Το έχω ξαναγράψει: Όλα τα σημαίνοντα ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝ το υποκείμενο απέναντι σε ένα άλλο σημαίνον που δεν το εκπροσωπεί.
Η παραπάνω πρόταση περιγράφει το ποια είναι η δομή της γλώσσας. Πρόκειται για μια δομή που είναι παρούσα, χαρακτηρίζει το ασυνείδητο. Έτσι, ονομάζουμε υποκείμενο εκείνο που αντιπροσωπεύεται από ένα σημαίνον και το οποίο αντιτίθεται σε ένα άλλο σημαίνον που δεν το αντιπροσωπεύει. Αυτό σημαίνει ότι το υποκείμενο υπάρχει μόνο εκπροσωπούμενο. Δηλαδή, στο παρόν υπάρχει μόνο ο αντιπρόσωπος του υποκειμένου που είναι το σημαίνον. Το σημαίνον με το οποίο το υποκείμενο ταυτίζεται. Αυτή η ταυτισιακή εκπροσώπηση όμως, δεν είναι πλήρης. Όταν αρχίζει να σβήνεται αυτή η εκπροσώπηση, όταν το σημαίνον αρχίζει να «χάνει» την σημασία του, το νόημα του, τότε αναδύεται το κενό που ΕΙΝΑΙ – στην ουσία του – το υποκείμενο. Πρόκειται για εκείνη την στιγμή που η ταυτισιακή εκπροσώπηση παύει να ναι ισχυρή.
Από όλα αυτά αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικό είναι, για το είδος του υποκειμένου που ήμαστε, ο τρόπος με τον οποίο κάθε υποκείμενο ταυτίζεται ψυχικά με το τάδε σημαίνον έναντι του δείνα που αντιτίθεται σε αυτό.
Στη βάση αυτή υπάρχουν σημαίνοντα που εμπίπτουν άμεσα στις σωματικές αισθήσεις, είναι απτά σε αυτές (χώροι, τοποθεσίες, τοπία, αγαθά κ.λπ) καθώς και σημαίνοντα που δεν είναι απτά σε αυτές. Αυτά τα δεύτερα σημαίνοντα χαρακτηρίζονται ως αφηρημένα.
Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις αφηρημένες έννοιες με πολύ συγκεκριμένους όρους. Αυτό πετυχαίνεται χρησιμοποιώντας συμπερασματικές δομές και τρόπους σκέψης που στηρίζονται σε δεδομένα που προκύπτουν από τις αισθήσεις και ονομάζεται μεταφορά.
Οι μεταφορές είναι μηχανισμοί γνώσης μέσω των οποίων καταφέρνουμε να κατανοήσουμε και να νιώσουμε, να ταυτιστούμε ψυχικά με αφηρημένες έννοιες και υποκειμενικές εμπειρίες με όρους που σχετίζονται με συγκεκριμένες αισθητηριακές εμπειρίες.
Ως ανθρώπινα όντα όλες μας οι σκέψεις προέρχονται από δεδομένα που προκύπτουν από τις αισθήσεις, τα οποία επεξεργάζονται από το πολύπλοκο νευρικό μας σύστημα μέσω κάποιων μηχανισμών γνώσης. Με άλλα λόγια, οι γνώσεις που αποκτάμε είναι το αποτέλεσμα κάποιας εντελώς φυσικής διαδικασίας που εξαρτάται απολύτως από το σώμα μας. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε και συμπεραίνουμε στον ένα τομέα γνώσης είναι ίδιος με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και λειτουργούμε στον άλλο γνωσιακό τομέα. Έτσι λειτουργούν οι ψυχικές μας ταυτίσεις οι οποίες, εν πολλοίς, χαρακτηρίζουν ασυνείδητα το ποιοι ήμαστε.
Τελικά, η εννοιολογική μεταφορά (conceptual metaphor) είναι ο ψυχικός μηχανισμός που επιτρέπει την πρόσβαση σε μια αφηρημένη έννοια (υποκειμενική εμπειρία) μέσω μιας απτής και συγκεκριμένης (αισθησιοκινητικής εμπειρίας), ενώ η γλώσσα αντανακλά απλώς τη σύλληψη του αφηρημένου μέσω του συγκεκριμένου.
Οπότε έχουμε δύο διακριτούς χώρους, δύο εννοιολογικά πεδία.
Ο πρώτος (Χώρος Προέλευσης), είναι ο χώρος από τον οποίο παίρνουμε τις μεταφορικές εκφράσεις και συνήθως αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο. Ο δεύτερος (Χώρος Προορισμού), είναι ο χώρος που προσπαθούμε να κατανοήσουμε και συνήθως αντιστοιχεί στο αφηρημένο.
Στην συνέχεια θα επικεντρωθώ σε 4 ασυνείδητες μεταφορές οι οποίες χαρακτηρίζουν, κατά την γνώμη μου, την πλειοψηφία των ανθρώπινων υποκειμένων. Αυτές είναι:
ΜΕΤΑΦΟΡΑ 1η: «Καταστάσεις ζωής» ως «τόποθεσίες»
«Η Άννα ΘΑ ΠΑΕΙ θεωρητική κατεύθυνση»
η θεωρητική κατεύθυνση δεν είναι κάποιο μέρος στο οποίο μπορούμε να πάμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
«ΠΗΓΑΙΝΕ στη ευχή του Χριστού και της Παναγίας»
Στο παράδειγμα αυτό εκτός από την μεταφορά που συζητάμε, έχουμε και άλλο σχήμα λόγου για την καλή, όμορφη, ευχάριστη κατάσταση.
« Η Ελλάδα ΘΑ ΒΓΕΙ από την κρίση το 2017»
Στην πρόταση αυτή η κατάσταση της κρίσης παρουσιάζεται σαν κάποια «φυλακή» στην οποίο είναι μέσα η Ελλάδα.
«ΜΠΡΟΣ γκρεμός και ΠΙΣΩ ρέμα».
Έχουμε λοιπόν ΓΚΡΕΜΟΣ= Μια δύσβατη και επικίνδυνη τοποθεσία, ΡΕΜΑ = Μια άλλη επικίνδυνη τοποθεσία. Οπότε, ο μηχανισμός της εννοιολογικής μεταφοράς κάνει χρήση αυτής της γνώσης μας και πραγματοποιεί την συσχέτιση ΓΚΡΕΜΟΣ = Μία δύσκολη κατάσταση, ΡΕΜΑ = Μια άλλη δύσκολη κατάσταση. Επίσης, εδώ ο «εγκλωβισμός» σε δύσκολες καταστάσεις εκφράζεται ως χωρικός εγκλωβισμός ΜΠΡΟΣ = Από μια κατεύθυνση και ΠΙΣΩ = Από μια άλλη κατεύθυνση.
(με κεφαλαία γράμματα έχουν γραφτεί οι ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ)
ΜΕΤΑΦΟΡΑ 2η: ο «ΧΡΟΝΟΣ» είναι «ΧΩΡΟΣ»
Α) ο χρόνος παραμένει στάσιμος, ενώ ο παρατηρητής-εγώ προχωράει. Το παρελθόν βρίσκεται πίσω του, το μέλλον μπροστά του, το σημείο στο οποίο βρίσκεται είναι αυτό που αντιλαμβάνεται ως «τώρα».
«ΠΕΡΑΣΕ τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη φυλακή».
«ΔΙΑΝΥΕΙ τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης της».
«Με το που ΜΠΗΚΕ στα 18, πήγε για δίπλωμα»
«ΠΑΤΗΣΕ τα 50 και έγινε άλλος άνθρωπος»
«ΈΦΤΑΣΕ τα 33».
«ΜΠΗΚΑΜΕ στα Χριστούγεννα»
Β) ο παρατηρητής- εγώ παραμένει σταθερός, ο χρόνος έρχεται προς το μέρος του και τον προσπερνάει. Η φορά κίνησης του χρόνου είναι από το μέλλον προς το παρελθόν, κι έτσι τα πιο μπροστινά του μέρη βρίσκονται σε παλαιότερες εποχές, ενώ τα πίσω αφορούν μελλοντικές καταστάσεις.
«Ήταν ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ η ώρα και έφυγαν».
«Στα χρόνια που ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ η οικονομική τους κατάσταση χειροτέρευε».
«ΠΑΝΕ πολλά χρόνια που έφυγε στο εξωτερικό».
«Τα ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ/ΕΠΟΜΕΝΑ χρόνια...»
«ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ η ώρα»
«ΦΤΑΝΟΥΝ τα Χριστούγεννα»
«ΠΕΡΙΜΕΝΩ με ανυπομονησία το αύριο»
«τα χρόνια ΕΡΧΟΝΤΑΙ και ΠΕΡΝΑΝΕ»
ΜΕΤΑΦΟΡΑ 3η: «ο ΧΡΟΝΟΣ είναι ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΑΓΑΘΟ»
«ΞΟΔΕΨΑ ΠΟΛΥ χρόνο για να του εξηγήσω»
«ΕΧΑΣΑ τον χρόνο μου μαζί σου»
«ΚΕΡΔΙΖΩ χρόνο με αυτόν τον τρόπο, κατάλαβες;»
«Ο χρόνος είναι ΧΡΗΜΑ»
Εν ολίγοις, το επίκεντρο της λειτουργίας του μεταφορικού λόγου δεν τοποθετείται στη γλώσσα, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ένα υποκείμενο νιώθει έναν εννοιολογικό τομέα σε σχέση με κάποιον άλλο. Επομένως νιώθει πολύ διαφορετικά ένα υποκείμενο που ταυτίζει τον «χρόνο» με ένα «πολύτιμο αγαθό» από εκείνο που τον ταυτίζει με τον «χώρο».
ΜΕΤΑΦΟΡΑ 4η: «Η ΑΓΑΠΗ είναι ένα ΤΑΞΙΔΙ»
«Κοίτα ΠΟΣΟ ΜΑΚΡΥΑ φτάσαμε!»
«Πρόκειται για ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΚΟΠΙΑΣΤΙΚΟ ΔΡΟΜΟ»
«Δεν μπορούμε ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΠΙΣΩ τώρα»
«Η σχέση μας ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ»
«Νομίζω ότι πρέπει να ΒΑΔΙΣΟΥΜΕ ΣΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ»
«Η σχέση μας ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ»
«Ο γάμος μας ΕΠΕΣΕ ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ (ή ΝΑΥΑΓΗΣΕ)»
1. υπάρχει κάποια γενική αρχή που να εξηγεί πως αυτές οι εκφράσεις που αναφέρονται σε ταξίδια, χρησιμοποιούνται για να περιγράφουν μια ερωτική σχέση;
2. υπάρχει κάποια γενική αρχή που να εξηγεί πως συμπεραίνουμε ότι εκφράσεις που αναφέρονται σε ταξίδια, χρησιμοποιούνται για να ερμηνεύσουν μια ερωτική σχέση;
Η απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι θετική.
Πρόκειται για μια αρχή που τίθεται σε χρήση για να αντιληφθεί ο χρήστης της γλώσσας το εννοιολογικό πεδίο της αγάπης βάσει του εννοιολογικού πεδίου των ταξιδιών. Η αρχή αυτή μπορεί να αποτυπωθεί ως ένα μεταφορικό σενάριο: το ζευγάρι είναι οι ταξιδιώτες σε ένα κοινό ταξίδι, με τους κοινούς στόχους ζωής ως προορισμούς στους οποίους πρέπει κάποτε να φτάσουν. Η σχέση τους είναι το όχημα, το οποίο τους επιτρέπει να «κυνηγήσουν» τους στόχους τους. Το ταξίδι δεν είναι εύκολο. Υπάρχουν εμπόδια και μέρη (σταυροδρόμια) στα οποία πρέπει να ληφθούν αποφάσεις για το ποιο δρόμο θα ακολουθήσουν και αν θα συνεχίσουν το ταξίδι μαζί.
Συμπερασματικά:
Α) ο μεταφορικός λόγος επιτρέπει στον χρήστη μιας γλώσσας να αντιληφθεί και ταυτιστεί με μια σχετικά αφηρημένη ή μη δομημένη έννοια σε σχέση με μια συγκεκριμένη ή τουλάχιστον πιο στενά δομημένη έννοια.
Β) ως προς τη δομή τους οι μεταφορές είναι συναρτήσεις που διαπερνούν εννοιολογικά πεδία.
Γ) κάθε συνάρτηση είναι ένα αμετάβλητο σύνολο εννοιολογικών συσχετίσεων μεταξύ των στοιχείων στον «τομέα – πηγή» και στον «τομέα – στόχο».
Δ) οι συναρτήσεις των πεδίων δεν διενεργούνται αυθαίρετα από τον χρήστη της γλώσσας, αλλά θεμελιώνονται στην καθημερινή εμπειρία και γνώση που αποκτά ο τελευταίος.
Ε) οι λογοτεχνικές μεταφορές είναι σε ένα μεγάλο ποσοστό επεκτάσεις του καθημερινού συμβατικού συστήματος της μεταφορικής σκέψης ενός ατόμου.
