Στα εννιακόσια δεκαοχτώ, από την
Μικράν Ασία, μου ’στειλες κάρτες με στρατό και με την Αγιά Σοφία. Στα καλντερίμια
συζητούν ως το πρωί γειτόνοι, μα σκοτεινιάζει ο καιρός και στις καρδιές
νυχτώνει. Άνοιξα και την πόρτα μου σαν ν’ άνοιγα σε σένα, κι ήταν αγέρας και
βροχή και φύλλα σκορπισμένα. Αυτά τα δέντρα στη βροχή ήταν ανθρώποι μοναχοί, ήταν
άνθρωποι δικοί μας που αγαπήσανε μαζί μας.
Κλωστές τα μαλλιά σου σπασμένης
κιθάρας, και μέσα σου λάμπουν αγάπες παλιές. Κι αυτά τα τραγούδια που ακούς της
δεκάρας τη δόξα σου κρύβουν γι’ αυτό δεν τα λες. Και για τον κόσμο που μισείς
δεν είμαι άλλος, και για τον κόσμο που αγαπάς δεν είμαι αυτός,
Τι ζήλεψες τι τα θελες τα ένδοξα Παρίσια, Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια
παντού είναι τεκές. Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια και παραισθήσεις
όσων ζουν μέσα στις φυλακές. Δίψασα στην πόρτα σου γι’ αγάπη κι έγειρα γλυκά να
κοιμηθώ. Μου `πες κάποτε μια λέξη όταν ζούσα μοναχός κι ήτανε σαν να `χε βρέξει
δύο μερόνυχτα ο θεός.
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια κι
όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής, περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Άδη
μέσα θα με βρεις να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια και σαν κακούργο να με
τιμωρείς. Μη μου ζητάς να εξηγήσω κάτι
που δεν μπορώ ν’ αρχίσω, ο φάρος είναι πια σβηστός. Ίσως με την δική σου
ορφάνια να βρω κι εγώ την περηφάνια για να μη ζω γονατιστός.
Ποιος τη ζωή μου, ποιος την
κυνηγά να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα; Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά που
ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει; Αν είναι κόσμος όμορφος είναι και κόσμος ψεύτης,
που μοιάζει σκοτεινό γυαλί και σαν παλιός καθρέφτης.
Ένας άπονος αέρας μ’ έχει φέρει
ως εδώ και στο γύρισμα της μέρας είπα να σε ξαναδώ. Πέρασα δρόμους και στενά μα
ήταν τα σπίτια σκοτεινά, φαρμάκι το ψωμί, πικρό, που `τρωγα μέχρι να σε βρω. Και
σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια και σε χαμένους κήπους του Θεού, άσε τις
παρεξηγήσεις, σ’ το `χω πει τόσες φορές, μη γυρεύεις εξηγήσεις, μη ζητάς
αναφορές. Πριν ρίξεις στα βαθιά την άγκυρά σου και πριν σε βρει καημός για να
σκεφτείς, λογάριασε τα χρέη της καρδιάς σου για να ‘χεις γυρισμό να δικαστείς.
Του κάτω κόσμου τα πουλιά
και τα παγώνια, με φως και νύχτα σου κεντούν μια φορεσιά. Άνθρωποι τρίζουν κι
ακονίζουν τα σαγόνια πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά. Χρόνια σαν
βροχή μες στην άδεια μου ζωή, μη μου φαρμακώνεις άλλο την ψυχή. Χρόνια ορφανά
μες στην ίδια γειτονιά μη μου φαρμακώνεις άλλο την καρδιά.
Κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’
αηδόνια με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια, εκεί που πρώτα ήσουνα παντού, και
τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια.
Ό, τι από σένα τώρα έχει μείνει, σε μια
φωτογραφία της στιγμής, είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη σ' εκείνο το τοπίο
της βροχής. Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει κι ας λάμπει η ξενοιασιά της
εκδρομής. Εσύ όπου να πας, σ’ όποιο ταξίδι, σε λάθος στάση θα κατεβείς!
Όταν ρυθμίσετε, λοιπόν, τη
διαθήκη και το μερίδιο δοθεί του καθενός, εμένα αφήστε μου το δρόμο που μου
ανήκει, αυτόν που διάλεξα να πάρω μοναχός. Άλλοι νομίζανε πως ήμουνα μεγάλος κι
από σπουργίτι θα γινόμουνα αετός!
Σαν ραγίσει το ποτήρι δεν τ’
αγγίζεις άλλο πια, βάζεις μόνο ένα λουλούδι και στολίζεις μια γωνιά.
Υ.Γ. «Που
πήγε αυτός που ξέρει να μιλά»; Ήταν αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κάνουνε
κάτι και εξαφανίστηκαν. Αν είχαν τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες να αναδειχτούν
σε ηγετικές μορφές θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Πρέπει να υπάρχουν τέτοιοι
άνθρωποι. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και τις ευρωπαϊκές χώρες.
Για παράδειγμα, είχα γνωρίσει κάποιον εκείνα τα χρόνια
που το έγραψα, ο οποίος θα γινόταν μεγάλη πρσωπικότητα αλλά πέθανε στα 28 του
χρόνια. Ναι. Ήταν και γι αυτόν αυτός ο στίχος. Θα γινόταν πολύ σημαντικός
κριτικός βιβλίων, συγγραφέων, ήταν μεγάλη μορφή… Αλλά αλλιώς τα είχε κανονίσει
ο Πανάγαθος και τον πήρε κοντά του (τα λέμε… έτσι όπως τα λέει και πολύς
κόσμος).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου