Στην ερωτική μας σχέση έχουμε την αυταπάτη ότι σχετιζόμαστε με κάποιον άλλο, με κάποια άλλη προσωπικότητα. Νομίζουμε ότι συναντάμε μια προσωπικότητα που με την παρουσία της στην ζωή μας μας «γεμίζει», μας κάνει «καλύτερους».
Στην πραγματικότητα αυτό που συναντάμε είναι το μέσον της απόλαυσης μας. Το υποκείμενο που μας μιλάει έχει ένα σώμα το οποίο είναι εφοδιασμένο με όργανα αναπαραγωγής και εξαιτίας αυτού πάνω του θα τοποθετήσουμε την απόλαυση μας. Την δική μας απόλαυση, τον τρόπο δηλαδή που ικανοποιείται η δική μας ψυχή. Σε αυτή την διαδικασία η απόλαυση του άλλου όχι μόνο μας είναι άγνωστη αλλά μας αφήνει και αδιάφορους.
Σε μια ερωτική λοιπόν σχέση, έχουμε ένα υποκείμενο που έχει επιλέξει το γυναικείο φύλο ανεξαρτήτως από την βιολογία του και ένα υποκείμενο που έχει επιλέξει το ανδρικό με τον ίδιο τρόπο. Πως σχετίζονται λοιπόν τα δύο υποκείμενα; Σύμφωνα με όσα ανάφερα παραπάνω το άλλο φύλο αποτελεί ένα σώμα που μιλά και που πάνω σε αυτό μπορώ εγώ – ως υποκείμενο – να απολαύσω με τον δικό μου μοναδικό τρόπο, να ικανοποιήσω την ψυχή μου με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο. Με άλλα λόγια, το σώμα που μιλάει, το σώμα του Άλλου, αποτελεί τον παρτενέρ – σύμπτωμα μου. Όταν λοιπόν σχετίζονται ερωτικά δύο υποκείμενα τότε το κάθε ένα έρχεται σε επαφή με τον ιδιαίτερο τρόπο απόλαυσης του την οποία και προβάλλει στο σώμα του παρτενέρ του. Το σημαντικό και καθοριστικό σε αυτή την υπόθεση είναι ότι η απόλαυση του Άλλου, ο τρόπος ικανοποίησης της ψυχής του, μας είναι αφενός άγνωστη και αφετέρου δεν θέλουμε να ξέρουμε τίποτε για αυτή, μας είναι αδιάφορη!
Για να εξηγήσουμε λοιπόν την ερωτική σχέση σε συνέπεια με τον όρο «παρτενέρ – σύμπτωμα», πρέπει να προσεγγίσουμε τον τρόπο που απολαμβάνει, που ικανοποιεί την ψυχή του, ένα υποκείμενο που έχει επιλέξει για το Εγώ του το φύλο «άντρας» καθώς και εκείνο που έχει επιλέξει το φύλο «γυναίκα» ανεξάρτητα της βιολογικής του καταβολής.
Ο άνδρας, καταρχήν, απολαμβάνει, ικανοποιείται η ψυχή του, όταν η σύντροφος του ανταποκρίνεται σε ένα υπόδειγμα. Ένα υπόδειγμα πολύ – πολύ συγκεκριμένο και οριοθετημένο. Πρόκειται για ένα υπόδειγμα που απαιτεί την ύπαρξη μιας μικρής, πολύ μικρής, λεπτομέρειας. Μιας λεπτομέρειας που βρίσκεται εκτός του σώματος του και ανήκει στο σώμα του συντρόφου – παρτενέρ του.
«Ερωτεύθηκα το γλυκό της βλέμμα, που στο βάθος του όμως είχε κάτι το σκοτεινό, το πικρό!» εκμυστηρεύτηκε ένας άνδρας αναλυόμενος στον αναλυτή του προκειμένου να απαντήσει στην ερώτηση «τι ερωτεύθηκες στην γυναίκα σου;». Αυτή η λεπτομέρεια, η πολύ συγκεκριμένη, η απολύτως προσδιορίσιμη, αποτελεί το μικρό αντικείμενο – α του συγκεκριμένου αναλυόμενου, που εμπεριέχει όλη την επένδυση της ικανοποίησης της ψυχής του, την απόλαυση του, τοποθετείται από μέρους του στο μάτι της παρτενέρ του, και η οποία αποτελεί την αρχή – αιτία της φαντασίωσης του βάση της οποίας θα ερωτευθεί ο ίδιος την αγαπημένη του. Αυτό το είδος βλέμματος αποτελεί το φετίχ του άνδρα και είναι αυτό το φετίχ που θα τον οδηγήσει στην κατασκευή του σκηνικού της φαντασίωσης του που θα την ονομάσει «έρωτα». Αυτό το βλέμμα δεν έχει καμιά ανάγκη αντικειμενικής ύπαρξης. Μπορεί κανείς άλλος να μην το βλέπει. Μπορεί κάλλιστα να μην αντιλαμβάνεται την ύπαρξη του ούτε καν η παρτενέρ του! Αυτό όμως ουδόλως ενδιαφέρει τον συγκεκριμένο άνδρα. Του αρκεί ότι το βλέπει εκείνος! Είναι, βλέπετε, το δικό του μικρό αντικείμενο – α.
Όταν λέμε «του αρκεί» εννοούμε ότι «του φτάνει» για να την ερωτευθεί. Καταλαβαίνουμε ότι αν λείπει αυτή η συνθήκη – το μικρό αντικείμενο – α του – τότε ο ίδιος δεν μπορεί να καταφέρει το παραμικρό. Αυτή η αντρική απόλαυση που εντοπίζεται στο φετίχ μπορεί να υποστηριχθεί άνετα από την σιωπή. Αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται κανενός είδους λόγος για να γίνει εντοπίσιμη.
Είναι προφανές ότι πραγματοποιείται με απόλυτη καθαρότητα στην ανδρική ομοφυλοφιλία όπου ο παρτενέρ – σύμπτωμα μπορεί να αναγνωρισθεί και να αποπλανηθεί χωρίς λόγια. Το ίδιο πραγματοποιείται επίσης με την πόρνη. Είναι ολοφάνερη η πραγματοποίηση του στον αυνανισμό, στην μαλακία, που έχει για τον άνδρα μια πολύ πιο σημαντική θέση από ότι για την γυναίκα.
Βλέπουμε λοιπόν, ότι για τον άνδρα η απόλαυση έχει πάντα κάτι το περιορισμένο, το περιγεγραμμένο, το εντοπισμένο, το απαριθμήσιμο. Αυτή η απόλαυση επιβάλλεται πάντα από τον άνδρα στον παρτενέρ – σύμπτωμα του. Αυτό το φετίχ, που είναι το μικρό αντικείμενο που εμπεριέχει όλη την λίμπιντο της απόλαυσης του, αποβλακώνει τον άνδρα. Τον καθιστά άξεστο στους τρόπους που το επιβάλλει στον παρτενέρ του. Και μιλώ για βλακεία διότι υποβιβάζει την αγάπη του σε ένα τόσο δα μικρό αντικείμενο. Για σκεφτείτε πόσο ηλίθια είναι η φράση «σε αγαπώ διότι έχεις ένα σκοτάδι στο βλέμμα σου ή ….διότι διαθέτεις ένα διάκενο ανάμεσα στα δύο μπροστινά σου δόντια!»
Από την άλλη, η σιωπή που υποστηρίζει αυτή του την απόλαυση τον καθιστά ηλίθιο και για έναν ακόμα λόγο: τον κάνει να απέχει από την ομιλία. Γεγονός που σημαίνει ότι τον κάνει να απέχει από την αναγνώριση της έλλειψης του. Μια έλλειψη που σηματοδοτεί την ύπαρξη της επιθυμίας. Ο βλάκας, ο άξεστος, δεν αναγνωρίζει ότι ο ίδιος αποτελεί ένα εν ελλείψει ον, αυτός είναι ο «κανονικός» άνδρας, και γίνεται διαφορετικός μόνο στην περίπτωση που έχει αναλυθεί.
Αλλά ας έλθουμε και στην γυναίκα, σε εκείνο το υποκείμενο που επέλεξε το φύλο «γυναίκα».
Για αυτήν η απόλαυση της, αυτό που ικανοποιεί την ψυχή της, είναι ο παρτενέρ της να της μιλάει. Όταν ο σύντροφος – παρτενέρ της μιλάει τότε γίνεται φανερό σε εκείνη ότι κάτι του λείπει, και αυτή η έλλειψη τον κάνει να μιλάει. Μιλώντας της της παραχωρεί την έλλειψη του, δηλαδή την ερωτεύεται. Έρωτας, άλλωστε, είναι να δίνει κανείς εκείνο που δεν έχει! Ο άνδρας μιλώντας της δίνει σε εκείνη την έλλειψη του. Άρα την αγαπάει. Αυτή η αγάπη, ο έρωτας του άνδρα, αποτελεί την απόλαυση της, εκείνο που αφήνει την ψυχή της ικανοποιημένη.
Μπορούμε να καταλάβουμε την γυναικεία απαίτηση για έρωτα, τον κεντρικό ρόλο της αγάπης στην γυναικεία σεξουαλικότητα, αν σκεφτούμε ότι τα έφηβα κορίτσια ασχολούνται πάντα με τον έρωτα. Διηγούνται τα όνειρα τους, τις φαντασιοκοπίες τους και τις ερωτικές φαντασιώσεις τους στον εξεταστή τους ακριβώς στην ίδια αναλογία που τα αγόρια μετρούν τα κορίτσια με τα οποία έχουν πάει. Είναι αλήθεια πλέον ότι το ποσοστό εκείνων που πάνε στο γάμο παρθένες έχει πέσει σε σύγκριση με παλιότερες εποχές, αλλά είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε το γιατί κάνουν έρωτα πριν από τον γάμο. Κάνουν έρωτα από αγάπη και όταν προσπαθούν να διαχωρίσουν την σεξουαλική πράξη από την αγάπη για να κάνουν όπως τα αγόρια, αυτό αποδεικνύεται προβληματικό τόσο για τις ίδιες όσο και για τα αγόρια!
Συνεπώς, για τον παρτενέρ του θηλυκού σώματος που μιλάει υπάρχουν δύο αξιώματα που πρέπει, που οφείλουμε να χουμε κατά νου αν δεν θέλουμε να αποβλακωθούμε. Πρώτον, για να αγαπάμε είναι απαραίτητο να μιλάμε, η αγάπη είναι αδιανόητη χωρίς τον λόγο. Αν μιλάμε για αγάπη τόσο το καλύτερο, αλλά δεν είναι και απαραίτητο εφόσον υπάρχουν γυναίκες που είναι πολύ ικανοποιημένες αν ο σύντροφος τους τις επικρίνει. Αρκεί να μιλάει. Το πραγματικό πρόβλημα από την πλευρά της γυναίκας είναι να εξαναγκάσει τον άνδρα να μιλήσει, αντί να βλέπει τηλεόραση, να διαβάζει εφημερίδα ή να πηγαίνει στο γήπεδο. Οι πιο έξυπνες πηγαίνουν μαζί του στον ποδοσφαιρικό αγώνα και προσποιούνται ότι έχουν τα ίδια συναισθήματα με εκείνον ανάλογα με την έκβαση του αγώνα ή την διακύμανση του σκορ! Συν τοις άλλοις είναι καλύτερο για τον άνδρα να μιλάει, γιατί αν δεν μιλάει αυτός θα μιλάει εκείνη και θα μιλάει για να διεκδικεί το να της μιλάει εκείνος.
Δεύτερο αξίωμα, για να απολαύσεις είναι απαραίτητο να αγαπάς. Αυτή είναι μια αληθινή ανάγκη της θηλυκής πλευράς και θα μπορούσαμε να γράψουμε την ακολουθία: μιλάει, αγαπάει, απολαμβάνει. Η υστερική επιβεβαιώνει ότι από την πλευρά της δεν είναι δυνατή η απόλαυση παρά μονάχα αν υπάρχουν λόγια, και κατά προτίμηση λόγια αγάπης.
Ο άντρας με την σειρά του απολαμβάνει χωρίς λόγια, όπως είπα απολαμβάνει στην σιωπή και χωρίς έρωτα, όμως στο βάθος απολαμβάνει, ικανοποιεί την ψυχή του, κατά ένα μόνο μικρό ποσοστό. Ενώ η απόλαυση της γυναίκας βρίσκεται στον έρωτα και η τάση της ερωτομανίας της, της αγάπης της, είναι προς το άπειρο σε αντίθεση με εκείνη του άνδρα που είναι πάντα περιορισμένη και περιχαρακωμένη στο μικρό αντικείμενο – α του!
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο άνδρας είναι πάντοτε ένα τέρας και η γυναίκα μια ενοχλητική. Κατά βάθος η ενοχλητική ερωτομανής είναι εκείνη που δεν μπορεί να αποφύγει την ερώτηση «μ’ αγαπάς;» διερευνώντας έτσι την αγάπη του άλλου, αφού εκείνη απολαμβάνει διά της αγάπης. Μπορεί ακόμα και να συμβεί ο σύντροφος της να μιλάει άσχημα για εκείνη ή και να την προσβάλλει, όμως αυτό δεν μετράει σημασία έχει να μιλάει για εκείνη.
Συμπερασματικά: Η γυναίκα τείνει να γίνεται το φετίχ στην σχέση του ζεύγους, τείνει να γίνεται το σύμπτωμα του άνδρα παρτενέρ της, νιώθει υποχρεωμένη να καλύπτεται, να μεταμφιέζεται και να τονίζει το προσποιητό της. Την ίδια στιγμή που η ίδια καθιστά τον σύντροφο της ένα εν ελλείψει υποκείμενο που ως τέτοιο την αγαπά απεριόριστα και που μόλις και μετά βίας ο ίδιος μπορεί να καλύψει το απεριόριστο του έρωτα που έχει ανάγκη για να απολαύσει η ίδια.
Όπως είναι γνωστό, το μυστικό του γυναικείου μαζοχισμού είναι η ερωτομανία. Εκείνο που μετράει δεν είναι το γεγονός ότι εκείνος την χτυπάει. Εκείνο που μετράει είναι ότι εκείνη είναι το αντικείμενο του, η παρτενέρ – σύμπτωμα του, και αν αυτό την καταστρέφει, την λεηλατεί, την αρπάζει και την σηκώνει, ακόμη καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου