Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Πρέπει να είσαι κάτι, προτού να γίνεις κάτι.

 

Τώρα σκέφτομαι: τι θα συνέβαινε στον Θ.Κ αν δεν κατάφερνε να μετουσιώσει το «πικρό – φιδίσιο βλέμμα» του Άλλου σε «γλυκό βλέμμα» δικό του; Πως θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, εννοώ, ποια προϋπόθεση απαιτείται για να «καταφέρει» ένα υποκείμενο να σβήσει το αντικείμενο – α; Τέλος, ποια επίπτωση έχει, σε ό, τι αφορά τον χρόνο του υποκειμένου, η «κατάθεση» του αντικειμένου – α από μέρους του;

Αλλά ας πάρουμε από την αρχή τα πράγματα.

Είδαμε, στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι το «αντικείμενο – βλέμμα» του Άλλου περιβάλλει το κενό του υποκειμένου και έτσι το οριοθετεί. Θέτει τα σύνορα του κενού. Δηλαδή, το σημαίνον «πικρό» περιβάλλει το κενό του υποκειμένου καθιστώντας το τώρα «υποκείμενο». Το συγκεκριμένο σημαίνον είναι αυτό που κάνει τον Θ.Κ. να είναι κάτι. Και ναι, είναι απαραίτητο «να είσαι κάτι από πριν προκειμένου να γίνεις κάτι άλλο», έχει μεγάλο δίκιο ο Γκαίτε. Επομένως, χάρη στην «πικρότητα» που έχει το εξωτερικό – αφού πρόκειται για το βλέμμα του Άλλου – αντικείμενο – α δημιουργεί ο Θ.Κ. την δική του υποκειμενικότητα. Την δική του ύπαρξη.

Αυτό το αντικείμενο «εισπράττεται» από τον Θ.Κ. ως έχει. Εσωτερικεύεται, πάει να πει. Με άλλα λόγια, από εξωτερικό γίνεται εσωτερικό του και πλέον κατατίθεται από τον ίδιο σε ό,τι εμπίπτει στην θέαση των ματιών του. Θα μπορούσαμε, για αυτή του την ιδιότητα, να το ονομάσου εκ – σωτερικό αντικείμενο (το «κσ» αντί για το «ξ», αν μου επιτρέπετε).

Είδαμε επίσης, ότι αυτό το αντικείμενο επιστρατεύεται από το ίδιο το υποκείμενο προκειμένου να «αλλάξει», να μετουσιωθεί. Από «πικρό βλέμμα» του Άλλου μεταβάλλεται σε «γλυκό βλέμμα» του ιδίου του Θ.Κ. Από την στιγμή που γίνεται όμως αυτή η μετουσίωση το «πικρό βλέμμα» απωθείται στο ασυνείδητο. Έτσι, «φρενάρεται» η απόλαυση που εμπεριέχει. Τώρα το «γλυκό βλέμμα» του ιδίου θα παράγει μια άλλη απόλαυση την οποία θα ονομάσουμε, βεβαίως, υπερ-απόλαση. Μια έκφραση της τελευταίας, ας πούμε, είναι η γλυκύτητα που «οφείλει» να αποπνέει ακόμα και … ο εργοδότης του προκειμένου να νιώθει εντάξει ο Θ.Κ. με την εργασία του!

Ίσως, όμως, εδώ είναι και το κατάλληλο σημείο να τονίσω ότι το «πικρό βλέμμα» δεν «περνάει» στο πραγματικό του υποκειμένου ολοκληρωτικά. Μένει πάντα ένα υπόλειμμα. Αυτό το υπόλειμμα πραγματικού που μένει στο ίδιο το υποκείμενο, παρόλη την μετουσίωση που κάνει το τελευταίο, γίνεται φανερό στην απάντηση του όταν ρωτήθηκε «τι ήταν αυτό που ερωτευθήκατε στην αγαπημένη σας;».  Η απάντηση του ήταν ως εξής: «Μα ερωτεύθηκα το βλέμμα της. Υπήρχε μια γλυκύτητα σε αυτό το βλέμμα αλλά στο βάθος, πίσω – πίσω, υπήρχε κάτι το σκοτεινό. Αυτή η αντίθεση με εξίταρε!».

Πως κατάφερε, όμως, ο Θ.Κ. και «πέτυχε» να μετουσιώσει το βλέμμα του Άλλου στο δικό του; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Τόσο απλή ώστε είναι δύσκολη! Το κατάφερε επειδή μπορούσε! Ναι, τόσο απλά. Μπορούσε και το έκανε. Αυτό υπονοεί ότι πιθανόν να μην μπορούσε. Επομένως το ερώτημα μετατίθεται στο: ποια ήταν η προϋπόθεση που υπήρξε αναγκαία αλλά και ικανή ώστε ο Θ.Κ. να μετουσιώσει;

Το υποκείμενο που είναι ο Θ.Κ. μπόρεσε να συμβολοποιήσει την «πικρότητα» του βλέμματος της μητέρας του – να ξεκαθαρίσω ότι η λέξη «πικρότητα» αποτελεί ένα σημαίνον της γλώσσας που του δόθηκε – αφού προηγουμένως είχε καταφέρει να εσωτερικεύσει την γλώσσα. Η γλώσσα, δηλαδή, δεν είχε θέση πραγματικού για τον Θ.Κ. Ήταν και παραμένει εωτερικευμένη. Έτσι, όταν αυτό συμβαίνει, το υποκείμενο είναι σε θέση να «πετύχει» την συμβολοποίηση της απόλαυσης του Άλλου. Με άλλα λόγια, έχει στην διάθεση του όλα απαραίτητα σημαίνοντα ώστε αφενός να κατονομάσει την απόλαυση με το σημαίνον «πικρό» και αφετέρου να επινοήσει το αντώνυμο «γλυκό» προκειμένου να στηρίξει την επιθυμία του και το σκηνικό της, το οποίο δεν είναι άλλο από την φαντασίωση του. Καταλαβαίνουμε λοιπόν, ότι το αντικείμενο – α διατηρεί όλη την συνεκτικότητα του ανεξαρτήτως από του αν μπορεί, αν έχει κάποιος την ικανότητα, αν διαθέτει όλα τα απαραίτητα εφόδια από την γλώσσα που του δίνεται, να προβεί στην συμβολοποίηση ή όχι.

Από όλα αυτά κατανοούμε ότι, το συγκεκριμένο υποκείμενο, αν δεν είχε την δυνατότητα να εσωτερικεύσει την γλώσσα και τους κανόνες της, με άλλα λόγια αν η πατρική μεταφορά ήταν αποτυχημένη σε εκείνο, τότε δεν θα είχε την δυνατότητα ενός δεύτερου σημαίνοντος – στην προκειμένη περίπτωση του «γλυκός» - για να μεταβάλλει το νόημα του πρωταρχικού σημαίνοντος. Για την ακρίβεια, το σημαίνον θα του έλειπε. Είναι ακριβώς αυτό που αποκαλούμε στην ψυχανάλυση με τον όρο «διάκλειση». Η απουσία ενός σημαίνοντος είναι αυτό που καθιστά ένα υποκείμενο ψυχωτικό. Το αντικείμενο «βλέμμα» του Άλλου είναι αδύνατον να σβηστεί σε αυτή την περίπτωση. Ο Άλλος και το βλέμμα του παραμένει υπαρκτός – πραγματικός και καταδιώκει το υποκείμενο απολαμβάνοντας το σώμα του. Αυτό το «φιδίσιο» βλέμμα θα «έβλεπε» από παντού και πάντα τον Θ.Κ. Η απόλαυση του σώματος του Θ.Κ. από τον Άλλο θα ήταν χωρίς όρια και το διωκτικό του βλέμμα θα ήταν πανταχού παρόν. Η πατρική μεταφορά είναι αυτή που βάζει όρια σε αυτή την απόλαυση. Δεν είναι λοιπόν, διόλου περίεργο που το υποκείμενο Θ.Κ. αναγνωρίζει στο πρόσωπο του πατέρα του το χαρακτηριστικό της «γλυκύτητας»!

Για να δούμε όμως, σε αυτό το σημείο, και μια άλλη πτυχή του αντικειμένου – α. Προκειμένου να γίνει κατανοητή αυτή η πτυχή που θέλω να αναπτύξω επιτρέψτε μου να παραθέσω δύο κείμενα που ανήκουν σε δύο από τους επιφανέστερους ποιητές μας τα οποία πιστεύω ότι θα συμβάλλουν βοηθητικά σε όσα θα εξακολουθήσω να γράφω.

Ιδού λοιπόν.                

«Και η Άνοιξη ολοένα τούς κυρίευε. Σαν να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ απ’ την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη πού έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα».

  ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ  (1959), ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ

«Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα απ' τες εννιά που άναψα την λάμπα, και κάθησα εδώ. Καθόμουν χωρίς να διαβάζω, και χωρίς να μιλώ. Με ποιο να μιλήσω κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου, απ' τες εννιά που άναψα την λάμπα, ήλθε και με ηύρε και με θύμησε κλειστές κάμαρες αρωματισμένες, και περασμένην ηδονή - τι τολμηρή ηδονή!

Κ' επίσης μ' έφερε στα μάτια εμπρός, δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι, κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν, και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου ήλθε και μ' έφερε και τα λυπητερά· πένθη της οικογένειας, χωρισμοί, αισθήματα δικών μου, αισθήματα των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια».

 Κωνσταντίνος Καβάφης, ΑΠ' ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ (1918)

Λοιπόν, από την μια μεριά έχουμε το υποκείμενο, το κενό, την έλλειψη. Αυτό το κενό το χαρακτηρίζει το στιγμιαίο παρόν. Εκείνη η στιγμή που μέχρι να εμφανιστεί είναι κιόλας φευγάτη. Το ίδιο το υποκείμενο εξαφανίζεται στην στιγμή, για αυτό και το μόνο που του μένει, για να αποκτήσει κάποια διάρκεια ύπαρξης, δεν έχει άλλο δρόμο παρά να αντιπροσωπευθεί από κάποιο σημαίνον, από μια λέξη που θα την ονομάσουμε «ταυτότητα». Μόνο που άλλο πράγμα ο αντιπρόσωπος και άλλο ο εαυτός, ας μην το ξεχνάμε.

Από την άλλη έχουμε το αντικείμενο – α, αυτό που προσεγγίζεται ως ψυχή και είναι ικανή να υπομένει, που σημαίνει αντέχει, εμπεριέχει άλλωστε το «μένω», δηλαδή διαρκώ, αυτή η διάρκεια που συνάδει με το γεγονός ότι υποφέρω και νιώθω για αυτό ηδονή, δηλαδή απολαμβάνω. Είναι αυτό το αντικείμενο – α που «κουβαλάει» όλα τα πάθη της ψυχής: τις συγκινήσεις, τα συναισθήματα, τα πάθη που με την διάρκεια τους και τις υποκαταστάσεις τους αφήνουν το περιθώριο στο υποκείμενο να διαρκέσει και να αντιμετωπίσει έτσι την παραδοξότητα του στιγμιαίου παρόντος κάνοντας το να διαρκέσει. Έτσι, είναι αυτό το αντικείμενο που απορυθμίζει τον χρόνο του υποκειμένου. Σε αυτό χρωστάει ο ποιητής το γεγονός ότι «… περάσανε μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ώρα» ή το ότι «…Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια». Αυτή η διάρκεια του χρόνου που εξελίσσεται μέσα σε «λίγην ώρα» αποτελεί την αδράνεια της απόλαυσης. Πρέπει, οφείλουμε να αποδώσουμε στο αντικείμενο – α τα φαινόμενα της επιβράδυνσης του χρόνου, και συνακόλουθα της αντιστροφής τους σε επιτάχυνση.

Βέβαια, υπάρχει πράγματι, όπως φάνηκε, μια αναγκαιότητα το μικρό αντικείμενο – α να σβηστεί, να απορροφηθεί. Μα σε αυτό χρησιμεύει η τέχνη. Η ζωγραφική είναι μια τέχνη που επιτρέπει να σβηστεί το αντικείμενο – α βλέμμα. Καλλιεργεί την έκλειψη του χρόνου και καταθέτοντας το βλέμμα στον χώρο επιτρέπει στο υποκείμενο να έχει πρόσβαση σε μια υποτιθέμενη αιωνιότητα, όσο τουλάχιστον διαρκεί ο χώρος. Έτσι, το υποκείμενο υποκαθιστά την γαλήνη της ψυχής με τις αρετές της ενατένισης.

Όμως, η ερωτική πραγμάτευση του χρόνου μας οδηγεί στην μουσική, ως τέχνη του χρόνου. Η μουσική δεν προκαλεί την έκλειψη του χρόνου αλλά χειρίζεται τον χρόνο. Υποκαθιστά τον απρόβλεπτο χρόνο, τον στιγμιαίο με έναν χρόνο ρυθμισμένο, ταξινομημένο, χειραγωγημένο και ρυθμικό. Ποιο είναι το αντικείμενο μικρό – α που κατατίθεται στη μουσική; Κατατίθεται το αντικείμενο – α «φωνή» αλλά κατατίθεται και το σημαίνον ως υλική του υπόσταση, και ιδίως ως νότα, νότα που έχει μια διάρκεια.

Αλλά για το αντικείμενο – α «φωνή» αξίζει να αφιερώσουμε μια ολόκληρη ανάρτηση. Ας επιφυλαχθώ λοιπόν.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που οφείλουμε να «κρατήσουμε» από όσα γράφτηκαν είναι ότι: το μικρό – α ως τέτοιο καθιστά τον χρόνο ανομοιογενή, διενεργεί δηλαδή τις συστολές και τις διαστολές του παρόντος.  

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου