Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Έλεγχος, μια ατιμωτική ιδιότητα.

Έλεγχος, το έτυμο της λέξης μας πληροφορεί ότι πρόκειται για μια απαξία, ατιμωτική λέξη, γεμάτη ύβρη.
Στον Όμηρό την βρίσκουμε να σημαίνει «υβρίζω», «ατιμάζω», «ονειδίζω», «ντροπιάζω κάποιον».

Γιατί όμως;

Ας την προσεγγίσουμε ετυμολογικά. Από την ρίζα λαχ – θα δούμε ότι συγγενεύει η σημασία του «ελέγχου» με τον «μικρό», τον «λίγο», τον «ελάχιστο», τον «ελαφρύ τύπο». Έτσι, από την λαχ – έχουμε, με πρόθεμα το «ε», ε – λαχ , ε – λέ – γχω. «Ελαχύς» είναι ο μικρός, ο ολίγος, ο ελάττων ή ελάχιστος.  

Ο ποθητός «αυτό – έλεγχος» του ιδεοψυχαναγκαστικού τον καθιστά μικρό, τον καθιστά ελάχιστο. Αυτός ο «αυτό – έλεγχος» που αποτελεί το φαντασιακό ιδίωμα της εξουσίας του, της κυριαρχίας του πάνω στο Είναι του τον καθιστά ελαχύ. Μέσω αυτής της υποτιθέμενης εξουσίας του αντιμετωπίζει τον διχασμό του ως υποκείμενο. Ο «έλεγχος» είναι ο τρόπος του για να απορρίψει τον Άλλο, να κυριαρχήσει πάνω στον Άλλο και να μην επιτρέψει στην δράση του ασυνειδήτου (του Άλλου) να λάβει χώρα. Οπλίζεται με τον «Λόγο του Κυρίου» (της πολιτικής) για να αισθανθεί την «πληρότητα» και να καταφέρει να φθάσει στην «τελειότητα» της πράξης. Αυτός ο Λόγος του έχει το χαρακτηριστικό ιδίωμα – προκειμένου να ασκήσει την κυριαρχία του Νόμου – να απεχθάνεται τον Λόγο του Άλλου που φωνάζει υπέρ της ύπαρξης της έλλειψης που ταυτόχρονα σημαίνει «μη πληρότητα» αλλά και ότι «η τελειότητα» είναι επίφαση. Μόνο μια «πρόοδο» επιτρέπει ο έλεγχος στο Είναι του υποκειμένου του ιδεοψυχαναγκαστικού. Η «πρόοδος» έγκειται στο να εγκαταλείψει τον έλεγχο μέσω του «διατάσσειν» και να μεταφερθεί  στο έλεγχο μέσω του «γνωρίζειν» (Διανόηση). Τώρα ο Λόγος του διατυμπανίζει ως «πρόοδο» την ουδετερότητα – αντικειμενικότητα της γνώσης. Τώρα ο Λόγος του κυνηγά την «Αυθεντία» της γνώσης. Τώρα ο έλεγχος που εξουσιάζει την γνώση μισεί την «μη – γνώση», μισεί δηλαδή την υποψία ότι το ασυνείδητο γνωρίζει και ότι η «μη γνώση» είναι επίφαση της συνείδησης. Δεν υπάρχει εξουσία χωρίς μίσος έγραφε ο Αρχαίος τραγικός μας, ο Ευριπίδης (480-406 π.Χ.), πόσο δίκιο είχε!

Αυτός ο Έλεγχος που επιθυμεί («επιθυμεί» έγραψα, πω – πω τι απεχθές ολίσθημα της γλώσσας μα την αλήθεια, για τον ιδεοψυχαναγκαστικό μας!) χαρακτηρίζει και το υστερικό υποκείμενο. Εδώ όμως, ο Έλεγχος ασκείται υπό μορφή πρόκλησης απέναντι στον Άλλο. Αναγκάζει τον Άλλο να παράγει μία γνώση, για να απαντήσει το ερώτημά του ξανά και ξανά. Φέρνει, τον Κύριο, με τις ερωτήσεις, τις προκλήσεις του ή τη σιωπή και την απεργία του, στη θέση να ενδιαφερθεί ο ίδιος για τη γνώση και να την επιθυμήσει. Το υστερικό υποκείμενο επιθυμεί όμως ένα πράγμα, την επιθυμία του Άλλου: θέλει να ξέρει ο Άλλος – ο Κύριος – ότι το υστερικό υποκείμενο παριστάνει γι’ αυτόν το πολυτιμότερο πράγμα. Ναι, το υστερικό υποκείμενο δεν απορρίπτει τον Άλλο – δεν ασκεί τον Έλεγχο και δεν εδραιώνει την Εξουσία του μέσω της απόρριψης του Άλλου – αντίθετα, τον δέχεται αλλά μόνο και μόνο για να τον «ελέγξει» με τον παραπάνω τρόπο.

Έτσι, ο Έλεγχος ως σημαίνον, και με βάση το έτυμο του, καθιστά τον φορέα του μικρό, ελάχιστο, ολίγο. Ως εκ τούτου ατιμάζει, ντροπιάζει, ονειδίζει τον φορέα του.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου