Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

ΜΕΤΑΦΟΡΑ: «Η ΑΓΑΠΗ είναι ένα ΤΑΞΙΔΙ»

 

Το έχω ξαναγράψει: Όλα τα σημαίνοντα ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝ το υποκείμενο απέναντι σε ένα άλλο σημαίνον που δεν το εκπροσωπεί.

Η παραπάνω πρόταση περιγράφει το ποια είναι η δομή της γλώσσας. Πρόκειται για μια δομή που είναι παρούσα, χαρακτηρίζει το ασυνείδητο. Έτσι, ονομάζουμε υποκείμενο εκείνο που αντιπροσωπεύεται από ένα σημαίνον και το οποίο αντιτίθεται σε ένα άλλο σημαίνον που δεν το αντιπροσωπεύει. Αυτό σημαίνει ότι το υποκείμενο υπάρχει μόνο εκπροσωπούμενο. Δηλαδή, στο παρόν υπάρχει μόνο ο αντιπρόσωπος του υποκειμένου που είναι το σημαίνον. Το σημαίνον με το οποίο το υποκείμενο ταυτίζεται. Αυτή η ταυτισιακή εκπροσώπηση όμως, δεν είναι πλήρης. Όταν αρχίζει να σβήνεται αυτή η εκπροσώπηση, όταν το σημαίνον αρχίζει να «χάνει» την σημασία του, το νόημα του, τότε αναδύεται το κενό που ΕΙΝΑΙ – στην ουσία του – το υποκείμενο. Πρόκειται για εκείνη την στιγμή που η ταυτισιακή εκπροσώπηση παύει να ναι ισχυρή.

Από όλα αυτά αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικό είναι, για το είδος του υποκειμένου που ήμαστε, ο τρόπος με τον οποίο κάθε υποκείμενο ταυτίζεται ψυχικά με το τάδε σημαίνον έναντι του δείνα που αντιτίθεται σε αυτό.

Στη βάση αυτή υπάρχουν σημαίνοντα που εμπίπτουν άμεσα στις σωματικές αισθήσεις, είναι απτά σε αυτές (χώροι, τοποθεσίες, τοπία, αγαθά κ.λπ) καθώς και σημαίνοντα που δεν είναι απτά σε αυτές. Αυτά τα δεύτερα σημαίνοντα χαρακτηρίζονται ως αφηρημένα.      

Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις αφηρημένες έννοιες με πολύ συγκεκριμένους όρους. Αυτό πετυχαίνεται χρησιμοποιώντας συμπερασματικές δομές και τρόπους σκέψης που στηρίζονται σε δεδομένα που προκύπτουν από τις αισθήσεις και ονομάζεται μεταφορά.

Οι μεταφορές είναι μηχανισμοί γνώσης μέσω των οποίων καταφέρνουμε να κατανοήσουμε και να νιώσουμε, να ταυτιστούμε ψυχικά με αφηρημένες έννοιες και υποκειμενικές εμπειρίες με όρους που σχετίζονται με συγκεκριμένες αισθητηριακές εμπειρίες.

Ως ανθρώπινα όντα όλες μας οι σκέψεις προέρχονται από δεδομένα που προκύπτουν από τις αισθήσεις, τα οποία επεξεργάζονται από το πολύπλοκο νευρικό μας σύστημα μέσω κάποιων μηχανισμών γνώσης. Με άλλα λόγια, οι γνώσεις που αποκτάμε είναι το αποτέλεσμα κάποιας εντελώς φυσικής διαδικασίας που εξαρτάται απολύτως από το σώμα μας. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε και συμπεραίνουμε στον ένα τομέα γνώσης είναι ίδιος με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και λειτουργούμε στον άλλο γνωσιακό τομέα. Έτσι λειτουργούν οι ψυχικές μας ταυτίσεις οι οποίες, εν πολλοίς, χαρακτηρίζουν ασυνείδητα το ποιοι ήμαστε.

Τελικά, η εννοιολογική μεταφορά (conceptual metaphor) είναι ο ψυχικός μηχανισμός που επιτρέπει την πρόσβαση σε μια αφηρημένη έννοια (υποκειμενική εμπειρία) μέσω μιας απτής και συγκεκριμένης (αισθησιοκινητικής εμπειρίας), ενώ η γλώσσα αντανακλά απλώς τη σύλληψη του αφηρημένου μέσω του συγκεκριμένου.

Οπότε έχουμε δύο διακριτούς χώρους, δύο εννοιολογικά πεδία.

Ο πρώτος (Χώρος Προέλευσης), είναι ο χώρος από τον οποίο παίρνουμε τις μεταφορικές εκφράσεις και συνήθως αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο. Ο δεύτερος (Χώρος Προορισμού), είναι ο χώρος που προσπαθούμε να κατανοήσουμε και συνήθως αντιστοιχεί στο αφηρημένο.

Στην συνέχεια θα επικεντρωθώ σε 4 ασυνείδητες μεταφορές οι οποίες χαρακτηρίζουν, κατά την γνώμη μου, την πλειοψηφία των ανθρώπινων υποκειμένων. Αυτές είναι:  

ΜΕΤΑΦΟΡΑ 1η: «Καταστάσεις ζωής» ως «τόποθεσίες»

«Η Άννα ΘΑ ΠΑΕΙ θεωρητική κατεύθυνση»

η θεωρητική κατεύθυνση δεν είναι κάποιο μέρος στο οποίο μπορούμε να πάμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

 «ΠΗΓΑΙΝΕ στη ευχή του Χριστού και της Παναγίας»

Στο παράδειγμα αυτό εκτός από την μεταφορά που συζητάμε, έχουμε και άλλο σχήμα λόγου για την καλή, όμορφη, ευχάριστη κατάσταση.

« Η Ελλάδα ΘΑ ΒΓΕΙ από την κρίση το 2017»

Στην πρόταση αυτή η κατάσταση της κρίσης παρουσιάζεται σαν κάποια «φυλακή» στην οποίο είναι μέσα η Ελλάδα.

«ΜΠΡΟΣ γκρεμός και ΠΙΣΩ ρέμα».

Έχουμε λοιπόν ΓΚΡΕΜΟΣ= Μια δύσβατη και επικίνδυνη τοποθεσία, ΡΕΜΑ = Μια άλλη επικίνδυνη τοποθεσία. Οπότε, ο μηχανισμός της εννοιολογικής μεταφοράς κάνει χρήση αυτής της γνώσης μας και πραγματοποιεί την συσχέτιση ΓΚΡΕΜΟΣ = Μία δύσκολη κατάσταση, ΡΕΜΑ = Μια άλλη δύσκολη κατάσταση. Επίσης, εδώ ο «εγκλωβισμός» σε δύσκολες καταστάσεις εκφράζεται ως χωρικός εγκλωβισμός ΜΠΡΟΣ = Από μια κατεύθυνση και ΠΙΣΩ = Από μια άλλη κατεύθυνση.

(με κεφαλαία γράμματα έχουν γραφτεί οι ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ)

ΜΕΤΑΦΟΡΑ 2η: ο «ΧΡΟΝΟΣ» είναι «ΧΩΡΟΣ»

Α) ο χρόνος παραμένει στάσιμος, ενώ ο παρατηρητής-εγώ προχωράει. Το παρελθόν βρίσκεται πίσω του, το μέλλον μπροστά του, το σημείο στο οποίο βρίσκεται είναι αυτό που αντιλαμβάνεται ως «τώρα».

«ΠΕΡΑΣΕ τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη φυλακή».

«ΔΙΑΝΥΕΙ τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης της».

«Με το που ΜΠΗΚΕ στα 18, πήγε για δίπλωμα»

«ΠΑΤΗΣΕ τα 50 και έγινε άλλος άνθρωπος»

«ΈΦΤΑΣΕ τα 33».

«ΜΠΗΚΑΜΕ στα Χριστούγεννα»

Β) ο παρατηρητής- εγώ παραμένει σταθερός, ο χρόνος έρχεται προς το μέρος του και τον προσπερνάει. Η φορά κίνησης του χρόνου είναι από το μέλλον προς το παρελθόν, κι έτσι τα πιο μπροστινά του μέρη βρίσκονται σε παλαιότερες εποχές, ενώ τα πίσω αφορούν μελλοντικές καταστάσεις.

«Ήταν ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ η ώρα και έφυγαν».

 «Στα χρόνια που ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ η οικονομική τους κατάσταση χειροτέρευε».

 «ΠΑΝΕ πολλά χρόνια που έφυγε στο εξωτερικό».

 «Τα ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ/ΕΠΟΜΕΝΑ χρόνια...»

«ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ η ώρα»

«ΦΤΑΝΟΥΝ τα Χριστούγεννα»

«ΠΕΡΙΜΕΝΩ με ανυπομονησία το αύριο»

«τα χρόνια ΕΡΧΟΝΤΑΙ και ΠΕΡΝΑΝΕ»

ΜΕΤΑΦΟΡΑ 3η: «ο ΧΡΟΝΟΣ είναι ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΑΓΑΘΟ»

«ΞΟΔΕΨΑ ΠΟΛΥ χρόνο για να του εξηγήσω»

«ΕΧΑΣΑ τον χρόνο μου μαζί σου»

«ΚΕΡΔΙΖΩ χρόνο με αυτόν τον τρόπο, κατάλαβες;»

«Ο χρόνος είναι ΧΡΗΜΑ»

Εν ολίγοις, το επίκεντρο της λειτουργίας του μεταφορικού λόγου δεν τοποθετείται στη γλώσσα, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ένα υποκείμενο νιώθει έναν εννοιολογικό τομέα σε σχέση με κάποιον άλλο. Επομένως νιώθει πολύ διαφορετικά ένα υποκείμενο που ταυτίζει τον «χρόνο» με ένα «πολύτιμο αγαθό» από εκείνο που τον ταυτίζει με τον «χώρο».

ΜΕΤΑΦΟΡΑ 4η: «Η ΑΓΑΠΗ είναι ένα ΤΑΞΙΔΙ»

«Κοίτα ΠΟΣΟ ΜΑΚΡΥΑ φτάσαμε!»

«Πρόκειται για ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΚΟΠΙΑΣΤΙΚΟ ΔΡΟΜΟ»

«Δεν μπορούμε ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΠΙΣΩ τώρα»

«Η σχέση μας ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ»

«Νομίζω ότι πρέπει να ΒΑΔΙΣΟΥΜΕ ΣΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ»

«Η σχέση μας ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ»

«Ο γάμος μας ΕΠΕΣΕ ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ (ή ΝΑΥΑΓΗΣΕ)»

1. υπάρχει κάποια γενική αρχή που να εξηγεί πως αυτές οι εκφράσεις που αναφέρονται σε ταξίδια, χρησιμοποιούνται για να περιγράφουν μια ερωτική σχέση;

2. υπάρχει κάποια γενική αρχή που να εξηγεί πως συμπεραίνουμε ότι εκφράσεις που αναφέρονται σε ταξίδια, χρησιμοποιούνται για να ερμηνεύσουν μια ερωτική σχέση;

Η απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι θετική.

Πρόκειται για μια αρχή που τίθεται σε χρήση για να αντιληφθεί ο χρήστης της γλώσσας το εννοιολογικό πεδίο της αγάπης βάσει του εννοιολογικού πεδίου των ταξιδιών. Η αρχή αυτή μπορεί να αποτυπωθεί ως ένα μεταφορικό σενάριο: το ζευγάρι είναι οι ταξιδιώτες σε ένα κοινό ταξίδι, με τους κοινούς στόχους ζωής ως προορισμούς στους οποίους πρέπει κάποτε να φτάσουν. Η σχέση τους είναι το όχημα, το οποίο τους επιτρέπει να «κυνηγήσουν» τους στόχους τους. Το ταξίδι δεν είναι εύκολο. Υπάρχουν εμπόδια και μέρη (σταυροδρόμια) στα οποία πρέπει να ληφθούν αποφάσεις για το ποιο δρόμο θα ακολουθήσουν και αν θα συνεχίσουν το ταξίδι μαζί.

Συμπερασματικά:

Α) ο μεταφορικός λόγος επιτρέπει στον χρήστη μιας γλώσσας να αντιληφθεί και ταυτιστεί με μια σχετικά αφηρημένη ή μη δομημένη έννοια σε σχέση με μια συγκεκριμένη ή τουλάχιστον πιο στενά δομημένη έννοια.

Β) ως προς τη δομή τους οι μεταφορές είναι συναρτήσεις που διαπερνούν εννοιολογικά πεδία.

Γ) κάθε συνάρτηση είναι ένα αμετάβλητο σύνολο εννοιολογικών συσχετίσεων μεταξύ των στοιχείων στον «τομέα – πηγή» και στον «τομέα – στόχο».

Δ) οι συναρτήσεις των πεδίων δεν διενεργούνται αυθαίρετα από τον χρήστη της γλώσσας, αλλά θεμελιώνονται στην καθημερινή εμπειρία και γνώση που αποκτά ο τελευταίος.

Ε) οι λογοτεχνικές μεταφορές είναι σε ένα μεγάλο ποσοστό επεκτάσεις του καθημερινού συμβατικού συστήματος της μεταφορικής σκέψης ενός ατόμου.

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Είναι εντυπωσιακό το πόσο αγαπάμε το σύμπτωμα μας!

 

Ήλθε, λοιπόν, στην ανάλυση μια κυρία μετά από παραίνεση του συντρόφου της ο οποίος επέμενε ότι το τρέμουλο στα χέρια της ήταν ψυχολογικής φύσης.

Η ίδια ισχυρίσθηκε ότι της είχε εμφανισθεί μετά την καταστροφική πυρκαγιά στο Μάτι Αττικής όπου είχε το εξοχικό της η ίδια και που το σοκ της όλης κατάστασης είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση του τρέμουλου.

Στις αρχικές συνεδρίες είχε γίνει σαφές ότι όλη της η ζωή είχε περιστραφεί γύρω από την προσπάθεια της να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του πατρός της. Αυτό αφορούσε τόσο την επιλογή των σπουδών της όσο και την επιλογή του συζύγου της και άγγιζε βεβαίως και την επιλογή του επαγγέλματος της.

Η αγάπη του Άλλου (του πατέρα) βρίσκονταν κρυμμένη πίσω από όλες τις ταυτίσεις της ζωής της. Όλες αυτές οι ταυτίσεις αποσκοπούσαν μόνο στην ικανοποίηση της επιθυμίας του Άλλου και ως εκ τούτου στην αναγνώριση του υποκειμένου από τον Άλλο. Η αναγνώριση, πράγματι, συνιστά μια ικανοποίηση για το υποκείμενο αλλά είναι μια ικανοποίηση που έρχεται «απέξω», από το συμβολικό. Δεν είναι φαλλικής φύσης. Αυτό σημαίνει: «Είμαι» μεν, αλλά όχι διότι αυτό αντιπροσωπεύει εμένα! «Είμαι», διότι αυτό αναγνωρίζει ο Άλλος σε μένα!  Αυτό σημαίνει ότι ενώ το πρώτο «είμαι» - εκείνο που αντιπροσωπεύει εμένα – καλύπτει την τρύπα, το υποκειμενικό κενό που νιώθω μέσα μου και, ως εκ τούτου, σταθεροποιεί την ύπαρξη μου μέσα στον κόσμο, το δεύτερο είναι «εύθραυστο» και δημιουργεί μια αστάθεια της ύπαρξης αφού το υποκειμενικό κενό μένει, εν πολλοίς, ακάλυπτο.

Όταν λοιπόν, εγώ αναγνωρίζω ότι «είσαι…» τότε αυτή η αναγνώριση δίνει μια ικανοποίηση σε σένα αλλά αυτή η ταύτιση που «έχεις πάρει από μένα», αυτή η ταύτιση που «εγώ σε τροφοδότησα», δεν σου προσδίδει τέτοια τάξης ικανοποίηση ώστε να πείθει και να σταθεροποιεί την ύπαρξη σου στο διηνεκές. Αυτό σημαίνει ότι αυτή η ταύτιση θα αρχίσει να κλονίζεται από την στιγμή που εγώ θα αρχίσω να απουσιάζω από την ζωή σου.

Ο θάνατος του πατέρα και η απουσία που αυτός συνεπάγεται είχε σηματοδοτήσει την αρχή της αποδόμησης των ταυτίσεων της κυρίας. Έτσι, η αποδόμηση του συζύγου υπάγεται στην γενικότερη αποδόμηση των ταυτίσεων της. Η σταδιακή αποδόμηση τους επαγγέλματος ήλθε να προστεθεί στην ίδια διαδικασία. Το υποκειμενικό κενό άρχισε πλέον να κάνει σταδιακά την εμφάνιση του όλο και περισσότερο. Η αναγνώριση που τώρα άρχισε σιγά – σιγά να εκλείπει έπρεπε να αντικατασταθεί. Το «τράβηγμα της προσοχής του Άλλου» έπρεπε να αποκατασταθεί. Όταν, λοιπόν, εκδηλώθηκε η πυρκαγιά στο Μάτι (πράγματι το «μάτι» σχετίζεται άμεσα με το βλέμμα!) και το σοκ της όλης κατάστασης δημιούργησε ένα τρεμούλιασμα στα χέρια της κυρίας ως αποτέλεσμα της ψυχικής διαταραχής που βιώθηκε, αυτό το τρέμουλο θα μπορούσε – και προορίζονταν – να χει προσωρινό χαρακτήρα. Θα διαρκούσε όσο θα ήταν ακόμα νωπό το σοκ. Όμως, ω του θαύματος, ήταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να εξελιχθεί σε σύμπτωμα! Διατηρώντας το τρέμουλο θα μπορούσε πλέον η κυρία να «αποσπά την προσοχή» του Άλλου και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο κόπο! Έτσι, η ικανοποίηση που εξέλειπε λόγω της αποδόμησης των ταυτίσεων από την στιγμή που ο πατέρας έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο, μπορούσε τώρα να επιστρέψει μέσω του τρέμουλου στα χέρια.

Όταν λοιπόν, ο σύντροφος της – εκείνος που αντικατέστησε τον σύζυγο – επέμεινε ότι το τρέμουλο που έβλεπε μπρος τα μάτια του ήταν ψυχολογικής φύσης και αφού οι γιατροί είχαν αποφανθεί μετά από μακρύ χρονικό διάστημα έρευνας ότι δεν ήταν πάρκινσον, «έπεισε» την κυρία του να έλθει στην ανάλυση.

Όταν όμως ο αναλυτής άρχισε να ακούει το μυθιστόρημα της κυρίας παραβλέποντας – και μάλιστα επιδεικτικά – το τρέμουλο στα χέρια της και αφού έφτασε στο σημείο μετά από την επιμονή της να σχολιάσει ειρωνικά το τρέμουλο λέγοντας της «…ό,τι έχει κανείς καλό είναι!», πέτυχε ώστε το τρέμουλο να αρχίζει να μειώνεται, οδήγησε την κυρία στην εντυπωσιακή δήλωση: «Είστε, πράγματι, χαρισματικός άνθρωπος, και χαίρομαι πολύ που σας γνώρισα. Μόνο που πρέπει να διακόψουμε την ανάλυση!». Η δικαιολόγηση που δόθηκε για αυτήν την απόφαση της δεν ευσταθεί οπότε δεν έχει και νόημα να την παραθέσω.

Ήταν πλέον φανερό: η κυρία ήθελε πάρα πολύ να διατηρήσει το σύμπτωμα της. Η ανακάλυψη αυτής της αλήθειας ήταν πολύ θεραπευτική για την παύση της ενέργειας του τρέμουλου πράγμα που ασυνείδητα δεν επιθυμούσε η κυρία.

Η εν λόγω κλινική περίπτωση αναδεικνύει με εντυπωσιακό τρόπο το πόσο πολύ το υποκείμενο αγαπάει το σύμπτωμα του. Το αγαπάει τόσο ώστε μπορεί να το οδηγεί ακόμα και στην ασθένεια. Το αγαπά τόσο πολύ ώστε επιθυμεί την ύπαρξη του ακόμα και αν δυσκολεύει στο έπακρο την καθημερινότητα του!