Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

Οι «Άλλοι που σφόδρα ταράχτηκαν» απέναντι στους «νέους που τους έλεγαν αλήτες».

 

Και να λοιπόν, που μπροστά μας εμφανίστηκε ο επαναστατημένος πολίτης! Αυτός ο πολίτης που είχε πειθαρχήσει στο «μένουμε σπίτι». Είχε υπομείνει εκείνο το φόβο για την υγεία του και στο όνομα του έδειχνε να έχει αποδεχθεί και ανεχθεί πράγματα που όχι μόνο δεν του αρέσουν αλλά θεωρούσε και απαράδεκτα.

Και ξαφνικά, κάποια «παιδιά λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος και εξουσία η Άνοιξη. Και νωρίς εβγήκανε κατά μπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβία σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες». Πάλι οι νέοι. Ναι, πάλι αυτοί μπροστά για να αποτελέσουν τον στόχο. Για να στοχοποιηθούν. Πάλι οι ίδιοι νέοι που για άλλη μια φορά ακούνε να τους λένε αλήτες. Μια ζωή οι νέοι που απλώνουν την αφοβία σαν σημαία για να προσκαλέσουν την Άνοιξη να μπει στις καρδιές των ανθρώπων. Οι νέοι δεν «έμειναν άλλο στο σπίτι». Βγήκαν έξω σε «δρόμους και σε πλατείες» και αυτό σήμαινε «δεν πειθαρχώ άλλο». Σήμαινε «φτάνει ως εδώ», «το παρακάνετε». 

Και τότε, «τέτοιας λογής αποκοτιά, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφόδρα ταράχτηκαν. Και τρεις φορές με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάννες και τα δόντια του ήλιου. Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν. Και χτυπούσανε όπου να ‘ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση.  Και θερίσανε πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν» πάντα νέους και αλήτες οι οποίοι πονούσαν σε όλο τους το κορμί από τον «πήχη φωτιά κάτω από τα σίδερα, με τις μαύρες κάννες και τα δόντια του ήλιου».

Και τι επέτυχαν τελικά;

Πέτυχαν να βγάλουν έξω από το σπίτι του τον «επαναστατημένο άνθρωπο» του Καμύ:

«Τι είναι ένας επαναστατημένος άνθρωπος; Ένας άνθρωπος που λέει όχι. Αρνιέται αλλά δεν παραιτείται: είναι ακόμα κι αυτός που λέει ναι από την πρώτη του κίνηση. Ένας σκλάβος που σε όλη του την ζωή δέχονταν διαταγές ξαφνικά κρίνει μια νέα εντολή απαράδεκτη. Ποιο είναι το περιεχόμενο αυτού του όχι;

Σημαίνει, λόγου χάρη, «η υπόθεση τραβάει μακριά», «μέχρι εκεί και μη παρέκει», «το παρακάνετε», κι ακόμα «υπάρχει ένα όριο που δε θα ξεπεράσετε». Με λίγα λόγια, αυτό το όχι επιβεβαιώνει την παρουσία ενός ορίου. Ξαναβρίσκουμε την ίδια ιδέα του ορίου στο αίσθημα του επαναστατημένου ότι ο άλλος υπερβάλει, ότι απλώνει τα δικαιώματά του πέρα από τα σύνορα, όπου βρίσκουν αντιμέτωπο ένα άλλο δικαίωμα και περιορίζονται από αυτό. Έτσι το κίνημα εξέγερσης στηρίζεται ταυτόχρονα πάνω στην κατηγορηματική άρνηση μιας παραβίασης που κρίνεται απαράδεκτη και την όχι πολύ ξεκάθαρη βεβαιότητα ενός δικαιώματος ή την εντύπωση του επαναστατημένου ότι «έχει το δικαίωμα να …». Η εξέγερση δεν γίνεται χωρίς το αίσθημα ότι, κάποιος κάπου, έχει δίκιο. Εδώ είναι που ο επαναστατημένος σκλάβος λέει ταυτόχρονα και ναι και όχι. Επιβεβαιώνει ότι εκτός από  το όριο υποψιάζεται πως κάτι υπάρχει που θέλει να το διατηρήσει μέσα από το όριο. Αποδείχνει πεισματάρικα πως υπάρχει μέσα του κάτι που «αξίζει τον κόπο να …» που ζητάει να το προσέξουν. Με κάποιο τρόπο, αντιμετωπίζει την διαταγή που τον καταπιέζει με ένα είδος δικαιώματος να μην καταπιεστεί περισσότερο από όσο μπορεί να ανεχτεί.

Μέχρι τότε σώπαινε αφημένος στην απελπισία της παραδοχής μιας κατάστασης έστω και αν την έκρινε άδικη. Σωπαίνοντας αφήνεις να πιστεύουν πως δεν έχεις ούτε κρίση ούτε επιθυμία για τίποτα και σε μερικές περιπτώσεις πραγματικά δεν επιθυμείς τίποτα. Η απελπισία όπως το παράλογο επιθυμεί και κρίνει τα πάντα γενικά και τίποτε ειδικά. Η σιωπή την  εκφράζει εύγλωττα. Αλλά όταν αρχίζει να μιλάει, ακόμα και αν πει όχι, επιθυμεί και κρίνει. Ο επαναστατημένος με την ετυμολογική έννοια αλλάζει στάση. Ήταν υποτακτικός κάτω από το μαστίγιο του Αφέντη. Ξαφνικά παύει να ναι πειθήνιος. Θέλει να αντιτάξει κάτι που προτιμάει σε κάτι που δεν του αρέσει. Κάθε αξία δεν συνεπάγεται και επανάσταση, αλλά κάθε κίνημα εξέγερσης συνεπάγεται σιωπηλά μια αξία[1]».

  Ξέρετε τι πάθανε οι Άλλοι, εκείνοι που «σφόδρα ταράχτηκαν»; Νόμισαν ότι οι νέοι – αλήτες  δεν έχουν πλέον εντός τους κάτι σταθερό να προασπίσουν. Πίστεψαν ότι οι αξίες απουσιάζουν από αυτούς. Έτσι, όπως επισημαίνει έχοντας απόλυτο δίκιο ο Καμύ, «αν δεν πιστεύουμε σε τίποτα, αν τίποτα δεν έχει έννοια κι αν δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε καμιά αξία, τότε όλα είναι δυνατά και τίποτα δεν έχει σημασία. Χωρίς υπέρ και κατά ο δολοφόνος δεν έχει ούτε δίκιο ούτε άδικο. Η κακία και η αρετή γίνονται σύμπτωση ή καπρίτσιο».

Με αυτήν την πίστη λοιπόν, οι Άλλοι έστειλαν έξω στους δρόμους και στις πλατείες όπου οι νέοι – αλήτες περιφέρονταν άσκοπα «χωρίς να μένουν σπίτι», τους επιδειξιομανείς τους και τους οποίους ονόμασαν «όργανα προστασίας του πολίτη» για να προκαλέσουν το φοβισμένο βλέμμα των νέων – αλητών οδηγώντας τους έτσι στην απόλαυση της υποταγής. Η υποταγή στην Μητέρα, βλέπετε, είναι πρωταρχική απόλαυση του νηπίου και ο φόβος της ύπαρξης του είναι θεμελιώδης ώστε να το οδηγήσει στην απόλαυση της υποταγής του σε κείνην. Η επίδειξη του πτυσσόμενου γκλοπ στον πολίτη παραπέμπει στην επίδειξη του γεννητικού οργάνου του διεστραμμένου επιδειξιομανή προς την γυναίκα. Ο επιδειξιομανής έχει ανάγκη την Γυναίκα ως Άλλη που είναι σε σχέση με τον άνδρα, προκειμένου να αναδείξει την τρύπα σε εκείνη. Η τρύπα είναι η ντροπή της. Αυτή η ντροπή είναι που θα την υποτάξει και θα αναδείξει την απόλαυση της. Έτσι ακριβώς λειτουργεί και το «όργανο» (της προστασίας του πολίτη, πολύ σικ φράση) που είναι το πτυσσόμενο γκλοπ η επίδειξη του οποίου αποβλέπει στον φόβο του πολίτη και ως εκ τούτου στην υποταγή του.

Όμως, απεδείχθη ότι δεν είναι όλοι οι νέοι νήπια! Κάποιοι από αυτούς μεγάλωσαν. Για κάποιους από αυτούς η απόλαυση του φόβου του πτυσσόμενου γκλοπ είναι απαγορευμένη και μετουσιωμένη στην στέρηση ενός ιδανικού, ας πούμε της ελευθερίας τους. Πρόκειται για αυτό ακριβώς που περιγράφει ο Καμύ: «Ο επαναστάτης θέλει να είναι το παν, να ταυτίζεται ολοκληρωτικά με αυτό το αγαθό που συνειδητοποίησε ξαφνικά και που επιθυμεί να αναγνωρίζεται και να γίνεται σεβαστό σαν στοιχείο της προσωπικότητας του, ή να είναι ένα τίποτα, δηλαδή να αποστερηθεί οριστικά την  δύναμη που τον κυριαρχεί. Τέλος αποδέχεται την τελική πτώση που είναι ο θάνατος, αν υποχρεωθεί να στερηθεί αυτό το αποκλειστικό ιερό δικαίωμα που θα ονομάσει π.χ. ελευθερία. Καλύτερα να πεθαίνει όρθιος παρά να ζει γονατιστός».

Πράγματι, η συνάντηση των «οργάνων» με κάποιους τέτοιου είδους νέους – αλήτες ήταν κάτι που δεν το περίμεναν οι Άλλοι που «σφόδρα ταράχτηκαν». Πράγματι, αυτοί οι ευνουχισμένοι νέοι, που στην ψυχανάλυση θα τους ονομάζαμε «νευρωτικούς», αποτελούν και τους εχθρούς των Άλλων που «σφόδρα ταράχτηκαν». Δεν πρόκειται για καμμιά «κατασκευή» από μέρους των τελευταίων. Είναι λάθος η άποψη ότι οι τελευταίοι «κατασκευάζουν» εσωτερικό εχθρό στοχοποιώντας την νεολαία. Πρώτον διότι δεν τους ενδιαφέρει όλη η νεολαία παρά μόνο εκείνη που την απόλαυση της υποταγής την μετουσιώνει σε εξέγερση αφοβίας. Και δεύτερον αυτό το τμήμα της νεολαίας ήταν κάτι που οι Άλλοι που «σφόδρα ταράχτηκαν» ούτε καν πίστευαν ότι υφίσταται, με άλλα λόγια αποτέλεσε το Πραγματικό τους, που πάει να πει την έκπληξη τους και ως εκ τούτου την αμηχανία τους.


[1] Βλ. Albert Camus, Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Copyright: 1951, Editions Gallimard, Copyright: 1971, για την Ελληνική γλώσσα, ένα πραγματικά καταπληκτικό δοκίμιο που είναι τρομερά (με την κυριολεξία της λέξης) επίκαιρο. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου