Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

Πάνω στο αφόρητο βλέμμα του Άλλου «οικοδομούμε» την υποκειμενικότητα μας.

 

 

«Μου έριξε ένα βλέμμα, μα ένα βλέμμα..!» είπε κάποιος.

«Κρατώ το βλέμμα σταθερό στην εικόνα» όταν δηλώνουμε είτε την προσήλωσή μας είτε την ενατένιση μας.

«Έστρεψε το βλέμμα του προς εμάς» προκειμένου να επισημάνουμε την θέαση είτε την παρατήρηση.

«Μια σκιά τράβηξε το βλέμμα μου» ανέφερε μια φίλη.  

«Έπεσε το βλέμμα μου, τυχαία, πάνω της» ισχυρίσθηκε ο Γιώργος.

«Ανταλλάξαμε βλέμματα» είπαν δυο ερωτευμένοι.

«Κάρφωσε το βλέμμα σου μπροστά, σ’ αυτό που μπορείς να κάνεις, όχι πίσω σ’ αυτό που δεν μπορείς ν’ αλλάξεις» μας προτείνει ο Αμερικανός συγγραφέας Tom Clancy (1947-2013) ενώ ο Σκωτσέζος εφευρέτης του τηλεφώνου, ο  Alexander Graham Bell παρατηρεί «Μερικές φορές το βλέμμα μας καρφώνεται σε μια πόρτα που κλείνει για τόσο πολύ, ώστε βλέπουμε πολύ αργά ότι μια άλλη πόρτα είναι ανοιχτή».

Για να δημιουργηθεί ένα υποκείμενο είναι αναγκαία μια σειρά ευνουχισμών. Ένας από αυτούς αφορά την βλεμματική ενόρμηση. Η όραση και το βλέμμα δεν αποτελούν το ίδιο πράγμα. «Σε όσους καθρέφτες και να κοιτάξεις, το βλέμμα σου δεν μπορείς να το δεις» μας προειδοποιεί ο Λακάν. Υπάρχει δηλαδή μια σχάση μεταξύ του ματιού ως οργάνου όρασης και του βλέμματος. Το μάτι είναι το όργανο της όρασης. Η όραση είναι μια λειτουργία εξαιτίας της οποίας μπορούμε και βλέπουμε. Το βλέμμα είναι το ενυπάρχον αντικείμενο της όπου εγγράφεται η επιθυμία του υποκειμένου. Η επιθυμία, ξέρετε, δεν είναι μήτε όργανο αλλά μήτε και λειτουργία οποιασδήποτε βιολογίας. Η λειτουργία του ματιού χαρακτηρίζεται από την έκθλιψη και το βλέμμα είναι αυτό που εκθλίβεται. Το βλέμμα είναι αυτό που πρέπει, που οφείλει να σβηστεί, διαφορετικά θα είμαστε όντα που θα «κοιταζόμαστε συνεχώς από παντού». Το βλέμμα του Άλλου είναι αυτό που πρέπει να σβηστεί. Το βλέμμα του Άλλου, αυτό το αντικείμενο που, όπως σαφέστατα δηλώνουν οι παραπάνω φράσεις, «ρίχνεται», «κρατιέται», «τραβιέται», «πέφτει», «ανταλλάσσεται», «καρφώνεται» και άλλα πολλά! Το βλέμμα του Άλλου ως εξωτερικό αντικείμενο ως προς το υποκείμενο, αποσπάται από τον Άλλο και αποτελεί μια παρουσία ξεχωριστή και απέξω υπό το βάρος της οποίας πέφτει το υποκείμενο!

 Να διευκρινίσω, σε αυτό το σημείο, ότι ένα κριτήριο είναι θεμελιώδες για να αποδοθεί ο όρος «αντικείμενο» (η λακανική ψυχανάλυση δίνει την ονομασία «αντικείμενο α») σε κάποιο αντικείμενο: πρόκειται για κάποιο αποσπάσιμο από το σώμα πραγματάκι. Αποσπάσιμο από το σώμα του Άλλου το οποίο έρχεται και περιβάλλει το κενό του υποκειμένου που είμαστε και έτσι, οριοθετώντας το, ορίζει το κενό μας συγκροτώντας, με αυτό τον τρόπο, το υποκείμενο που αποτελούμε.     

Μετά από αυτή την παρατήρηση ας επανέλθουμε όμως στο θέμα μας που αφορά στο σβήσιμο του αντικειμένου α που πραγματευόμαστε σε αυτό το σημείωμα και το οποίο δεν είναι άλλο από το βλέμμα. Όταν όμως δεν συντελεστεί αυτή η έκθλιψη του βλέμματος, αυτός ο βλεμματικός ευνουχισμός, τότε το βλέμμα του Άλλου αποκτά απειλητικές διαστάσεις, είναι κάτι της τάξεως του ανοίκειου και του αφόρητου, και το υποκείμενο μπορεί να προβεί σε έναν πραγματικό ευνουχισμό στο πλαίσιο μιας εγκληματικής διάπραξης ώστε να απαλλαχτεί από τούτο το αφόρητο βλέμμα. Το διωκτικό παραλήρημα της παράνοιας είναι τότε προ των πυλών του υποκειμένου.

Το αντικείμενο α, που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι το βλέμμα, αποσπάται από τον Άλλο και εκπίπτει πάνω μας περιβάλλοντας το κενό που είμαστε και με αυτή την οριοθέτηση μας συγκροτεί ως υποκείμενα. Εμείς, τώρα οφείλουμε να το σβήσουμε, να αφαιρέσουμε δηλαδή το υλικό που εμπεριέχει,  και στην θέση του να «πλάσουμε» με τα χεράκια μας ένα άλλο υλικό που δεν θα μας τρομάζει και ούτε θα είναι αφόρητο. Το υλικό του εν λόγω «αντικειμένου α» συνίσταται σε σημαίνοντα. Έτσι το υλικό που θα «πλάσουμε» εμείς θα έλθει να αντικαταστήσει τα σημαίνοντα του «αντικειμένου α» με δικά μας σημαίνοντα τα οποία θα συγκροτούν εφεξής το υποκείμενο που είμαστε. Αυτή η αντικατάσταση των σημαινόντων του «αντικειμένου α» του Άλλου που εκπίπτει πάνω μας συνιστούν τον ευνουχισμό μας. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το «αντικείμενο α» ενσαρκώνει την απόλαυση του Άλλου πάνω μας. Τούτη η απόλαυση είναι αφόρητη για μας. Με την αντικατάσταση της πετυχαίνουμε να απαγορεύουμε αυτήν την απόλαυση. Είναι σαφές έτσι ότι μέσω του σβησίματος του βλέμματος του Άλλου πετυχαίνουμε τον ευνουχισμό μας ο οποίος είναι πια και η άμυνα μας έναντι της απόλαυσης του Άλλου. Σημειώστε όμως ότι χωρίς το «αντικείμενο α», χωρίς αυτό το μικρό αποσπάσιμο από τον Άλλο πραγματάκι, χωρίς το υλικό που το συνθέτει, χωρίς τα σημαίνοντα που το απαρτίζουν, χωρίς την συνεκτικότητα αυτών των σημαινόντων, χωρίς την οριοθέτηση τους γύρω από το κενό μας, αφενός δεν θα ήταν εφικτή η «κατασκευή» μας ως υποκείμενα και αφετέρου δεν θα ήταν δυνατή και η υποκατάσταση τους από τα δικά μας σημαίνοντα. Άρα δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για την φαντασίωση μας που συνιστά και την άμυνα μας απέναντι στο αφόρητο πραγματικό της απόλαυσης του Άλλου.

Η νεύρωση πετυχαίνει να σβήσει το «αντικείμενο α» που ο Άλλος εναποθέτει πάνω μας. Η ψύχωση όχι. Τουλάχιστον, όχι ικανοποιητικά για το ίδιο το υποκείμενο.

Κοιτάξτε τώρα την περίπτωση του Θ. Κ. Ο εν λόγω αναλυόμενος είχε να αντιμετωπίσει το βλέμμα του Άλλου που αποτελούσε και το «αντικείμενο α» που ο Άλλος είχε εναποθέσει πάνω του. Ο Άλλος δεν ήταν παρά η μητέρα του. Ο πρώτος Άλλος της ζωής του, δηλαδή. Το βλέμμα της ενσάρκωνε πάνω του την απόλαυση της και αυτή ήταν αφόρητη για εκείνον. Στην ερώτηση του αναλυτή «τι είχε η ματιά της;» ο αναλυόμενος απάντησε με εκπληκτική συνέπεια: «Είχε κάτι το φιδίσιο!». Πράγματι εκπληκτικής ακρίβειας απάντηση. Να γιατί:

Οι λέξεις «όφις» (στην καθομιλουμένη «φίδι») και «οφθαλμός» (στην καθομιλουμένη το «μάτι») είναι ομόρριζες. Παράγονται από την ρίζα «οπ-» του «ορώ». Η «όρ-αση», η σπουδαιότερη αίσθηση, στις διάφορες εκφάνσεις της χρησιμοποιεί τρείς ρίζες:

Την F*ορ -, από όπου το «ορώ».

Την *οπ - , από όπου το «όψ-ομαι» (μέλλοντας του «ορώ»), οι «όφ – ις», «οφ – θαλμός», «οπ – τική» κ. ά.

Και τέλος την F*ιδ - , από όπου το «ε – Fιδ – ον»: «είδον» (αόριστος του «ορώ»). Τα παράγωγα είναι πολλά: «όρ-αμα» (από την F*ορ -), «προ – οπ – τική» (από την οπ - ), την «ιδ – έα» (από την F*ιδ - ), «κατ – οπ – τρον», «ειδ – ύλλιον» και άλλες.

Ιδού λοιπόν, γιατί είναι εκπληκτικής ακρίβειας απάντηση εκείνη του Θ.Κ. Χωρίς καν να το συνειδητοποιεί ταύτισε τον «οφθαλμό» (την ματιά) της μητέρας (του Άλλου) με τον «όφι» (το φίδι), πράγμα που η ετυμολογία της γλώσσας καθιστά απολύτως συνεκτικό!

Το βλέμμα της λοιπόν, που είχε κάτι το «φιδίσιο» ήταν το «αντικείμενο α» που η μητέρα του είχε τοποθετήσει πάνω του. Αυτό το αφόρητο βλέμμα είχε μια συνεκτικότητα από σημαίνοντα. Το κύριομ σημαίνον ήταν «πίκρα». Επρόκειτο για ένα «πικρό» βλέμμα. Ένα «πικρό» βλέμμα που η λειτουργία του συνιστούσε και την απόλαυση της μητέρας. Ιδού η απόλαυση: «Πικραίνω»: κάνω κάποιον να λυπάται ή να στενοχωριέται, τον στενοχωρώ, τον δυσαρεστώ, τον κακοκαρδίζω, τον φαρμακώνω. Το «πικραίνω» ήταν το βασικό σημαίνον της απόλαυσης της. Το «αντικείμενο α» όμως είχε και τα παράγωγα του που το καθιστούσαν συνεκτικό. Ιδού η αλληλουχία: δυσάρεστος, προσβλητικός, ανούσιος, αποκρουστικός, επιθετικός, οργισμένος, καυστικός, γκρινιάρης, πικρός, κατηφής,  ξινός, απότομος, οξύς. Αυτά υπήρχαν στο βλέμμα της. Αυτά περιβάλλανε το κενό του Θ.Κ. και οριοθετώντας αυτό το κενό καθιστούσαν υπαρκτό το εν λόγω υποκείμενο. Αυτό το βλέμμα είχε τώρα να σβήσει ο Θ.Κ. αφαιρώντας το εν λόγω «υλικό» και αντικαθιστώντας το με εκείνο που «έπλασαν» τα χεράκια του. Το άγχος λοιπόν, που δημιουργούσε στο υποκείμενο το «υλικό» που είχε εναποθέσει ο Άλλος στον Θ.Κ. μέσω του βλέμματος του ήταν αυτό που συνιστούσε την απόλαυση του και ο Θ.Κ. έπρεπε να απαλλαγεί «κατασκευάζοντας» την δική του «περίφραξη» γύρω από το κενό του ώστε να συνεχίσει να υπάρχει ως υποκείμενο αλλά και να σταματήσει την απόλαυση του Άλλου πάνω του.

Μια δεύτερη διευκρίνηση σε ότι αφορά αυτό το άγχος και το αφόρητο που «κουβαλάει», ίσως είναι απαραίτητη σε αυτό το σημείο.  Άγχος και μητέρα: Η μητέρα για το παιδί έχει την θέση του πρωταρχικού Άλλου καθώς είναι εκείνη που όταν ακούει τις κραυγές του μωρού τις επικυρώνει εκ των υστέρων αποδίδοντάς τους συγκεκριμένο νόημα. Επιπλέον, κατά την διάρκεια του σταδίου του καθρέφτη, η μητέρα είναι η συμβολική φιγούρα που επικυρώνει την εικόνα του παιδιού. Όμως, υπάρχει και η περίπτωση το παιδί συγκρινόμενο με την εικόνα της μητέρας να έχει περισσότερο επισφαλή αίσθηση ελέγχου. Η παντοδυναμία αυτή της μητέρας παρουσιάζεται σαν μια δύναμη που απειλεί να καταβροχθίσει το παιδί. Το άγχος μπορεί να συνδεθεί με τον φόβο καταβρόχθισης απ’ την μητέρα.   Συγκεκριμένα, η έλλειψη χωρισμού απ’ την μητέρα μπορεί να γεννά το άγχος. Το παιδί αρχικά προσπαθεί να γίνει το αντικείμενο επιθυμίας της μητέρας και αυτές του οι προσπάθειες δημιουργούν άγχος λόγω του αισθήματος αδυναμίας απέναντι στην παντοδυναμία της. Ο ευνουχισμός έρχεται σαν λύση σε αυτή την αρχική προσκόλληση του παιδιού με την μητέρα. Γι’ αυτό και ο ευνουχισμός θεωρείται ότι μειώνει το άγχος του υποκειμένου. Το άγχος έχει αντικείμενο. Το αντικείμενο αυτό είναι το αντικείμενο α. Το αντικείμενο α είναι αντικείμενο αίτιο της επιθυμίας. Η ύπαρξη του οδηγεί το υποκείμενο στην επιθυμία να «οικοδομήσει» το σκηνικό της που συνιστά και την φαντασίωση του υποκειμένου. Είναι το υπόλοιπο απ’ τον διχασμό του υποκειμένου απ’ τον Άλλο. Είναι το αντικείμενο που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί, γύρω απ’ το οποίο περιστρέφεται η ενόρμηση χωρίς να το κατακτά.  

Μετά και από αυτήν την παρατήρηση ας έλθουμε για να κλείσουμε αυτό το σημείωμα με τον τρόπο που ο Θ.Κ. «οικοδόμησε» την επιθυμία του σβήνοντας το βλέμμα της μητέρας του. Ήταν επόμενο, προκειμένου να επιτελέσει αυτό του το έργο, το υποκείμενο να φτιάξει το δικό του υλικό επιλέγοντας από την γλώσσα τα αντώνυμα του «πικρός». Ιδού λοιπόν, το βασικό σημαίνον του. «Γλυκός»: έχει γλυκιά όψη, που δεν έχει τίποτα αγριωπό, αλλά απεναντίας έχει ένα βλέμμα που ακτινοβολεί πραότητα, καλοσύνη, δίχως βλακεία Όσο αφορά στη συμπεριφορά και όχι μόνον στην όψη, είναι χαριτωμένος, ευγενικός, συχνά αλλά όχι απαραιτήτως γελαστός, που προκαλεί στην ψυχή την ίδια ευχαρίστηση που προκαλεί ένα γλύκισμα στη γεύση, δεν προξενεί πικρίες, αλλα απεναντίας τονώνει το αίσθημα της εμπιστοσύνης, της πραότητας, της καλοσύνης και της έξυπνης αγαθότητας. Ιδού και τα παράγωγα που καθιστούν αυτό το σημαίνον συνεκτικό: ευχάριστος, απολαυστικός,. συμπαθής, αγαπητός, αξιαγάπητος, συμπονετικός.

      Μάλιστα, αγαπητοί, πάνω στο αφόρητο βλέμμα του Άλλου, με την απόλαυση που περιέχει αυτή η αφορητότητα, ως άμυνα απέναντι της, «οικοδομούμε» το σκηνικό της επιθυμίας μας. Όποιος δεν πετύχει να σβήσει αυτό το βλέμμα τότε η τρέλα είναι η μοναδική προοπτική του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου