Οι
τρεις υπαρξιακές δομές και ως τέταρτη, η μετουσίωση, μπορούν να ορισθούν
σύμφωνα με τον ιδιαίτερο τρόπο που παρακάμπτουν το Πραγματικό. Η μετουσίωση
είναι η απλή άρνηση της έλλειψης μέσω της δημιουργίας ενός έργου που την
αναγνωρίζει ταυτόχρονα.
Αντίθετα,
η νεύρωση απωθεί το Πραγματικό (την έλλειψη) μέσω του συμπτώματος, η διαστροφή
το απαρνείται ή το διαψεύδει μέσω του φετίχ, ενώ η ψύχωση το απορρίπτει μέσω
της παραίσθησης. Οι τέσσερεις Λόγοι – που θα περιγράψω παρακάτω – είναι τυπικές
μορφές Λόγων, που συγκροτούν ένα πλαίσιο για την έκφραση του επιθυμείν, του
πράττειν, του σκέπτεσθαι και του ποιείν των υποκειμένων στην καθημερινότητα. Η
κατηγοριοποίηση των Λόγων δεν μας εμποδίζουν να καταλάβουμε την πολιτιστική
δημιουργία των υποκειμένων στο χώρο της τέχνης, της θρησκείας, της επιστήμης
και της φιλοσοφίας, ως μορφές μετουσίωσης.
Αλλά
ας δούμε λίγο αναλυτικότερα τους τέσσερις αυτούς Λόγους:
Ο
Λόγος του Κυρίου:
Είναι ο Λόγος της πολιτικής. Συγκροτείται στο τέλος μιας
μετουσιωτικής διαδικασίας, που έχει διακοπεί. Μετουσίωση σημαίνει για το υποκείμενο, να εκτεθεί στη δοκιμασία του
Πραγματικού και να μην προσπαθεί να απορρίψει, ν’ απαρνηθεί ή ν’ απωθήσει την
έλλειψη, την οδύνη, τον θάνατο και το κακό ως κάτι το μη υπαρκτό. Όμως,
αυτό από την άλλη απαιτεί την αμφισβήτηση τους μέσα στον κόσμο, και αυτό δεν το
κάνει ο κύριος. Εκτέθηκε βέβαια στο Πραγματικό στο παρελθόν, όμως δεν θέλει να το
συνεχίσει αυτό, αλλά να απολαμβάνει τα προνόμια της κυριαρχίας. Η αλήθεια του Λόγου
αυτού διατυπώνεται ως: «Όλοι οφείλουν να υποτάσσονται στον Νόμο» (εδώ, ο
«Νόμος» εμφανίζεται ως κυριαρχία και ο διχασμός του υποκειμένου του κυρίου
απωθείται).
Ο
Λόγος της πανεπιστημιακής γνώσης: Είναι ο Λόγος της διανόησης
και της ηθικής. Η αλήθεια του διατυπώνεται ως: «Οφείλει κανείς να γυρεύει διαρκώς την αυθεντία και το υπέρτατο κύρος».
Όχι την εξουσία του κυρίου, που πολύ νωρίς σταμάτησε την μετουσίωση της επιθυμίας
του, αλλά την «αληθή, εσωτερική» αυθεντία της γνώσης (το πρωτότυπο είναι η σοφία
στην αρχαία Στοά). Αυτό αντιφάσκει όμως με την έννοια του Ασυνείδητου, γιατί αυτή
η αυθεντία είναι αδύνατον να επιτευχθεί ως Ιδεώδες. Το Αδύνατον εκφράζεται εδώ ως
μίσος της μη γνώσης και ως αδυνατότητα της απόλαυσης. Εδώ, κυριαρχεί στη θέση του
δρώντα η γνώση, και ο Άλλος υποφέρει κάτω από την κυριαρχία του: καταπιέζεται,
γίνεται το αντικείμενο (μικρό) a της οδύνης και του μόχθου που «εκπίπτει», ως το
τίμημα για την απόκτηση της γνώσης μέσα στους θεσμούς (μάθησης, διοίκησης,
οργάνωσης, κτλ.). Είναι το τίμημα για την
«πρόοδο του νεωτερικού πολιτισμού». Εδώ, έχουν την θέση τους οι φοιτητές και γενικά
όλοι οι άνθρωποι, που πρέπει συνεχώς να διευρύνουν τις γνώσεις τους. Αυτός ο Λόγος
είναι κατ’ εξοχήν ο νεωτερικός Λόγος (γραφειοκρατία, τεχνοκρατία), των οποίων πρόδρομος
υπήρξε το μεσαιωνικό πανεπιστήμιο. Ο Άλλος υποκύπτει εδώ στην επιθυμία της αυθεντίας
της γνώσης και στην αυταπάτη, ότι «ο Άλλος δεν ξέρει», ενώ κάθε υποκείμενο γνωρίζει
πάντα ασυνείδητα. Η «μη γνώση» (ως το απωθημένο ασυνείδητο) εμφανίζεται τότε ως
σύμπτωμα, ως το υποφέρον υποκείμενο, που αποτελεί το προϊόν αυτού του Λόγου.
Αυτό το σύμπτωμα έχει κοινωνικό χαρακτήρα, είναι η «δυσφορία μέσα στον πολιτισμό»,που
κάνει εκείνη την «αυθεντία» να εμφανίζεται ως προβληματική.
Ο
Λόγος της υστερίας: Το ερώτημα της σχέσης του Είναι με το
Σκέπτεσθαι είναι το υστερικό ερώτημα, με το οποίο το υποκείμενο εισήλθε στην ιστορία.
Είναι ο Λόγος της νεωτερικής (εμπειρικής-φορμαλιστικής) επιστήμης και της νεωτερικής
τέχνης. Το ερώτημα αυτό του νοήματος και του επιθυμείν οδηγεί έτσι στην ανάδυση
του υποκειμένου. Σ’ αυτό τον Λόγο τίθεται επίσης το ερώτημα αναφορικά με τη δυνατότητα
της «σεξουαλικής σχέσης» και της σεξουαλικής ταυτότητας. Το υστερικό υποκείμενο
(κατ’ αρχήν η γυναίκα) «ξεσκεπάζει» τη σχέση του Λόγου του κυρίου με την απόλαυση.
Ενώ στον Λόγο αυτό η γνώση του Άλλου είναι ο σκλάβος, που εργάζεται για να παράγει
τα μέσα της απόλαυσης για τον κύριο, στον Λόγο της υστερίας η γνώση είναι στον τόπο
της παραγωγής. Στο βαθμό που το υποκείμενο, από τη φύση του διχασμένο,
υστερικό, χωρίς στήριγμα, έρχεται στην κυρίαρχη θέση του δρώντος, αλλοτριώνεται
από το σημαίνον, που είναι τώρα στη θέση του Άλλου, και αρνείται να γίνει ο φορέας
του.
Η
γνώση που παράγει ο Λόγος αυτός είναι η νεωτερική επιστήμη, μία μη ολοκληρωμένη
γνώση που δεν γνωρίζει την αλήθεια του υποκειμένου. Η αλήθεια αυτού του Λόγου διατυπώνεται
ως: «Αυτό που έχει σημασία είναι το αντικείμενο
ως υπερ-απόλαυση, και οφείλει κανείς να αναζητά την ευχαρίστηση». Όμως, το αντικείμενο
της ενόρμησης απωθείται και η απόλαυση περιορίζεται στην ευχαρίστηση. Αντί τούτου,
παράγεται μία γνώση, ως η χωρίς τέλος διαδικασία της γνώσης. Αυτός ο Λόγος αποτυγχάνει
στο ότι η παραγόμενη γνώση είναι ανίκανη
να εμπνευσθεί από την επιθυμία, δηλ. εδώ το υποκείμενο είναι ανίκανο ν’
απολαύσει, ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Το υποκείμενο κυριαρχείται από αμφίρροπα
συναισθήματα αγάπης και μίσους απέναντι στον Άλλον. Εξιδανικεύει και «αγαπά»
τον Άλλον, ως ένα «υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει», δηλ. ως έναν εξιδανικευμένο,
φαντασιακό πατέρα, τον οποίον προκαλεί να παράγει μία γνώση. Αλλά αυτή η γνώση είναι
ανίκανη να έχει πρόσβαση στην αλήθεια του υποκειμένου (στο απωθημένο αντικείμενο),
η γνώση και η αλήθεια είναι εδώ χωρισμένες, εφόσον «η επιστήμη δεν σκέπτεται». Αυτό
που είναι αδύνατον στον υστερικό λόγο εκφράζεται με το ότι το υποκείμενο είναι εξαρτημένο
από τον απρόβλεπτο Άλλο, τον οποίο δεν
μπορεί να εξαναγκάσει να το επιθυμήσει ή να το αγαπήσει. Το υποκείμενο δεν θέλει
εδώ να παραιτηθεί από την ευχαρίστηση του και έτσι να γνωρίσει την αλήθεια του.
Για να μπορεί να απολαύσει πρέπει να υπάρξει τουλάχιστον ένας που έχει
μετουσιώσει, ο κύριος, που παραιτήθηκε από την απόλαυση και εγγυάται τη γοητεία
των σχέσεων κυριαρχίας και θυσίας. Το υποκείμενο δεν κατέχει καμία άμεση, αλλά
μία έμμεση, πραγματική εξουσία, στο βαθμό που υποβοηθάει στον Άλλο την ανάπτυξη
της εξουσίας. Έτσι, αναπαράγει τον Λόγο του κυρίου, ωστόσο το στοιχείο της πρόκλησης
του κυρίου ενέχει ως τέτοιο και τη δυνατότητα της αποδυνάμωσης και αμφισβήτησης
του απόλυτου κυρίου, με μερικώς θετικά αποτελέσματα. Το διχασμένο, υστερικό υποκείμενο
είναι η δημόσια κοινή γνώμη ή η μάζα των καταναλωτών, όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης
και τα κόμματα αναπαράγουν αυτόν τον Λόγο και αναπαράγονται από αυτόν.
O
Λόγος της ψυχανάλυσης: Ο ψυχαναλυτικός Λόγος είναι ο
μοναδικός Λόγος που παράγει μία σημαίνουσα πράξη, την αλήθεια του υποκειμένου,
η οποία ως τέτοια δεν απαρνείται το ασυνείδητο. Παράγει στον Άλλο (τον
αναλυόμενο) το κύριο σημαίνον, με το οποίο αυτός ταυτίζεται φαντασιακά, αφήνει δηλ.
μέσω της επιθυμίας να αναδυθεί στον Άλλον ένα σημαίνον που δεν ελέγχεται από
μια συνειδητή γνώση. Είναι ο Λόγος, στον οποίον ο συμβολικός (ηθικός,
πολιτικός) Νόμος, σε αντίθεση με τον Λόγο του κυρίου, επανεγγράφεται. Ο Νόμος
δεν είναι έτσι ένα «εποικοδόμημα» της κυριαρχίας, αλλά αυτό που την περιορίζει
και τη θέτει υπό αμφισβήτηση, χωρίς να ταυτίζεται με το σαδιστικό υπερ-εγώ. Η
αλήθεια αυτού του Λόγου διατυπώνεται ως: «Η
ασυνείδητη γνώση έχει μία σημασία και την απολαμβάνει κανείς, μπορεί να
εκφράσει την αλήθεια της επιθυμίας του υποκειμένου». Ο δρών, ο αναλυτής
προσκαλεί τον αναλυόμενο να παράγει ένα έργον μετουσίωσης κάτι που έχει ως
συνέπεια την ταύτιση του με τον συμβολικό πατέρα. Η αδυναμία, η ανικανότητα
αυτού του Λόγου, έγκειται στο ότι ο αναλυτής μπορεί να κάνει δυνατή τη
μετουσίωση στον αναλυόμενο, αλλά δεν μπορεί να την επιβάλλει, και για να πραγματοποιηθεί
πρέπει το υποκείμενο να κάνει μία διεργασία πένθους. Όμως, ο Λόγος του κυρίου
ξαναγυρίζει, όταν σταματήσει η διαδικασία της μετουσίωσης. Το αδύνατον, το
πραγματικό, που εγγράφεται εδώ (όπως και σε κάθε Λόγο), έγκειται στο ότι τον Λόγος
αυτό τον εκ-φέρει ο «κανείς», ένα αποστασιοποιημένο, όχι άμεσα ορατό πρόσωπο,
που «υποτίθεται» ότι είναι ο αναλυτής, ο οποίος φέρει και την ευθύνη των λόγων
του. Αυτή η τεχνική της απόστασης/απουσίας κινείται ωστόσο στα όρια της
αποτυχίας και της απάτης, όπως και κάθε Λόγος.
Από
όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα παράγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι Λόγοι μας δεν
είναι τίποτε άλλο παρά Άμυνες απέναντι στο Πραγματικό. Όμως, υπάρχει ένα
υποκείμενο που δεν αμύνεται απέναντι στο Πραγματικό. Που δεν χρησιμοποιεί την
γλώσσα (το Συμβολικό) για να αμυνθεί απέναντι στο Πραγματικό όπως κάνουμε λίγο –
πολύ όλοι μας. Για αυτό το υποκείμενο το Συμβολικό αποτελεί το Πραγματικό
αυτοπροσώπως. Πρόκειται για τον σχιζοφρενή. Ο Λόγος του σχιζοφρενικού υποκειμένου
χαρακτηρίζεται από την δαιμόνια ειρωνεία του. Όχι για το χιούμορ του, μα για
την ειρωνεία του. Ειρωνεία και χιούμορ προκαλούν αμφότερα γέλιο, διακρίνονται όμως
από δομική άποψη. Έχω την γνώμη ότι μας χρειάζεται ένας Λόγος που να περιλαμβάνει
το Πραγματικό. Ένας Λόγος που η ψυχανάλυση θα μπορούσε να υιοθετήσει
προκειμένου να επιτύχει στον στόχο της. Προτείνω ο Λόγος αυτός να έχει ως
θεμέλιο του μια οικουμενική κλινική του
παραληρήματος. Τίποτα λιγότερο.
Αυτή
η προοπτική δεν μπορεί να «κατασκευαστεί» παρά μόνο από την οπτική γωνία του
σχιζοφρενούς. Έτσι, η δαιμόνια ειρωνεία του τελευταίου «οφείλει» να είναι η
βάση μας, προκειμένου να προχωρήσουμε στην δημιουργία μιας τέτοιας κλινικής.
Κατανοώ ότι πρέπει, πριν από όλα, να γίνει μια σαφής διάκριση ανάμεσα σε αυτό
που αποκαλούμε «ειρωνεία» και σε εκείνο που ονομάζουμε «χιούμορ». Ξέρω ότι τα
όρια των δύο εννοιών είναι δυσδιάκριτα. Σε αυτή την διάκριση αποβλέπει μια
επόμενη ανάρτηση μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου