Και ναι, νομίζω πως ήλθε η ώρα να το επιχειρήσω. Να σας μιλήσω για την φωνή. Για την φωνή ως αντικείμενο – α. Ξέρετε, η σκιαγράφηση της φωνής ως αντικειμένου – α είναι πολύ δυσκολότερη από ότι εκείνη του βλέμματος. Ο λόγος βρίσκεται ότι στην περίπτωση του βλέμματος υπάρχει η διαμεσολάβηση του καθρέφτη. Ο καθρέφτης είναι απαραίτητος για την παραγωγή της κατοπτρικής σχέσης του «με βλέπω να με βλέπω» ή αλλιώς του «βλέπω τον εαυτό μου». Το γεγονός αυτό «βοηθάει» πολύ στο να συλλάβει κανείς την αντινομία ανάμεσα στην λειτουργία της όρασης και στο αντικείμενο του οφθαλμού που είναι το βλέμμα. Όμως, στο «ακούω τον εαυτό μου» ή στο «με ακούω» δεν υφίσταται καμία μεσολάβηση. Αυτό είναι ήδη παρόν στα μύχια της υποκειμενικότητας. Πρόκειται για εκείνο το αντικείμενο που κάνει το υποκείμενο να μην μπορεί να μιλήσει χωρίς να ακούσει τον εαυτό του. Πρόκειται για μια αυθόρμητη αυτό – πάθηση του ίδιου του λόγου. Δηλαδή, αυτό το δεν μπορώ να μιλήσω χωρίς να «με ακούω», αυτό το «δεν μπορώ», συνιστά μια πάθηση. Η διόρθωση αυτής της πάθησης συμβαίνει με το «αφουγκράζομαι τον εαυτό μου». Την ώρα που το υποκείμενο «αφουγκράζεται» τον εαυτό του, τότε διχάζεται. Έτσι, αν για παράδειγμα, επιστρέψουμε με ακουστικά στο υποκείμενο τα ίδια του τα λόγια, με μια μικρή καθυστέρηση, αν δηλαδή του δώσουμε την ικανότητα να προσηλωθεί σε αυτά που λέει, αν «αφουγκραστεί» τον εαυτό του, τότε χάνει τον ειρμό της ομιλίας του. Μπορεί να συνεχίσει να ομιλεί χωρίς όμως «να ξέρει» τι λέει. Είναι η στιγμή του παραληρήματος. Και εδώ έγκειται η διόρθωση από την πάθηση του λόγου. Είναι η στιγμή που εμφανίζεται το ντουέντε, όπως το ονόμασε ο O Φεδερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα. «Ο Μάνουελ Τόρες», μας πληροφορεί ο ποιητής «ένας μεγάλος καλλιτέχνης της Ανδαλουσίας, είπε κάποτε σε έναν άλλο τραγουδιστή: «Έχεις φωνή, έχεις στυλ, όμως ποτέ δεν θα πετύχεις γιατί δεν έχεις καθόλου ντουέντε».
Μιλώ για την φωνή ως αντικείμενο – α και πρέπει να γνωρίζουμε ότι για αυτό που σας μιλώ ουδεμία σχέση έχει με την ομιλία. Η λειτουργία της ομιλίας προσδίδει νόημα στις λειτουργίες του ατόμου. Η ομιλία δένει το ένα με το άλλο, το σημαινόμενο, ή καλύτερα, το προς σημασιοδότηση, αυτό που πρόκειται να σημανθεί, με το σημαίνον. Αυτός ο δεσμός περιλαμβάνει πάντοτε έναν τρίτο όρο που είναι η φωνή. Όμως, μην μπερδεύεστε, η σημασία ουδόλως έχει ανάγκη την φωνή για να υπάρξει. Το σημαίνον, εκείνο που έχει ανάγκη για να αποδώσει την σημασία του, αυτό που χρειάζεται εκ της δομής του είναι το λεξιλόγιο και την σύνταξη. Μπορούμε να γράψουμε και να αποδώσουμε την σημασία του σημαίνοντος, δεν χρειάζεται να μιλήσουμε. Αυτό το γεγονός λέει ότι η φωνή τοποθετείται πέραν της πρόθεσης για σημασία. Πρόκειται για το υπόλειμμα που μένει από το σημαίνον όταν αφαιρέσουμε την σημασία.
Ποια είναι η λειτουργιά της φωνής ως αντικειμένου;
Όπως ο ευνουχισμός συνιστά την άμυνα του υποκειμένου έναντι της απόλαυσης του έμβιου, συνιστά ότι η απόλαυση είναι απαγορευμένη για το υποκείμενο, έτσι και η φωνή, ως αντικείμενο, συνιστά το σταμάτημα της σημασίας. Το φρένο της. Κάθε φορά που μιλώ παίρνω μια απόσταση από όσα λέω. Είναι εκείνη η στιγμή που «με ακούω» να μιλώ. Ακούω εμένα να μιλά ως Άλλος. Έτσι, «μου δίνω» μια σημασία. Προσδιορίζω δηλαδή την θέση μου, ως υποκείμενο, σε σχέση με την σημαίνουσα αλυσίδα των όσων λέω. Ακούω τον εαυτό μου να μιλά αλλά δυστυχώς, δεν λέει αυτά που πραγματικά θέλω να πει. Υπάρχει κάτι που δεν έχει ειπωθεί. Υπάρχει κάτι που μένει ακόμα να ειπωθεί και που τούτη την στιγμή που με ακούω είναι άφατο. Λοιπόν, στην θέση αυτού που δεν μπορεί να ειπωθεί για να αποδοθεί πλήρης η σημασία του σημαίνοντος που χρησιμοποιώ, έρχεται η φωνή. Χρησιμοποιώ το σημαίνον ως μια επίκληση προς τον Άλλο, να τον κάνω να μου απαντήσει. Αναμένω την φωνή του άλλου, που θα μου πει τι με περιμένει, τι ισχύει ήδη για μένα και δεν έχει ειπωθεί. Και είναι ακριβώς αυτή η αναμονή που με κάνει να συνδέομαι μαζί του. Για αυτό ο ψυχωτικός δεν συνδέεται με τον Άλλο. Δεν περιμένει τίποτε από εκείνον. Δεν προσδοκά καμιά απάντηση. Ο άλλος του έχει ήδη απαντήσει. Ακούει την φωνή του. Πρόκειται για εκείνες «τις φωνές» που ακούει στο κεφάλι του και είναι εντελώς πραγματικές. Αυτές «οι φωνές» είναι εκείνες που δεν ακούμε εμείς, οι κουφοί, οι ευνουχισμένοι. Και ακριβώς για αυτό είμαστε επαίτες, ζητιάνοι, σκλάβοι της φωνής που περιμένουμε να ακούσουμε. Πως το είπε ο Καζαντζάκης; «Δεν περιμένω τίποτε, δεν προσδοκώ τίποτε, είμαι ελεύθερος!». Ε, λοιπόν, ο μόνος ελεύθερος είναι ο ψυχωτικός. Ίσως και ο καλλιτέχνης! Ποιος καλλιτέχνης όμως; Ο καλλιτέχνης στον οποίο εμφανίστηκε το ντουέντε. Αυτό που περιγράφει ο Λόρκα.
«Ντουέντε», θα πει λοιπόν κάτι αφηρημένο και γήινο μαζί, μας λέει ο ποιητής. Φωτεινό και σκοτεινό συνάμα, πρωτεϊκό και σπάνιο, που κάνει την τέχνη να συντονίζεται με ό,τι αληθινό, μυστικό και ανείπωτο κρύβεται μέσα μας. Δεν είναι κάτι που μπορεί να οριστεί με λόγια, μπορεί ωστόσο να γίνει αντιληπτό από τον καθένα. Έτσι, ισχυρίζεται ο ποιητής.
Είναι αυτό που μας συμφιλιώνει με τον θάνατο, αλλά που ωστόσο φεγγοβολάει ζωή και ενέργεια. Που έχει μέσα του κάτι διαβολικό αλλά και ένθεο. Και που, ανάμεσα στα πολλά άλλα αντιφατικά χαρακτηριστικά, θεμελιώνεται και πυργώνεται όταν τα κτίρια της λογικής, του καθωσπρεπισμού, της φόρμας και του «υψηλού» κατεδαφίζονται. Το «ντουέντε» γίνεται έτσι το τρίτο στοιχειό της τέχνης, μετά τον «άγγελο» της αρχής της κανονικότητας και τη «μούσα» της αρμονικής έμπνευσης. Και όσο δεν μπορούν να μιλήσουν γι’ αυτό φιλόσοφοι και στοχαστές, άλλο τόσο μπορούν να το δείξουν οι ποιητές με τα σκοτεινά λεγόμενά τους και οι μουσικοί με τους μαύρους ήχους τους. Είναι άπιαστο κι είναι παντού, σαν τη σκοτεινή ύλη της τέχνης μας. Με άλλα λόγια, το ντουέντε έρχεται κάθε φορά που ο καλλιτέχνης συναντά την φωνή που προσδοκά να ακούσει εντός του και που ο τρελός την ακούει πάντα και παντού. Κάθε φορά που ο καλλιτέχνης συναντά το ντουέντε τρελαίνεται, αρχίζει να παραληρεί και είναι τότε που έρχεται σε επαφή με το άφατο, εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι η στιγμή της απελευθέρωσης του.
Αυτό το νουέντε άκουσε η Violeta Parra, όταν «κατασκεύασε» το “Gracias a la vida” – “Ευχαριστώ τη ζωή”. Ρίχτε μια ματιά στους στίχους της:
Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά,
μου έδωσε δυο μάτια κι όταν τα άνοιξα
μπόρεσα να ξεχωρίσω το μαύρο από το άσπρο
και τ' αστέρια στον απέραντο ουρανό
και στο πλήθος, τον άντρα που αγαπώ
Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά,
μου έδωσε ήχους και την αλφαβήτα
και μ αυτά τις λέξεις για να σκεφτώ, να το φωνάξω
Μητέρα, φίλε, αδελφέ και ασίγαστη φλόγα,
ο δρόμος για την ψυχή αυτού που αγαπώ
Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά
μου έδωσε τον ήχο και μέσα στην μεγαλοσύνη του
καταγράφει, μέρα και νύχτα, τους γρύλους και τα καναρίνια
σφυριά, κινητήρες, γαυγίσματα σκύλων, καταιγίδες
και τη φωνή την τόσο τρυφερή αυτού που αγαπώ
Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά
μου έδωσε τα βήματα στα κουρασμένα μου πόδια
με αυτά περπάτησα μέσα από πόλεις κι' από λάσπη,
ακρογιαλιές και έρημους. βουνά και πεδιάδες
και το σπίτι σου, το δρόμο και την αυλή σου.
Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά
Μου έδωσε το γέλιο, μου 'δωσε το δάκρυ
κι έτσι ξεχωρίζω την καλή τύχη από την καταστροφή,
τα δυο υλικά που φτιάξανε το τραγούδι μου
και το τραγούδι το δικό σας που είναι και δικό μου
Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά.
Πρόκειται για ένα τραγούδι εσωτερικού διχασμού: Από την μια οι στίχοι του υμνούν την ζωή και μοιάζουν να την ευχαριστούν για όσα πρόσφερε στην Violeta. Από την άλλη, γνωρίζοντας ότι ένα χρόνο αφότου το έγραψε η Βιολέτα Πάρα αυτοκτόνησε, μπορούμε να εκλάβουμε τους στίχους ως ειρωνεία προς την ίδια την ζωή. Το τραγούδι της αυτό αποδεικνύει ότι η Parra βρισκόταν κάτω από την επήρεια του ντουέντε της όταν το έγραφε. Ένα ντουέντε που εμφανίστηκε την στιγμή που ο αγαπημένος της, ο πιο μεγάλος έρωτας της, ο Ζιλμπέρ Φαβρ, την άφηνε επειδή επέλεγε να μείνει μόνιμα στη Βολιβία, όπου είχε κάνει καριέρα σαν μουσικός. Εκείνη την στιγμή η Violeta συναντά την φωνή μέσα της. Την ακούει, να τι της λέει:
«Σώπασε ανόητη γυναίκα και μη χάνεις το χρόνο σου. Για να γεμίσεις το χαρτί, ξέχασες το γεύμα, για να κάνεις αυτά τα γράμματα μεταφρασμένα σε στίχο, οι ώρες σου έχουν φύγει για αβέβαιους κόσμους.
Σώπασε μεγάλη ανόητη, τι θα έλεγε ο κόσμος αν ήξερε τα πράγματα που δηλητηριάζουν το μυαλό σου (αυτό που υπάρχει μέσα στον εγκέφαλο).
Βλέπεις πια, πολυαγαπημένε, πως δεν σταματά ποτέ αυτό το πράγμα που βγαίνει απ’ το κεφάλι μου. Αν αντί για γράμματα ήταν κλωστή, θα είχα για να ράψω όλες τις πληγές του κόσμου κι ως εκ τούτου, θα μπορούσα να ράψω το μουσούδι όλων αυτών που μιλούν άσχημα για μένα κι αυτοί είναι περισσότεροι απ’ ό,τι πιστεύω».
Και ποια είναι όλα αυτά που είναι μέσα στο μυαλό της και την καθιστούν «ανόητη γυναίκα»;
«Κι έτσι ζηλιάρα που είμαι! Ψέμα!
Καθαρό θέατρο, γιατί αν είμαι αληθινά ζηλιάρα, πώς, από πού βγαίνει η δύναμη που με έφερε στην πρωτεύουσα του Ρεμπώ;
Σ’ αγαπά η ζηλιάρα; Όχι η ζηλιάρα. Είναι γελοίο να με αποκαλώ ζηλιάρα, εγώ που μπορώ να πετάξω σε άλλα βουνά για μήνες. Ζηλιάρα, αυτή που μένει κάτω από το δέντρο, για να πίνει τη σκιά του, τον καρπό του, τη μουσική του, τη μορφή του. Εγώ είμαι μακριά απ’ το δέντρο μου.
Άλλοι αυτοί που εισπράττουν την αιώνια καλημέρα σου. Αυτοί που βλέπουν πώς γέρνεις το κεφάλι σου στη ζωή. Πώς επιμηκύνεις το χέρι σου όταν ανακατεύεις και ζωγραφίζεις, πώς ανεβαίνουν τα πόδια σου τροχιοδρομικά φέρετρα. Πώς φέρνεις στ’ αναμμένο στόμα σου το ψωμί. Πώς παραδίδεις στο φούρνο το χρώμα των σπινθήρων σου.
Πώς δίνεις στη σούπα σου τη γεύση της από καρπούζι.
Εγώ δεν έχω ούτε καν τα μαλλιά που αφήνεις στην πεσμένη χτένα σου.
Τίποτα δεν έχω από σένα, εκτός από μια υπόσχεση που πάλλεται στον αέρα, δίχως χαμόγελο, δίχως στηρίγματα, δίχως αγκυροβόλια, δίχως άκρες, δίχως περίχωρα, δίχως κινητήρα, να διατηρεί την παραμορφωμένη φιγούρα της.
Η αλήθεια είναι πως το βλέμμα μου είναι στο πάτωμα».
Μάλιστα, αυτά οδηγούν την Βιολέτα στην εμφάνιση του ντουέντε της, το οποίο την συμφιλιώνει με τον θάνατο. Θα προσέξατε βέβαια εκείνο το «το βλέμμα μου είναι στο πάτωμα»! Και να η απόδειξη του θανάτου:
«Φύλαξε τα γράμματά μου, πολυαγαπημένε. Θα χρησιμεύσουν μετά, όταν η Τιτίνα θα θελήσει να μάθει τα μυστικά της γιαγιάς της.
Γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε οι νεκροί δεν είναι ήρεμοι».
Πόσο δίκιο έχει στο «σε αυτόν τον κόσμο ούτε οι νεκροί δεν είναι ήρεμοι», είναι κάτι που εσείς θα κρίνετε.
Λοιπόν, αγαπητοί φίλοι και φίλες, κάπως παραπάνω τράβηξε αυτή τη φορά τούτο το σημείωμα. Δεν ξέρω, μα την αλήθεια, αν προσέφερε κάτι σε αυτό που ο Λόρκα αποκαλεί «ντουέντε» ή σε αυτό που η ψυχανάλυση ονομάζει «φωνή ως αντικείμενο – α».
Μακάρι να ναι θετική η απάντηση σας. Μα επί του παρόντος δεν βρήκα άλλα λόγια για να σας περιγράψω αυτό το άφατο αντικείμενο, αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί, και αυτό που είναι … απερίγραφτο!
