Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Το «αντίο» που δεν ειπώθηκε ποτέ …

Θαρρούσα ως τώρα - φίλοι μου καλοί – θαρρούσα ως τώρα... πως όλα τα πράματα βαδίζουν στη γη με το αληθινό τους χρώμα: η Χαρά άσπρη, η Θλίψη χλωμή, ο Έρωτας ρόδινος, ο Θάνατος μαύρος.

Έτσι θαρρούσα... και περνούσα τις μέρες μου, με τα χρώματά μου τακτοποιημένα. Με τα όνειρά μου συγυρισμένα. Με τα κείμενα μου καθαρογραμμένα... Γιατί έτσι τα βλεπα. Έτσι νόμιζα.
Μα μια μέρα... μια μέρα - φίλοι μου καλοί - ένα σταχτί σύννεφο άφησε τον ουρανό του κι έπεσε στη κάμαρά μου. Και τότε... όλα... έχασαν το χρώμα τους: η Θλίψη έγινε σταχτιά, σταχτιά κι η Χαρά, σταχτής κι ο Έρωτας, και σταχτής – αλίμονο - κι ο Θάνατος.

Και τώρα αναρωτιέμαι. Εσύ που τα βαψες όλα, που τ᾿ άλλαξες όλα, γιατί δεν άφηνες τον Θάνατο - τουλάχιστον αυτόν - να έχει τ᾿ αληθινό του χρώμα;

Έφυγε λοιπόν, την πήρε ο σταχτής Θάνατος, αφήνοντας πίσω την σταχτιά Θλίψη, και το «αντίο» δεν το ξεστόμισα, δεν το άκουσε από τα χείλη μου. Την έβλεπα να απομακρύνεται με αυτόν τον Jo Black, την έβλεπα να περπατά στο πλάι του, μαζί του, δίπλα του, και το βλέμμα μου θόλωνε, πλημμυρισμένο από απορία: «Που πας, που μ’ αφήνεις, γιατί φεύγεις, δεν σε γνώρισα ακόμα καλά, δώσε μου λίγο χρόνο, σ’ αγαπώ, πίστεψε το, λίγο χρόνο σου ζητώ, μείνε λίγο ακόμα, όσο κρατάει ένας καφές στην Σάλα της Απειράνθου, τι σου ζητώ, λίγο χρόνο δος μου, έχω τόσα να σου πω που δεν πρόλαβα και δεν πρόλαβα γιατί σε γνώρισα αργά, γιατί άργησες - γαμώ την ατυχία μου – να έλθεις στην ζωή μου, γιατί φεύγεις και ακολουθείς αυτόν τον σταχτή μπάσταρδο, που πας μαζί του…;»

Γύρισε, κοντοστάθηκε, χαμογέλασε, και μου είπε: «Καλές γιορτές να χεις, μικρέ μου, σου εύχομαι. Να σαι ευτυχισμένος το 2020!». Ύστερα απομακρύνθηκε. Δεν ξανάστρεψε πίσω το βλέμμα της.
Έμεινα να την κοιτάζω. Έμεινα ώσπου η φιγούρα της χάθηκε στον ορίζοντα. Έμεινα χωρίς εκείνη. Σώπασα. «Καταλαβαίνει την σιωπή μου…» σκέφτηκα μέσα στην θλίψη και στην απελπισία μου. Ναι, είναι αλήθεια ότι όποιος δεν μπορεί να καταλάβει τη σιωπή σου, δεν μπορεί να καταλάβει ούτε τα λόγια σου. 

Μόνο λίγο αργότερα, κάποιες μέρες και κάποιες νύχτες πιο μετά, θα ήταν θαρρώ 14 Ιαν 2020, 2:47 μ.μ. όταν της έγραψα «Χρόνια σου πολλά, αγαπημένη μου. Ποτέ δεν σε ξεχνώ, ακόμα και όταν νομίζεις το αντίθετο. Μπορεί να έχω καιρό να επικοινωνήσω μαζί σου, μα μέσα μου, παραμένεις ζωντανή. Μόνο εσένα σκέφτομαι γιατί μόνο από σένα έχω τις όμορφες αναμνήσεις. Δυστυχώς, αυτό με δυσκολεύει ψυχικά μια που δεν θα ήθελα να ναι έτσι τα πράγματα εντός μου. Χάνομαι κατά καιρούς γιατί μόνο μαζί σου νιώθω συγκίνηση, αγάπη και ομορφιά. Αυτά είναι που λατρεύω στους ανθρώπους και αυτά, δυστυχώς, μόνο εσύ τα προσφέρεις στο περιβάλλον που βρίσκεσαι. Χρόνια σου πολλά, λοιπόν, αγαπημένη μου και θα προσπαθήσω, μια από αυτές τις ημέρες, να βρεθώ κοντά σου, μυστικά και χωρίς να το ξέρει κανένας! Να είμαι μαζί σου και να μην είμαι μαζί σου είναι ο μόνος τρόπος που έχω για να μετρώ τον χρόνο».
Της έστειλα και ένα τραγούδι αφιερωμένο στην γιορτή της, «Κάποιος γιορτάζει» ήταν ο τίτλος. Ένα εύθυμο κομμάτι, από αυτά που τραγουδούν οι άνθρωποι όταν έχουν κέφια.

Δεν απάντησε ποτέ. Τίποτα. Κενό. Απουσία.

Πήρα την επιβεβαίωση που χα επιδιώξει: είχε φύγει για πάντα!
Η προδοσία είχε πλέον επικυρωθεί.

Τώρα ξέρω, γνωρίζω, έμαθα: Η προδοσία απλά φαίνεται ότι ποτέ δεν θριαμβεύει. Ο λόγος είναι ότι όταν θριαμβεύει, κανείς δεν την αποκαλεί προδοσία. Το πεπρωμένο είναι καλό να το αποδεχθείς, όταν σου πάει καλά. Αν όχι, μην το λες πεπρωμένο. Πες το αδικία, προδοσία ή απλά κακή τύχη. Αυτό κάνω και εγώ τούτη την ώρα που μαι μόνος, χωρίς αυτήν που έφυγε.

Όχι, δεν λυπάμαι. Δεν λυπάμαι τον εαυτό μου. Ο οίκτος είναι προδοσία. Εγώ προδότης δεν γίνομαι. Μόνο θλίβομαι. Έχει διαφορά. Έτσι νομίζω, τουλάχιστον.

Τώρα συλλογίζομαι ότι έχω την ανάγκη της. Έχω ανάγκη την παρουσία της. Ναι, δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω:  Έχω την ανάγκη της, γι’ αυτό δεν έρχεται. Σ’ αυτόν τον παραστρατημένο κόσμο, μας λείπει ακριβώς εκείνο που θέλουμε. Μου λείπει, γι’ αυτό το θέλω! Αν είχα όσα ήθελα τι θα μου έλειπε; Κι αν δεν μου έλειπε τίποτα, τι θα επιθυμούσα; Και τι αξία θα είχε η ζωή χωρίς πεθυμιές; Όχι, να μου απαντήσεις!

 Ήττα είναι το αποτέλεσμα της σχέσης μου μαζί της. Ήττα.

Χαίρεσαι εσύ κακεντρεχή που με ακούς να μιλάω για Ήττα, χαίρεσαι μέσα σου, έτσι δεν είναι; Μην το αρνιέσαι. Θες να το κρύψεις μα φαίνεται στο ειρωνικό χαμόγελο που διαγράφεται στα ξερά σου, μίζερα χείλη. Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί και η ηδονή δεν την αφήνει, όπως λέει και ο κοσμάκης!
Εντάξει λοιπόν, ηδονίσου. Ναι, είναι αποτυχία, είναι Ήττα με το «η» κεφαλαίο, όπως ακριβώς το γράφω. Μόνο μάθε και αυτό:

Αγαπητέ μου φίλε, αλλοίμονο στον άνθρωπο που δεν απότυχε ποτέ. Κλάψ’ τον! Πάρε όλα τα έργα. Δίπλα στα πολύ μεγάλα υπάρχουν τα πολύ μικρά. Και να το ξέρεις: Τα μεγάλα υπάρχουν χάρη στα μικρά. Μια μεγάλη αποτυχία φέρνει μια μεγαλύτερη επιτυχία. Ποτέ όμως η μεγάλη επιτυχία δε φέρνει μια μεγαλύτερη. Άμα πετύχαινε ο άνθρωπος στην πρώτη εξόρμηση, δε θα ‘κανε δεύτερη. Η δόξα είναι μια κορυφή που για να την ανέβεις πρέπει πρώτα να κατέβεις.
Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Από εκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε.

Μόνο εκείνο το «αντίο» που δεν ειπώθηκε, έχω τώρα να διαχειριστώ. Αντί για αυτό υπήρξε η σιωπή ανάμεσα μας.  Μας γοητεύουν τα λόγια, αλλά εκεί που συναντιόμαστε είναι στη σιωπή πίσω απ’ αυτά. Σε αυτήν την σιωπή συναντήθηκα και εγώ μαζί της όταν σώπασαν τα λόγια της και τα λόγια μου. Ήταν μια ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ, ήταν μια ΣΙΩΠΗ από αυτές που θα θέλα να διαθέτω χίλιες για να της μιλώ.  Οι σιωπές κάνουν πραγματικές τις συζητήσεις μεταξύ αγαπημένων. Αυτό που μετράει δεν είναι να μιλάς, αλλά να μη χρειάζεται να μιλήσεις! Ξέρεις, ένα πράγμα, πριν ολοκληρωθεί, είναι θόρυβος. Όταν ολοκληρωθεί είναι σιωπή. Και η δική μας συνάντηση ολοκληρώθηκε.

Όσο για το «αντίο» που δεν ειπώθηκε ένα θέλω να ξέρεις: το αντίο, δεν μένει πια εδώ. Μένει εκεί που ένας από τους δυο τόλμησε να ζητήσει το «εδώ» και το «τώρα». Και εγώ είμαι αυτός που το ζήτησε. Εκείνη δεν απάντησε, ίσως γιατί δεν μπορούσε, ίσως γιατί δεν ήθελε, ποιος ξέρει.

Μένει εκεί που ένας από τους δυο τόλμησε να κάνει τη βρώμικη δουλειά και να πατήσει τη σκανδάλη. Και εγώ ήμουν αυτός που την πάτησε. Τόλμησε να κατεβάσει την αυλαία…και εγώ την κατέβασα.
Και να ξέρεις, δεν πάνε όλες οι παλιές αγάπες στον παράδεισο.
Κάποιες αγάπες, δεν πάνε ούτε στον παράδεισο, ούτε στην κόλαση.
Μένουν εκεί, ανάμεσα στην μνήμη και τη λήθη..
Εκεί που το αντίο, δεν ειπώθηκε ποτέ!

Και εδώ, λίγο πριν το τέλος, αφιερώνω σε αυτή την ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ μου με το πεπρωμένο μου τα λόγια του αγαπημένου μου ποιητή:
«Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό της…
η πλατεία θα μείνει έρημη σα μια ζωή που όλα τα έδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή λίγη επιείκεια
της την αρνήθηκαν.
Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πια να μας προδώσουν…
Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ᾿ τη στιγμή που βρίσκουνε μια θέση στη ζωή των άλλων, ή
έναν θάνατο για την ζωή των άλλων»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου