Πόσο διαφορετικό καθεστώς λοιπόν, πόσο διαφορετική είναι η «ατμόσφαιρα» ενός δωματίου της εντατικής ενός νοσοκομείου από εκείνο το δωμάτιο όπου η ψυχανάλυση δεσπόζει!
Η Επιθυμία του «ειδικού» είναι κυρίαρχη. Δεσπόζει πάνω από τα κεφάλια των ασθενών. Η εξουσία στην «ειδικότητα» είναι κυρίαρχη. Τώρα σκέφτομαι, σε αυτό το δωμάτιο δεν μπορείς να χεις κάποια θέση παρά στην εξουσιαστική δομή της αλυσίδας: «Είσαι κάτω από αυτόν και πάνω από τον άλλον». Η Επιθυμία που δεσπόζει είναι εκείνη της διοίκησης. Ούτε καν των «ειδικών». Όλοι «κάνουν την δουλειά τους». Δηλαδή, πραγματοποιούν την επιθυμία του Άλλου (της Διοίκησης). Προσέξτε την επιθυμία της Διοίκησης: Έχεις το καλώδιο με το οξυγόνο στα ρουθούνια σου, παράλληλα έχεις την μάσκα με τις εισπνοές και είσαι υποχρεωμένος να φοράς και την μάσκα για covid – 19. Η επιθυμία του ασθενούς … αυτή έχει πάει περίπατο να πάρει τον αέρα της.
Και τώρα έχουμε και την επιθυμία του «ειδικού». Του υποκειμένου που είναι ο «ειδικός». Αυτός είτε είναι ταυτισμένος μεν την επιθυμία της Διοίκησης οπότε έχει την εμφάνιση ενός κορδωμένου χαρτογιακά ατενίζοντας με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας ενώ, κατά κανόνα, κουφαίνεται κατά την διάρκεια της βάρδιας του είτε …. γαμωσταυρίζει! «Δεν έχω ζωή…» δηλώνει η γιατρίνα – επιμελήτρια «…από χθες εφημερία, σήμερα στις 3:00 το απόγευμα δίνω μάθημα, αδιάβαστη, μετά πάλι εδώ, είμαι 31 χρονών και δεν έχω ζήσει τίποτε!».
Το ομολογεί λοιπόν: ο «ειδικός» δεν ζει! Ποιος ζει στην θέση του; Μα ο Άλλος της Διοίκησης – του Συστήματος. Και ξέρετε ότι ο Άλλος της Διοίκησης δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε τόσο για την επιθυμία του «ειδικού» όσο και για την επιθυμία του ασθενή.
Και από empaphy πως πάμε; Ο Άλλος της Διοίκησης δεν χαρακτηρίζεται, ούτε τόσο δα, ούτε στο ελάχιστο βρε αδελφέ, από συνδιαίσθηση (empathy);
Κοιτάξτε, την empathy, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορούμε να την ονομάσουμε «κατανόηση». Βεβαίως, η ψυχολογία του Εγώ – και πιο συγκεκριμένα ο Κόχουτ – θέλει να το ανάγει σε πιο βαθυστόχαστη έννοια: συνδιαίσθηση! Σας παραθέτω τον ορισμό, πιο κάτω, προκειμένου να χετε μια εικόνα.
Ότι πάντως και αν επιθυμεί ο Κόχουτ μόνο για κατανόηση μπορούμε – και πάλι πολύ προσεχτικά – να μιλήσουμε. Πολύ προσεκτικά διότι ο αναλυτής ερμηνεύει. Κατανοεί μεν αλλά η θέση του δεν είναι εκείνη της επιδοκιμασίας. Στην πραγματικότητα είναι μια θέση επιδοκιμασίας αλλά υπό αναστολή. Ο λόγος είναι απλός, επειδή ο αναλυτής δεν γνωρίζει τι σημαίνει ο λόγος του αναλυόμενου. Έτσι, τον ερμηνεύει. Το λάθος στην κατανόηση είναι επίκαιρο λοιπόν. Κοιτάξτε για παράδειγμα μια περίπτωση όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Κόχουτ. Αναφέρεται σε έναν ασθενή που ένιωσε σε μεγάλο βαθμό να τον συναισθάνεται και να τον κατανοεί. Πρόκειται για έναν ασθενή που πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας μόνος, παραμελημένος από τους γονείς του οι οποίοι συχνά έφευγαν μακριά. Μια ανάμνηση επανερχόταν συνέχεια στον αναλυόμενο, εκείνη που το αγόρι ήταν σε ένα δωμάτιο στο κρεβάτι του και η μητέρα του το αποχαιρετούσε φεύγοντας για έναν χορό μεταμφιεσμένων. Ήταν μεταμφιεσμένη σε Μαντάμ ντε Πομπαντούρ και πλησίαζε να τον φιλήσει πριν φύγει. Γράφει ο Κόχουτ «…ένιωθα να πλημμυρίζω από συμπόνια κάθε φορά που αναδυόταν αυτή η ανάμνηση έτσι κάποια στιγμή μοιράσθηκα με τον ασθενή μου τα συναισθήματα μου με την πεποίθηση ότι χρειαζόταν αυτή την άμεση έκφραση συναισθηματικής κατανόησης από μέρους μου προκειμένου να κάνει ένα βήμα μπρος και να υπερκεράσει ένα αίσθημα εγκατάλειψης που ερχόταν από παλιά». Πράγματι, με ειλικρίνεια ο Κόχουτ ξεδιπλώνει τον εαυτό του ως ένα συμπονετικό αντικείμενο εαυτού για τον ασθενή ο οποίος όμως γνωρίζει ότι η ερμηνεία του Κόχουτ ήταν άσχετη με την σημασία της ανάμνησης για τον ασθενή! Με άλλα λόγια, ο Κόχουτ συμπονούσε κάποιον που όχι μόνο δεν χρειάζονταν καμιά συμπόνια αλλά, αντίθετα, η ανάμνηση ήταν μια πολύ θελκτική συγκίνηση για τον ασθενή αφού αφορούσε μια περίοδο που οι γονείς του ήταν ακόμα νέοι και απολάμβαναν ο ένας τον άλλο μέσω των διάφορων κοινωνικών εκδηλώσεων!
Ο Κόχουτ συνεχίζει: «…ποτέ δεν κατανόησα την αληθινή φύση των γονεϊκών μορφών. Ο πατέρας, ντυμένος ως ιππότης, αποδείχτηκε ότι ήταν μια πολύ πιο σημαντική πτυχή της ανάμνησης από ότι είχα ποτέ υποπτευθεί». Μέσα από αυτό ο Κόχουτ μας δίνει ένα καταπληκτικό παράδειγμα του πως η συνδιαισθησία (empathy) κατά την διάρκεια της ψυχανάλυσης μπορεί να αποτελέσει την πιο παραπλανητική στάση.
1. Η ανάμνηση σήμαινε ακριβώς το αντίθετο από ότι ο Κόχουτ είχε υποθέσει.
2. Ο Κόχουτ ερμηνεύοντας την ανάμνηση ως αποχωρισμό από την μητέρα έχασε το κεντρικό ζητούμενο: η κεντρική φιγούρα δεν ήταν η Μαντάμ ντε Πομπαντούρ. Ήταν ο πατέρας, ως αρματωμένος ιππότης, που αποτελούσε τον νόμιμο κάτοχο αυτής της όμορφης μητέρας. Ως κάτοχος την παίρνει και εκείνη του δίνεται θέλοντας τον περισσότερο από το αγόρι της μια ακόμα είναι νέα και όμορφη Γυναίκα.
Προφανώς τέτοια περιστατικά οδήγησαν τον αναλυόμενο να πάψει να αποτελεί το επιθυμητό αντικείμενο για την μητέρα και άρα στον ευνουχισμό του στρεφόμενος προς τον πατέρα. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ο ευνουχισμένος γιος με γλύκα αναπολεί την στιγμή η οποία είναι πολύ θελκτική για εκείνον πια και όχι με την θλίψη της απειλής της εγκατάλειψης που χρειάζεται παρηγοριά και συμπόνια σύμφωνα με τον παρερμηνεύοντα Κόχουτ.
Η κατανόηση λοιπόν, είναι συνήθως αποτυχημένη ακόμα και όταν προσφέρεσαι ως ο κατανοών. Πολλώ δε μάλλον όταν δεν είναι καν στις προθέσεις σου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Διοίκησης της εντατικής.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου