Από
την γλωσσολογική σκοπιά, η ειρωνεία
μπορεί να ιδωθεί ως ένα φάσμα. Στο ένα άκρο του βρίσκεται ο σαρκασμός, με την σκληρότητα που μπορεί να εκπέμπει. Στο άλλο
άκρο συναντάμε το χιούμορ, με την
διασκεδαστική διάθεση που μεταδίδει.
Όσον
αφορά την σύγκριση του χιούμορ με την ειρωνεία αποτελεί κοινό τόπο η παρατήρηση
ότι είναι δύο φαινόμενα που συχνά επικαλύπτονται, δηλαδή μπορεί να συναντήσουμε
ειρωνεία με χιουμοριστικό απόηχο, αλλά και χιούμορ με στόχο την ειρωνεία.
Ωστόσο, παρά τις επικαλύψεις τους, είναι δύο διακριτά φαινόμενα.
Η
Ειρωνεία
Η
λεκτική ειρωνεία είναι μια μορφή υπονοήματος (implicature), δηλαδή έχει
συγκαλυμμένη μορφή (implicit) και η πρόσληψη της βασίζεται στις νοητικές
διεργασίες που κάνει ο αποδέκτης της. Χαρακτηρίζεται από: α) μιας μορφής αντίθεση,
β) μια προσποιητή αθωότητα και γ) μια ανατροπή των ισορροπιών.
Σχετικά
με την αντίθεση (α): Η αντίθεση είναι ένα είδος σχέσης που δηλώνει την διάσταση
μεταξύ αυτού που συμβαίνει και αυτού που εμείς αναμέναμε ως ομιλητές. Η
δυϊκότητα μεταξύ του φαινομενικού και του πραγματικού μπορεί να ιδωθεί ως εξής:
φαινομενική είναι η κυριολεκτική πρόσληψη της ειρωνικής πρότασης και πραγματική
είναι η δεύτερη ανάγνωση της πρότασης που οδηγεί στην τελική ειρωνική ερμηνεία.
Παραδείγματος χάρη, το εκφώνημα: «Με το
σπαθί του πέρασε το μάθημα ο Χάρης», σε ένα περικείμενο όπου ο ομιλητής
γνωρίζει ότι ό Χάρης έχει αντιγράψει, έχει ως κυριολεκτική ερμηνεία τον δίκαιο
προβιβασμό του Χάρη και ως ειρωνική ερμηνεία τον άδικο προβιβασμό του.
Σχετικά
με το νόημα της «προσποιητής αθωότητας» (β): Η προσποιητή αθωότητα δηλώνει είτε
την διάθεση εξαπάτησης που έχει ο ειρωνευόμενος ομιλητής, εφόσον δεν επιθυμεί
να καταλάβει ο ακροατής τις πραγματικές του προθέσεις (συγκαλυμμένη ειρωνεία-
implicit irony), είτε την διάθεση να αναγνωρίσει ο ακροατής την προσποίηση
(φανερή ειρωνεία- explicit irony) για να φτάσει στην πρόσληψη της ειρωνείας.
Η
διάκριση μεταξύ φανερής και συγκαλυμμένης ειρωνείας δημιουργεί μια
σύγχυση. Καθώς άλλοι ερευνητές την παρουσιάζουν ως μια διάκριση που αφορά τις
προθέσεις του ομιλητή για εξαπάτηση του συνομιλητή του, και για άλλους φανερή
(explicit) είναι εκείνη κατά την οποία το ειρωνικό εκφώνημα περιλαμβάνει ρητά
δύο αφηγήσεις, την ειρωνική και την κυριολεκτική, οι οποίες παρατίθενται η μια
δίπλα στην άλλη (π.χ. «τι ειρωνεία να
νομίζεις ότι είσαι ανθρωπιστής, ενώ ταυτόχρονα διακρίνεις τους ανθρώπους με
βάση την καταγωγή τους»). και συγκαλυμμένη (implicit) εκείνη στην οποία η
ειρωνεία έχει τη μορφή υπονοήματος και δεν δηλώνεται ρητά, αλλά πρέπει ο
ακροατής να την ανακατασκευάσει μέσα από την φαινομενική κυριολεξία (π.χ. «Ωραίος καιρός για βόλτα!» στο
περικείμενο μιας βροχερής μέρας).
Τέλος,
η ανατροπή των ισορροπιών (γ), χαρακτηρίζει
την επενέργεια της ειρωνικής δήλωσης, διότι βρίσκεται σε αντίθεση τόσο με το
περικείμενο, όσο και με τις προσδοκίες του ακροατή.
Το
Χιούμορ
Για
να αναλύσει κανείς το χιούμορ πρέπει να εντοπίσει μια σημασιολογική αντίθεση μεταξύ δύο σεναρίων, η οποία οδηγεί σε μια
αντίφαση μεταξύ δύο γνωστικών σχημάτων (script opposition). Τα δύο αυτά σχήματα
συνδέονται μέσω ενός λογικού μηχανισμού. Για μια πλήρη ανάλυση, χρειάζεται να
λάβουμε υπόψη μας την περίσταση στην οποία βρίσκονται τα πρόσωπα της
χιουμοριστικής ιστορίας, το κειμενικό είδος στο οποίο εντάσσεται το χιούμορ, το
στόχο του ομιλητή που χρησιμοποιεί το χιούμορ και τέλος τα γλωσσικά τεμάχια που
επιλέγει για να υλοποιήσει το στόχο του.
Ο
εντοπισμός του χιούμορ έχει κατηγοριοποιηθεί σε δύο είδη κειμένων, σε αυτά που
ολοκληρώνονται με μια ατάκα η οποία
προκαλεί το χιούμορ (punch line) και σε αυτά που το χιούμορ εντοπίζεται μέσω δεικτών (indicators) σε φράσεις
που διατρέχουν όλο το κείμενο (jab lines). Ας δούμε δύο ενδεικτικά
παραδείγματα:
ΟΜΙΛΗΤΗΣ
Α: Πώς λέμε στα αγγλικά δεν ξέρω;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΟΜΙΛΗΤΗ Β: Δεν ξέρω.
ΟΜΙΛΗΤΗΣ
Α: Είδες, όλες τις λέξεις από εμάς τις έχουν πάρει οι συφοριασμένοι.
Στο
παραπάνω παράδειγμα, το χιούμορ προκύπτει από την τελευταία φράση, η οποία μας
οδηγεί στην επανερμηνεία της απάντησης του ομιλητή Β, η οποία τελικά κατά τον
ομιλητή Α, δεν είναι μια έκφραση άγνοιας, αλλά μια κυριολεκτική απάντηση που
θεώρησε ότι εντάσσεται στην αγγλική γλώσσα. Η φράση «Είδες, όλες τις λέξεις
από εμάς τις έχουν πάρει οι συφοριασμένοι», συνιστά την τελική ατάκα (punch
line).
Στο
επόμενο παράδειγμα, αντίθετα, η φράση «είναι ένας αόρατος άνδρας στο σαλόνι»
είναι μη αναμενόμενη, περιέχει μια σημασιολογικά παράδοξη πληροφορία, καθώς
ένας αόρατος άνδρας είναι ορατός από τον ομιλητή και μας δημιουργεί την
προσδοκία εμφάνισης μιας χιουμοριστικής απάντησης. Μια τέτοια φράση συνιστά
έναν δείκτη ύπαρξης χιουμοριστικού σχολίου (jab line).
ΟΜΙΛΗΤΗΣ
Α:Γιατρέ, είναι ένας αόρατος άνδρας στο σαλόνι. Να περάσει;
ΟΜΙΛΗΤΗΣ
Β:Όχι. Πες του ότι δεν μπορώ να τον δω τώρα.
Θα
μπορούσαμε να πούμε ότι μέχρι σήμερα η ιδέα που παραμένει κεντρική πίσω από
κάθε θεωρία για το χιούμορ είναι η
υποκατάσταση σεναρίων, που συνδέονται μεταξύ τους με μια μορφή γνωστικής
και σημασιολογικής αντίθεσης. Σε αυτή την διαδικασία, η εμφάνιση του δεύτερου
σεναρίου οδηγεί στην επανανάλυση του πρώτου και στην εξαγωγή μιας νέας ερμηνείας,
χιουμοριστικής.
Το
κοινό στοιχείο των δύο φαινομένων είναι ο
αιφνιδιασμός, πρόκειται δηλαδή για μη αναμενόμενα εκφωνήματα στα
περιβάλλοντα που παράγονται. Επίσης τα δύο φαινόμενα μοιράζονται την έννοια της αντίθεσης, είτε με τη μορφή της
αντιπαράθεσης δύο γνωστικών σχημάτων, είτε με τη μορφή της αντιπαράθεσης ρητής και υπόρρητης σημασίας. Ωστόσο, το στοιχείο που
διαχωρίζει τα δύο φαινόμενα είναι ο στόχος τους: Το χιούμορ αποσκοπεί στη διασκέδαση και στην πρόκληση γέλιου, ενώ η
ειρωνεία στην άσκηση κριτικής και στην έκφραση επιθετικής στάσης.
Όλα
αυτά αφορούν στην γλωσσολογική προσέγγιση των δύο όρων. Αφού η διάκριση τους
γίνεται τώρα σαφής, ας περάσουμε στην ψυχαναλυτική τους σημασία.
Όπως
έγινε φανερό στην προηγούμενη ανάρτηση μου, οι τέσσερεις Λόγοι μας λειτουργούν
ως άμυνες απέναντι στο Πραγματικό και στην απόλαυση που το διέπει. Το χιούμορ,
από ψυχαναλυτική άποψη, αντιπροσωπεύει την κωμική όψη του υπερεγώ. Σας θυμίζω
ότι το υπερεγώ ενεργοποιείται κάθε φορά που το Εγώ συλλαμβάνεται στην παράβαση
του ως προς το Ιδανικό του Εγώ, δηλαδή ως προς τον Άλλο της γλώσσας. Το υπερεγώ
αναλαμβάνει δράση για να τιμωρήσει το Εγώ εξαιτίας της παράβασης του Νόμου. Η
αυστηρότητα του υπερεγώ έχει – πέραν της τιμωρητικής – και την κωμική της όψη.
Αυτή η όψη είναι το χιούμορ. Εκπορεύεται από τον Άλλο και συλλαμβάνει το
υποκείμενο στην μιζέρια της αδυναμίας του. Έτσι, το χιουμοριστικό λεγόμενο
προφέρεται στον τόπο του Άλλου. Το χιούμορ λοιπόν, εγγράφεται στην προοπτική
του Άλλου. Ο νευρωτικός δεν στερείται χιούμορ αλλά και ο διεστραμμένος είναι
απόλυτα ικανός για αυτό.
Η
ειρωνεία, αντίθετα, δεν ανήκει στον Άλλο. Προέρχεται από το υποκείμενο και
βαίνει εναντίον του Άλλου. Τι λέει η ειρωνεία; Λέει ότι ο Άλλος δεν είναι
υπαρκτός. Αποτελεί ένα κατασκεύασμα. Ότι ο κοινωνικός δεσμός είναι απάτη. Ότι
δεν υπάρχει Λόγος που δεν είναι επίφαση. Ο γνήσιος μαζοχιστής καταφέρνει πολύ
συχνά να αρθεί στο ύψος της ειρωνείας. Είναι εκείνη η στιγμή που αποδεικνύει
ότι ο Άλλος του οποίου ο ίδιος εμφανίζεται ως δούλος δεν είναι παρά μαριονέττα της
βούλησης του, της δικής του, του μαζοχιστή. Έτσι, αναμφίβολα η ειρωνεία
ταιριάζει στον ψυχαναλυτή, όχι λιγότερο από ό,τι στον επαναστάτη. Ο Λένιν
παρέχει δείγματα ειρωνείας, έστω και αν την μεταμφιέζει περιβάλλοντας την με
λοιδορίες, και έστω και αν αυτή η λοιδορία ωχριά όταν πρόκειται για την δική
της υπόθεση. Θυμηθείτε πάνω σε αυτό το «Ένα
βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω».
Ειρωνεία
είναι η κωμική μορφή που παίρνει η γνώση ότι ο Άλλος δεν γνωρίζει. Δηλαδή, ότι
ως Άλλος της γνώσης δεν είναι τίποτα. Ενώ το χιούμορ ασκείται από την προοπτική
του «καθ΄ υπόθεση υποκειμένου της γνώσης», η ειρωνεία δεν ασκείται παρά εκεί
όπου η έκπτωση του παραπάνω υποκειμένου έχει ολοκληρωθεί. Η ψυχιατρική κλινική
είναι αβίαστα χιουμοριστική. Εμπαίζει συχνά τον τρελό. Αυτόν τον δυστυχή που
βρίσκεται εκτός λόγου. Αλλά αυτός ο εμπαιγμός σημαίνει ότι ο ψυχίατρος
οικοδομεί την δική του κλινική με βάση τους κατεστημένους λόγους.
Η
επιλογή για τους λακανικούς ψυχαναλυτές είναι αναγκαστική επιλογή: ή κλινική
τους θα είναι ειρωνική, δηλαδή θεμελιωμένη στην ανυπαρξία του Άλλου ως άμυνα
απέναντι στο Πραγματικό ή δεν θα είναι παρά ένα αναμάσημα της ψυχιατρικής
κλινικής,
Αν
συνιστώ αυτήν την ειρωνική κλινική είναι γιατί όλοι βλέπουμε που οδηγεί η
αντίστροφη θεώρηση: Για παράδειγμα, στην λεγόμενη «Θεωρία των Περιγραφών» του
Μπέρτραντ Ράσελ. Ο Ράσελ ασχολείται με το λεγόμενο «αναφορικό» του λόγου. Ποια
είναι η έγνοια του; Αυτό που τον βασανίζει είναι ότι μπορούμε να μιλάμε για
ό,τι δεν υπάρχει σαν να υπήρχε. Ο Ράσελ θα ήθελε να συρρικνώσει την αλήθεια
στην ακρίβεια: να λέμε μόνο ό,τι υπάρχει. Ο Λόγος λοιπόν, να περιγράφει το
Πραγματικό! Αυτό που του διαφεύγει δεν είναι ότι μπορούμε να μιλάμε για αυτό
που δεν υπάρχει, αλλά ότι αυτό που υπάρχει, από την στιγμή που μιλάμε για αυτό,
γίνεται μύθος! Οτιδήποτε σημαινοποιείται μετατρέπεται, ως εκ τούτου, σε
επίφαση. Επειδή μιλάμε για αυτό, παύει να υπάρχει. Αυτό που θέλουμε να υπάρχει,
αυτό που θέλουμε να διατηρήσουμε υπαρκτό πρέπει να το αποσιωπήσουμε. Αυτό κάνει
ο ψυχαναλυτής στην πρακτική του. «Η Θεωρία των Περιγραφών» είναι μάταιη, όχι
μόνο γιατί η ομιλία κάνει να υπάρχει αυτό που δεν υφίσταται, αλλά και γιατί η
γλώσσα καθιστά μη υπαρκτό αυτό για το οποίο μιλά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου