μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα σε δύο πράγματα: Πρώτον, ότι πριν από την
δραστηριότητα του τελεστή – κ έχουμε μπροστά μας την αμιγή ενόρμηση, αυτή
δηλαδή που δεν έχει υποστεί κανονικοποίηση. Προσέξτε, πάλι δεν ομιλώ για την «κλινική
διαστροφή». Μιλώ για την ενόρμηση πριν να επιχειρηθεί επάνω της ο τελεστής – κ.
Δεύτερον, η διαστροφή συνδέεται με την ενόρμηση που ΕΧΕΙ υποστεί
κανονικοποίηση. Η «κλινική διαστροφή» ορίζεται ως εκείνη στην οποία η ενόρμηση
υπέστει μεν κανονικοποίηση αλλά ο τελεστής – κ απέτυχε, σε σημαντικό βαθμό, στο
έργο του. Για να καταλάβετε, στην νεύρωση ο τελεστής – κ λειτούργησε σε τέτοιο
βαθμό ώστε περιόρισε την απόλαυση στις λεγόμενες σεξουαλικές ζώνες, τεμαχίζοντας
– κατά αυτόν τον τρόπο – το σώμα. Η λειτουργία του κανονικοποιητή είναι «υπεύθυνη»
για τον κατακερματισμό του σώματος σε «μερικές» ενορμήσεις. Αυτό εννοεί ο
Φρόυντ όταν αναφέρεται στην αναγκαία σύνθεση των μερικών ενορμήσεων υπό την
κυριαρχία των γεννητικών οργάνων. Απλώς, στην κλινική διαστροφή, ο τελεστής –
κ απέτυχε στο έργο του σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι στην νεύρωση. Για
αυτό ισχυρίστηκα κάποτε «Ο Άλλος (η
γλώσσα) είναι ήδη παρών μέσα στην ενόρμηση γεγονός που καθιστά την τελευταία
όχι ωμή αλλά μαγειρεμένη»[i].
Πρέπει
να προσθέσω σε αυτό το σημείο ότι: η λακανική ψυχανάλυση θεωρεί ότι η κυριαρχία
των γεννητικών οργάνων είναι αρνητική κυριαρχία. Πρόκειται δηλαδή, για μια
κυριαρχία η οποία παίρνει υπόψη της τον ευνουχισμό. Είναι αρνητική γιατί
δημιουργεί την έλλειψη, το κενό, την επιθυμία. Μόνο με προϋπόθεση της ύπαρξης της
επιθυμίας, της έλλειψης δηλαδή, αποκτά το σημαίνον, την ικανότητα να ικανοποιεί
το υποκείμενο, και έτσι να το εξουσιάζει με θετικό πρόσημο (θετική εξουσία).
Στην λακανική ψυχανάλυση αυτή η σύνθεση στην οποία αναφέρεται ο Φρόυντ,
μεταφράζεται ως σύνδεση της απόλαυσης με την πρωτοκαθεδρία του φαλλού ως κύριου
σημαίνοντος. Όσο για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτή η σύνδεση, επειδή δεν
είναι της παρούσης, μπορείτε να πάρετε μια γεύση στην παρακάτω ανάρτηση[2]
Η
κλασσική ψυχανάλυση θεωρεί τα διαστροφικά στοιχεία της υποτιθέμενης φυσιολογικής
σεξουαλικότητας – να επαναλάβω εδώ ότι η σεξουαλικότητα στην ουσία δεν αφορά
την σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, αλλά το πλεόνασμα μέσω του οποίου η ηδονή
γίνεται απόλαυση – ως απομεινάρια της πρωτογενούς διαστροφής. Αν οριστούν έτσι
τότε πρέπει να οριστεί και ως στόχος της θεραπείας η ολοκλήρωση της κανονικοποίησης.
Η απορρόφηση δηλαδή, των υπολειμμάτων.
Για
την λακανική ψυχανάλυση όμως, ο στόχος της θεραπείας ορίζεται διαφορετικά.
Δηλαδή, στόχος δεν είναι η απορρόφηση των μη κανονικοποιημένων υπολειμμάτων,
αλλά το να επιτρέψει στην διαστροφή την εκδήλωση της! Για την ψυχανάλυση η
ακολουθία που κάνει την ενόρμηση φανερή κατά την διάρκεια της συνεδρίας είναι η
εξής: 1. Αίτημα 2. Επιθυμία 3. Αίτημα για αγάπη 4. Ενόρμηση. Δηλαδή, πρώτα
υπάρχει αυτό που ζητάμε (αίτημα), κατόπιν η επιθυμία με την έννοια ενός «θέλω αυτό που ζητώ», στην συνέχεια το
αίτημα για αγάπη, δηλαδή το «να ζητάμε τον
Άλλο», και, τέλος, η ενόρμηση, δηλαδή «το
να μην ζητάμε πλέον από κανέναν». Χρονικά, τα πράγματα για το υποκείμενο
ακολούθησαν την αντίστροφη διαδικασία από την εν λόγω ακολουθία. Δηλαδή,
χρονικά για όλους μας τα πράγματα έγιναν 4…3…2…1.
Μέσω
της παραπάνω ακολουθίας μπορείτε να συνάγετε την αντιθετική σχέση που υπάρχει
ανάμεσα στην επιθυμία και στην ενόρμηση. Στην περίπτωση της επιθυμίας το να
ζητάς είναι ουσιώδες ζήτημα. Βλέπετε η επιθυμία είναι τυφλή πρέπει, οφείλει να
αναζητά τον δρόμο της. Για αυτό άλλωστε λέμε «τι θέλει ο άνθρωπος;» και απαντάμε «μα, τα πάντα, τον ουρανό με τα άστρα!». Εκείνη που μιλά
αναζητώντας, λοιπόν, είναι η επιθυμία.
Η
ενόρμηση όμως χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι στην ανθρώπινη συμπεριφορά
υπάρχει, μερικές φορές, ομιλία με την οποία δεν αναζητά κανείς τον δρόμο του! Η
ενόρμηση είναι εκείνη που δεν αναζητά τον δρόμο της. Αυτό συμβαίνει διότι, πολύ
απλά, τον ξέρει. Μπορεί να φαίνεται ότι οι ενορμήσεις παραπλανώνται, ότι είναι
επιρρεπείς σε παρεκκλίσεις και ανωμαλίες όμως ξέρουν πάντα τον δρόμο προς την
ικανοποίηση ως αντικείμενο[3]. Η
ενόρμηση είναι πρόγραμμα, είναι κάτι που έχει από προηγουμένως γραφτεί. Δεν
χρειάζεται την ομιλία, ακριβώς για αυτό. Δεν υπάρχει λειτουργία της ομιλίας
στην ενόρμηση επειδή η τελευταία βρίσκεται πέραν του αιτήματος. Σε αντίθεση με
την επιθυμία η οποία είναι αποτέλεσμα του ευνουχισμού, η ενόρμηση προϋπάρχει
του τελευταίου. Άλλωστε ο ευνουχισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θυσία της ικανοποίησης
της ενόρμησης. Η επικράτηση της ενόρμησης είναι ικανοποίηση χωρίς μετουσίωση,
χωρίς απώθηση, με άλλα λόγια η απόλαυση σε όλο της το μεγαλείο.
Ο
τόπος της, είναι το σώμα. Μπορεί να απολαμβάνει με την μαλακία, ή μπορεί απλώς
να μιλά, μπλαμπλα λέγεται. Παρόλο που μιλά αυτό το σώμα δεν συνδέεται
απαραίτητα με τον Άλλο. Δεν μιλά για να επικοινωνεί. Συνδέεται μόνο με την δική
του απόλαυση. Εδώ θεμελιώνεται η έννοια του σύγχρονου ατομισμού. Του θετικού
νόμου που επικυρώνεται από τα κοινοβούλια και ψηφίζεται μεταξύ των ξεχωριστών
ατόμων (προσέξτε, έγραψα ατόμων και όχι υποκειμένων). Ο ατομισμός, μια έννοια
που πράγματι καθιστά προβληματική οποιαδήποτε σχέση στην ανθρώπινη κοινότητα, η
παραφροσύνη της θεμελιώνεται και ξεκινά από την απόλαυση και όχι από την
επιθυμία.
Έτσι,
και με δεδομένα όλα αυτά βρισκόμαστε στις μέρες μας μπροστά σε έναν «νέο»
κανονικοποιητή. Έναν νέο τελεστή – κ. Μιλώ για τον τελευταία ενσκήψαντα «μένουμε
σπίτι επ’ αόριστον». Που οδηγεί αυτός ο κανονικοποιητής;
Νομίζω,
διορθώστε με αν κάνω λάθος, ότι εντείνει τον ατομισμό. Οδηγεί στην ολοένα και
μεγαλύτερη άρνηση του Άλλου. Αφαιρεί από το αίτημα (το 1. της ακολουθίας). Μειώνει
την ένταση της επιθυμίας (το 2). Αφαιρεί από την επιθυμία για αγάπη (το 3).
Αναγκαστικά φέρνει πολύ πιο κοντά την ενόρμηση και την απόλαυση που την
συνοδεύει (το 4.). Ο εν λόγω τελεστής – κ επιβλήθηκε, ναι πρέπει να το
παραδεχτώ αυτό, σε ήδη εξατομικευμένα υποκείμενα. Τα βρήκε «σαν έτοιμα από
καιρό». Τα εν λόγω υποκείμενα πράγματι είναι υπάκουα. Υπάκουα όχι τόσο στον
κανονικοποιητή ( στον Νόμο) αλλά στην απόλαυση τους. Ο φόβος τους, ο
πραγματικός τους φόβος και όχι η αυταπάτη της εκλογίκευσης του …ιού, είναι ο
φόβος της θυσίας της ικανοποίησης της απόλαυσης τους. Της Μιας απόλαυσης, της υποκειμενικής
τους απόλαυσης. Για τον φόβο του ευνουχισμού τους πρόκειται στην
πραγματικότητα. Έτσι δικαιολογείται το ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας
προβληματισμός τελικά με τον ορισμό της «ανθρώπινης ζωής» που διατείνονται ότι υπερασπίζουν
τα «μέτρα» που πάρθηκαν από τις κυβερνήσεις τους και τα αποδέχτηκαν με περίσσεια
υπακοή οι υπήκοοι τους στο όνομα της … «υπευθυνότητας» που τάχα τους διακρίνει.
Όσο δε για την προσωρινότητα ένα έχω να θυμίσω στους αφελείς: πρόκειται για τον
καινούργιο «κανονικοποιητή» (ρυθμιστή του «κανονικού», πάει να πει) και επίσης …
«Ουδέν
μονιμότερον του προσωρινού» όπως έλεγε και κάποιος …. που δεν
θυμάμαι τούτη την ώρα, νομίζω ότι ήταν ο Γκούφυ Ντακ, ναι, ο Γκούφυ Ντακ ήταν!
[1] Για
αυτήν την άποψη, δηλαδή «ότι η διαστροφή
είναι η κανονικότητα της ενόρμησης» βλ. στην ανάρτηση μου «Εκείνο που η
διαστροφή μας δίδαξε!», Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2020, https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2020/02/blog-post.html
[2] «Αυτή η ηδυόγλωσσα αποκτήθηκε μετά από
επίπονη προσπάθεια μέσα από το δικό της περιβάλλον. Πρώτα ακούστηκε από την
ίδια μέσα στο σπίτι της. Την μιλούσε η μητέρα της (ο πρωταρχικός Άλλος) με τον
πατέρα της (ο δευτερεύον Άλλος) και στην συνέχεια το υπόλοιπο συγγενικό
περιβάλλον (ο τριτεύον Άλλος). Αυτή η γλώσσα «πλουτίσθηκε» στα διάφορα σχολεία
που φοίτησε. Πλουτίσθηκε από δασκάλους, καθηγητές, συμμαθητές και συμφοιτητές:
τα αποκαλούμενα «Ονόματα του Πατέρα» της Χαλασιάς. Τέλος, η ηδυόγλωσσα απέκτησε
την μεγιστοποίηση του πλούτου της με τα ονόματα των μεντόρων της: Μαρξ, Λένιν,
Αλτουσέρ, Κάφκα, κ.λπ. Μια διαρκής επίπονη και επώδυνη εργασία που σήμαινε
κατανάλωση μεγάλης ποσότητας λίμπιντο. Όλο αυτό το πήγμα της λίμπιντο της
ενσωματώθηκε στο προϊόν που παράχθηκε από την Χαλασιά. Μα, ποιο είναι αυτό το
παραγμένο προϊόν; Μα οι λέξεις, οι φράσεις, οι ατάκες, που – όλα μαζί, παρμένα
από κοινού – συνιστούν την ηδυόγλωσσα της. Εδώ συνέβη λοιπόν, μια ανταλλαγή: η
Χαλασιά «έδωσε», «κατανάλωσε» λίμπιντο, ενέργεια πάει να πει. Τι «εισέπραξε» ως
αντάλλαγμα; Μα βεβαίως την ηδυόγλωσσα με την οποία καθιστά τον εαυτό της
ομιλούντα. Αυτή η ενέργεια που «δαπανήθηκε» συνιστούσε την απόλαυση της πριν
την «εισαγωγή» της Χαλασιάς στην γλώσσα. Η γλώσσα, βλέπετε, υπήρχε πολύ πριν να
έλθει η Χαλασιά στον μάταιο τούτο κόσμο. Υπήρχε εκεί με τα σημαίνοντα της και
περίμενε. Τι περίμενε; Μα τι άλλο: να καταστήσει την Χαλασιά Υποκείμενο της. Να
την αλλοτριώσει. Πράγματι αυτό συνέβη. Η Χαλασιά δαπάνησε ενέργεια. Ενέργεια
που δεν πήγε χαμένη (άλλωστε «τίποτα δεν πάει χαμένο στην χαμένη μας ζωή») αλλά
ενσωματώθηκε μέσα στα σημαίνοντα της γλώσσας. Η γλώσσα κατέστη, έτσι, «κτήμα»
της Χαλασιάς και έκτοτε η ίδια – η γλώσσα και όχι η Χαλασιά – άρχισε να ομιλεί
μέσω του σώματος της Χαλασιάς. Έτσι κάθε σημαίνον της γλώσσας που αποκτιόταν
από την Χαλασιά αποτελούσε αφενός κομμάτι του «έχειν» της (φαλλική απόλαυση)
αλλά ταυτόχρονα συνιστούσε και απονέκρωση εκείνου του τμήματος της απόλαυσης
της που αντιστοιχούσε στην ανάλογη «δαπάνη» ενέργειας που κατέβαλλε η Χαλασιά
για να ιδιοποιηθεί το ανάλογο σημαίνον της γλώσσας». (βλ. https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2019/02/blog-post_10.html,
στην ανάρτηση μου «Και στο πα Χαλασιά μου, στα ξένα να μην πας …
Χαλασιά μου» )
[3] Για την
έννοια του αντικειμένου της ενόρμησης, του«αντικείμενο libido», βλ. στην ανάρτηση «Εκείνο που η διαστροφή μας
δίδαξε!», Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου
2020, https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2020/02/blog-post.html
[i] Βλ.
https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2020/02/blog-post_15.html, στην
ανάρτηση μου, Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2020, «Ο κλινικά διεστραμμένος δεν αρνείται τον Άλλο, τον διαψεύδει. (ανάλυση
της δομής)»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου