Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Ζούμε στην Παρακμή: Ο Λόγος της Εκδίκησης

 

Όταν κάνουμε σε κάποιον κακό απαιτούμε από αυτόν να το ξεχάσει και να γυρίσει αμέσως σελίδα αρχίζοντας μια νέα ζωή μ’ αυτά που του αφήσαμε. Τον βρίζουμε μνησίκακο και μικρόψυχο αν μας κρατά φυλαγμένο το κακό που του κάναμε. Όταν κάνουμε το καλό περιμένουμε από τον άλλο να το θυμάται και, αν χρειαστεί, να μας το ανταποδώσει, γιατί νιώθουμε βαθιά ότι μας το χρωστάει. Τον βρίζουμε αχάριστο και αγνώμονα αν το ξεχάσει (ή κάνει πως το ξέχασε).

Ας ακούσουμε για μια φορά τον λόγο της εκδίκησης.

Η εκδίκηση μπορεί να θρέψει έναν άνθρωπο για χρόνια, και στο τέλος να του δώσει μια ασύγκριτη χαρά, μια ανεπανάληπτη ικανοποίηση, μια μακάρια αγαλλίαση. Ακόμα κι αν λαβωθεί ο ίδιος την ώρα που εκδικείται –οι αρτιότερες εκδικήσεις περνάν μέσα από προσωπικές απώλειες, εκδίκηση όπως η Μήδεια. Ακόμα κι αν ο εκδικητής λαβωθεί ο ίδιος την ώρα που εκδικείται, αυτό δεν μειώνει σε τίποτα τον θρίαμβο μιας εκδίκησης. Ακόμα κι αν η αντεκδίκηση είναι παραπάνω από βέβαια, είναι πολλές οι φορές που η εκδίκηση δεν χάνει σε ποιότητα, βαρύτητα και σκληρότητα.

Η μνησικακία στον Nietzsche είναι ταυτόσημη με την αδυνατότητα της εκδίκησης. Είναι επιβλαβής για την υγεία, υπεύθυνη για παθολογική αύξηση επιβλαβών εκκρίσεων, όπως της χολής μέσα στο στομάχι.

Η εκδικητικότητα είναι γι’ αυτόν ένστικτο, πανάρχαιο ένστικτο, από το οποίο θα ήταν ευκταίο να απελευθερωθούμε, να παραιτηθούμε από την τιμωρία που πίσω της κρύβεται η εκδίκηση. Και δεν είναι μόνο η τιμωρία που είναι μια ωραιοποιημένη εκδίκηση, αλλά κι η ίδια η δικαιοσύνη δεν αποτελεί παρά ένα καλά πλεγμένο πέπλο που μέσα του θριαμβεύει και μέσα του διαφεντεύει η εκδίκηση: η ποινή είναι εκδίκηση για τον Nietzsche. Είμαι δίκαιος σημαίνει εκδικήθηκα. (Ich bin gerecht = ich bin gerächt.)

Ας ξαναδιαβάσουμε όμως τον Nietzsche: «Να μην εκδικηθείς; Υπάρχουν τόσοι πολλοί λεπτοί τρόποι εκδίκησης, που κάποιος που έχει την αφορμή να εκδικηθεί, στο βάθος μπορεί να κάνει αυτό που θέλει ή να τα παρατήσει: όλος ο κόσμος μετά από λίγο καιρό θα συμφωνήσει ότι εκδικήθηκε. Το να μην εκδικηθείς εναπόκειται ελάχιστα στη βούλησή σου: και δεν επιτρέπεται να πεις ότι δεν ήθελες, γιατί η περιφρόνηση της εκδίκησης ερμηνεύεται και βιώνεται ως μια υπέροχη, πολύ αισθαντική εκδίκηση. – Από αυτά συνάγεται ότι δεν έχεις να κάνεις τίποτα το περιττό.»

Όταν ο Nietzsche κηρύσσει την απελευθέρωση από το πανάρχαιο ένστικτο-εκδίκηση δεν έχει ακόμα γράψει τη Γενεαλογία, όπου θα αναλύσει σε βάθος ότι η προέλευση της άσχημης συνείδησης βρίσκεται στην εσωτερίκευση των ενστίκτων, και κατά κύριο λόγο στην καταπίεση του ενστίκτου της σκληρότητας που στρέφεται εναντίον του ίδιου του εαυτού. Γιατί κάποια στιγμή ο άνθρωπος έμαθε να ντρέπεται για όλα του τα ένστικτα – και τα σιώπησε. Δεν χρειάζονται μακροσκελή επιχειρήματα για να υποστηρίξουμε ότι εκδίκηση και σκληρότητα είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Εάν επιζητούμε την εκτόνωση του ενστίκτου της σκληρότητας πάνω στον Άλλο, πώς καταδικάζουμε την εκδίκηση; Μια πρώτη απάντηση, ο Nietzsche καταδικάζει μόνο την αδυναμία εκδίκησης. «Μια μικρή εκδίκηση είναι πιο ανθρώπινη από απολύτως καμία εκδίκηση. Και αν η τιμωρία δεν είναι και ένα δικαίωμα και μια τιμή για τον παραβάτη, τότε κι εμένα δεν μ’ αρέσει ούτε η τιμωρία σας. Να θέλεις να εκδικηθείς και να εκδικείσαι: Να έχεις σκέψεις εκδίκησης και να τις εκτελείς, είναι να ψήνεσαι ξαφνικά στον πυρετό αλλά για λίγο· αντίθετα να τρέφεις σκέψεις εκδίκησης χωρίς να έχεις τη δύναμη αλλά και το κουράγιο να τις εκτελέσεις είναι να περιφέρεις μαζί σου μια χρόνια αρρώστια, ένα δηλητηριασμό του σώματος και της ψυχής. Η ηθική, που βλέπει μόνο τις προθέσεις, αξιολογεί τις δύο περιπτώσεις το ίδιο· συνήθως αξιολογεί κανείς την πρώτη περίπτωση ως τη χειρότερη (εξαιτίας των κακών συνεπειών, που πιθανόν να φέρει μαζί της η πράξη της εκδίκησης). Και οι δύο εκτιμήσεις δεν βλέπουν μακριά.» Ο μόνος δρόμος να απαλλαγούμε από τη δίψα για εκδίκηση και τη μνησικακία είναι να ξεδιψάσουμε: Εκδίκηση. Πρότυπο θα γίνουν τα αρπακτικά πουλιά της Γενεαλογίας. «Η μνησικακία του αριστοκρατικού ανθρώπου, όταν του παρουσιάζεται, εκτελείται και εξαντλείται με μια άμεση αντίδραση, και γι’ αυτό το λόγο δεν τον δηλητηριάζει.»

Για τον Max Scheler η εκδίκηση δεν περιέχει ποτέ το φρόνημα του ανθρώπου που αντιδρά επί τόπου. Αντίθετα, βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημπόριας: προϋποθέτει ένα μακρύ σχετικά χρονικό διάστημα μέχρι να εμφανιστεί η κατάλληλη ευκαιρία, όπου μαζί με τη ροπή για άμεση ανταπόδοση καταπιέζονται αισθήματα μίσους και θυμού. «Ετούτα τα γνωρίσματα καθιστούν τη λαχτάρα για εκδίκηση ένα πεδίο τόσο ευνοϊκό για το θέριεμα της μνησικακίας.» Για τον Scheler, επομένως, δεν υπάρχει εκδίκηση πέραν της μνησικακίας. (Ο μνησίκακος άνθρωπος, μτφρ. Κ.Παπαγιώργη, Ίνδικτος, 2002, σ.14-15).

Ο Max Scheler προσπαθεί να αποδείξει – και μάλλον το καταφέρνει – ότι ο ανθρωπισμός συνοδεύεται από το μίσος για τον κόσμο! Αγαπά κανείς, γενικά, την ανθρωπότητα για να μην είναι υποχρεωμένος να αγαπά ξεχωριστά τους ανθρώπους! Αυτό είναι ολόσωστο, όπως επισημαίνει και ο Καμύ στον «Επαναστατημένο Άνθρωπο». Και όπως συμπληρώνει ο ίδιος πάνω σε αυτό «καταλαβαίνουμε καλύτερα τον Σέλλερ όταν βλέπουμε ότι το ουμανιστικό κίνημα εκπροσωπούν κατά την γνώμη του ο Μπένθαμ και ο Ρουσσώ».

 Ο Nietzsche υποτιμά την εκδίκηση ως αντίδραση γιατί εγκωμιάζει τη δράση: την πηγαία εκτόνωση του ενστίκτου της σκληρότητας πάνω στον αδύναμο Άλλο. «Να μπορείς να είσαι εχθρός, –αυτό προϋποθέτει μια ισχυρή φύση. Σε κάθε περίπτωση, είναι ίδιον κάθε ισχυρής φύσης. Το επιθετικό πάθος ανήκει εξίσου απαραίτητα στους ισχυρούς, όσο τα αισθήματα εκδικητικότητας και μνησικακίας στους ανήμπορους.»

Στο σημείο αυτό είναι καλό να θυμάται κανείς ότι…

Στον αγώνα του κατά της εκδίκησης, ο Nietzsche παρεμβάλλει μια δική του σύλληψη του εχθρού: Ο «κακός εχθρός» είναι δημιούργημα των ανήμπορων μνησίκακων. Αντίθετα, ο εχθρός των ισχυρών είναι πάντα αντικείμενο σεβασμού. Πρέπει κανείς να διαλέγει τους εχθρούς του. Να έχεις εχθρούς που να μπορούν να γίνουν αντικείμενο αγάπης και μίσους αλλά όχι αντικείμενο περιφρόνησης: πρέπει κανείς να μπορεί να είναι περήφανος για τους εχθρούς του. Η αγάπη προς τον εχθρό του Nietzsche μοιάζει χριστιανική αλλά δεν είναι. «Ο άνθρωπος της γνώσης πρέπει όχι μόνο να αγαπά τους εχθρούς του αλλά και να μπορεί να μισεί τους φίλους του.» (Αποτινάσσει ο Nietzsche εδώ οποιαδήποτε επίφαση χριστιανικότητας.) «Όσο για μένα, το ’χω πια καλά χωνέψει, πως τον εχθρό θα τον εχθρεύομαι, εν γνώσει πως θα γίνει πάλι φίλος· παρόμοια και στον φίλο, τόσο θα είμαι μόνο πρόθυμος να του παρασταθώ, γνωρίζοντας πως δεν θα μείνει φίλος μου για πάντα.» Είναι τα λόγια ενός μεγάλου Εκδικητή, του μεγαλύτερου ίσως, που πλήρωσε με τη ζωή του την εκδίκησή του, γιατί απέτυχε. Ένας Εκδικητής που ήξερε και μπορούσε να πληρώσει το τίμημα της εκδίκησής του. Απέτυχε όχι μεταξύ των ανθρώπων, αλλά μεταξύ θεών και ανθρώπων, γιατί δεν καλόπιασε τους θεούς και τους έδειξε ότι μπορεί να είναι μεγάλος ήρωας χωρίς αυτούς. Κι εκεί συντρίφτηκε. Ο αγώνας κατά της εκδίκησης του Nietzsche εμπνέεται (συνειδητά ή ασυνείδητα αδιάφορο) από τον μεγάλο Αίαντα. Αυτός είναι ο άνθρωπος της γνώσης.

Αλλά ας επανέλθουμε …

Στο Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο, ο Nietzsche εμβαθύνει στην έννοια της εκδίκησης. Οι λέξεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από τσέπες, γράφει, τσέπες που μέσα τους ρίχνουμε/κρύβουμε πότε το ένα πότε το άλλο, πότε όλα μαζί μεμιάς. Μια τέτοια λέξη/τσέπη είναι κι η εκδίκηση. Δύο ριζικά διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι στο κακό που μας έγινε (δεν) χωράν μέσα στην ίδια λέξη. Με δυο λόγια, η εκδίκηση έχει μπλεγμένες ρίζες. Οι δύο αντεπιθέσεις είναι τόσο διαφορετικές που έχουν δυο ειδοποιούς διαφορές. Τον χρόνο και τον φόβο. Στην πρώτη περίπτωση, αντιδρούμε από φόβο, από φόβο για το επόμενο χτύπημα, και σε αντίδραση χτυπάμε σχεδόν ακαριαία για να ακινητοποιήσουμε την πηγή του πόνου –χτυπάμε μέχρι και για να καταστρέψουμε ακόμα– ακόμα και μια μηχανή εν κινήσει που μας πόνεσε. Δεν έχουμε καμία σκέψη για τον δράστη, μας ενδιαφέρει μόνο ο εαυτός μας, η αυτοσυντήρησή μας: χτυπάμε για να εξακολουθήσουμε να υπάρχουμε. Στη δεύτερη περίπτωση, αντιδρούμε από αφοβία. Όπως δεν μας φοβήθηκε ο άλλος, έτσι δεν τον φοβόμαστε κι εμείς, κι έχουμε ανάγκη να του το δείξουμε ακόμα και ριψοκινδυνεύοντας σημαντικούς κινδύνους. (Έτσι από τη δικαιοσύνη προτίμησαν πολλοί τη μονομαχία, όπου και κινδυνεύεις και δείχνεις καταπρόσωπο στον άλλον ότι δεν τον φοβάσαι.) Την αφοβία τη φέρνει μαζί της η σκέψη του άλλου. Θέλουμε να (του) κάνουμε κακό και ψάχνουμε την κατάλληλη στιγμή και τα αδύνατά του σημεία, πότε ακριβώς θα πονέσει και πότε θα πονέσει πιο πολύ και πιο βαθιά. Για να μετακινηθεί όμως η σκέψη από τον εαυτό σε κίνδυνο στον άλλο χρειάζεται χρόνος. Εδώ δεν έχουμε κανένα βλέμμα σ’ αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει, το βλέπουμε μάλιστα με ψυχρότητα να έρχεται. Μας ενδιαφέρει, μας τρώει και μας πονά, μόνο αυτό που μας έκανε ο άλλος. Η επανόρθωση είναι που παίρνει τη θέση της αυτοσυντήρησης της πρώτης περίπτωσης. Φυσικά οι μεγάλες απώλειες ανθρώπων και αγαθών δεν επανορθώνονται. Όπως και δεν μας προφυλάσσει η επανόρθωση ούτε από τα μελλοντικά κακά που θα έρθουν σε ανταπόδοση. Το μόνο που επανορθώνεται είναι μια παράπλευρη απώλεια, η τιμή μας, σε περίπτωση που εθίγει. Αλλά αποκαθίσταται και η πραγματική σχέση μας με τον φόβο, όλοι ή έστω μόνο ο δράστης μαθαίνει ότι δεν τον φοβόμαστε. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι δύο αντιδράσεις στο κακό που μας έγινε διαφέρουν εσωτερικά ως προς το κίνητρο, κάτι που τις κάνει να μην αξίζουν το κοινό όνομα, εκδίκηση. Συγχέονται όμως πολλές φορές ακόμα και από τον ίδιο τον εκδικητή, που ενώ αντέδρασε για την αυτοσυντήρησή του, στη συνέχεια επεξεργάζεται την εκδίκησή του και την αποδίδει στην επανόρθωση της τιμής του.

Αυτός είναι, συνοπτικά, ο λόγος της εκδίκησης. Ένας λόγος συγκυριακά κυρίαρχος στην Εποχή της Παρακμής που ζούμε.  Τόσο ο Nietzsche όσο και ο Max Scheler είναι δύο φιλόσοφοι που κατέθεσαν την τεκμηριωμένη άποψη τους για τον λόγο της εκδίκησης.

Τα συμπεράσματα δικά σας!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου