Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Τελικά, ο φαρισαϊσμός περισσεύει … στην Δύση, δεν νομίζετε;

 

Υποκρισία είναι όταν λέω ένα πράγμα αλλά κατά βάθος πιστεύω κάτι άλλο, όταν φανερώνω ένα πρόσωπο αλλά κατά βάθος είμαι κάποιος άλλος. Η υποκρισία, με άλλα λόγια, είναι το αντίθετο της γνησιότητας και της ειλικρίνειας.

Η ψευτοηθικολογία και ο φαρισαϊσμός είναι χειρότεροι από την υποκρισία: διότι αν ως υποκρισία νοείται η αδυναμία να ζήσουμε σύμφωνα με τα δηλωμένα ηθικά ιδεώδη μας, οι περισσότεροι είμαστε υποκριτές, ευτυχώς δηλαδή!

Μια κοινωνία όπου όλοι θα τηρούσαν απαρέγκλιτα τις ηθικές αρχές τους θα ήταν μη ανεκτική, ανεξαρτήτως από το εάν αυτές οι αρχές συνέπιπταν μεταξύ τους ή όχι. Πέρα από το γεγονός ότι κανένα πλέγμα ηθικών αξιών δεν δύναται να είναι αρκετά σφιχτό ώστε να πιάσει όλες τις άπειρα ποικίλες αναγκαιότητες της ζωής, ένα άτομο χωρίς καμία ηθική αδυναμία, μολονότι ενδεχομένως αξιοθαύμαστο σε θεωρητικό επίπεδο, θα ήταν άβολο, ακόμη και τρομακτικό εκ του σύνεγγυς. Είναι καλό να μην είσαι ψεύτης· αλλά το να μη λες ποτέ ψέματα σημαίνει ότι είσαι ακοινώνητο ον, με τόσο συναίσθημα όσο ένα ρομπότ.

Η δόση της υποκρισίας που είναι αναγκαία για να διατηρηθεί η κοινωνική συναναστροφή είναι θέμα κρίσεως, διότι ενώ πολλές μεμονωμένες περιπτώσεις υποκρισίας είναι κατακριτέες και γίνονται δικαίως στόχος δυσμενούς σχολιασμού, και κάποιες μάλιστα είναι απαράδεκτες, η υποκρισία είναι εξίσου απαραίτητη για την ανθρώπινη ύπαρξη όσο ο έρωτας ή το γέλιο. Δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε τη ρήση του Λα Ροσφουκώ ότι «η υποκρισία είναι τα λύτρα που πληρώνει η αμαρτία στην αρετή»: όμως τουλάχιστον εκείνος ξέρει ότι υφίσταται διαφορά. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να εξαλείψουμε πλήρως την υποκρισία από τις ανθρώπινες σχέσεις είναι να μην έχουμε καθόλου ηθικά μέτρα.

Η ψευδοηθικολογία είναι πιο καταστροφική από την υποκρισία, τόσο γιατί αποκαλύπτεται πιο δύσκολα όσο και γιατί ο φαρισαϊστής κοροϊδεύει και τον εαυτό του μαζί με τους άλλους, ενώ ο απλός υποκριτής διατηρεί μια κάποια επίγνωση· είναι κατεργάρης, όχι κακός!

Ψευδοηθικολογία είναι η γεμάτη ζήλο δημόσια έκφραση ανησυχίας για τους άλλους ή θυμού απέναντι σε μια άποψη η οποία αμφισβητεί μια «ηθική ορθοδοξία» την οποία ούτε νιώθει ούτε μπορεί κανείς να νιώσει γνήσια, με τον ζήλο να αποτελεί ασπίδα για την ανειλικρίνεια και την έλλειψη πίστης στην ορθόδοξη άποψη. Η ψευδοηθικολογία είναι μεταδοτική και, όταν είναι ευρέως διαδεδομένη, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα όπου οι άνθρωποι φοβούνται να την πουν με το όνομά της. Η επιχειρηματολογία πηγαίνει από μόνη της, κι όταν συμβαίνει αυτό, προκύπτουν γελοίες, κακές, ακόμη και κακοήθεις πολιτικές.

Η άποψη μου είναι ότι η θέση της Δύσης απέναντι στον πόλεμο της Ουκρανίας είναι φαρισαϊκή - ψευδοηθικολογική.

Οι κινήσεις του NATO ώθησαν την ένταση ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία «στα άκρα», δήλωσε σήμερα ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας Τσάο Λιζιάν[1]. Και η αλήθεια είναι ότι έχει πολύ δίκιο:

Η πλευρά της Δύσης, η πλευρά των ΗΠΑ και των χωρών του ΝΑΤΟ δηλαδή, δεν είναι αθώα του αίματος του πολέμου. Οι δυτικοί παραβιάζουν εδώ και χρόνια την υπόσχεση που έδωσαν στη Ρωσία το 1991, όταν κατέρρευσε η ΕΣΣΔ. Σύμφωνα με την υπόσχεση αυτή, το ΝΑΤΟ δεν θα περνούσε τα σύνορα του Έλβα στην Πολωνία και δεν θα προχωρούσε απειλητικά στη γειτονιά των Ρώσων.

Μια απλή ματιά στον χάρτη των χωρών που ανήκουν στο ΝΑΤΟ πριν και μετά το 1991 δείχνει την επεκτατική και συγχρόνως απειλητική για τη Ρωσία πολιτική της Δύσης.

Η προοπτική ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ δεν ήταν παρά η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Η μεγαλύτερη ευθύνη των ΗΠΑ όμως, γι’ αυτόν τον πόλεμο, είναι ότι αντί να προσπαθήσουν από το 1991 μέχρι σήμερα να ενσωματώσουν τη Ρωσία σε μια ειρηνική συμμαχία, εκείνο που προσπάθησαν ήταν να την απομονώσουν από την υπόλοιπη Δύση, πολιορκώντας την μέσω του ΝΑΤΟικού εξοπλισμού.

Αν λοιπόν η Ρωσία είναι ο εκτελεστικός βραχίονας αυτού του πολέμου, οι ΗΠΑ και η ΝΑΤΟική συμμαχία είναι υπεύθυνες γιατί τον προκάλεσαν.

Θα με ρωτήσει κανείς: Γιατί αυτός ο φαρισαϊσμός εκ μέρους των ΗΠΑ; Ποιο αληθινό συμφέρον κρύβεται πίσω από την τάχα μου – τάχα μου «υπεράσπιση» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ψευδοηθικολόγική φιλολογία των ΗΠΑ περί «άδικου» (λες και υπάρχει «δίκαιος»!!!) πολέμου.

Ιδού λοιπόν:

Η ισχύς ενός κράτους έγκειται στην ικανότητά του να εξασφαλίζει, κυρίως μέσω της πειθούς, την εσωτερική ενότητα, την εσωτερική συνοχή και τη δημόσια τάξη της κοινωνίας την οποία διοικεί. Μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία (και διευρυνόμενη αναπαραγωγή) των παραγωγικών σχέσεων. Ο βαθμός δημόσιας τάξης που επικράτησε στις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης από τον Μεσοπόλεμο αποτέλεσε εκπληκτικό ιστορικό γεγονός.

Πράγματι μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα κανένα κράτος δεν ήταν σε θέση να διεξάγει ακριβή απογραφή. Πριν από αυτήν ήταν ουσιαστικά αδύνατον για το κράτος να έχει ένα σύστημα που θα μπορούσε να γνωρίζει την ακριβή θέση των εδαφικών συνόρων της εθνικής του κυριαρχίας. Αυτή η τάση για αύξηση της ακρίβειας, της γνώσης, των τεχνικών ικανοτήτων άρχισε τότε και συνεχίστηκε αδιάρρηκτα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Παράλληλα το κράτος πέτυχε μια αυξημένη συνοχή στο εσωτερικό του μετατρέποντας τους υπηκόους τους σε πολίτες. Αυτή η συνοχή έγκειται στην εθελοντική αφοσίωση και υποταγή των απλών ανθρώπων στις κυβερνήσεις τους. Οι πόλεμοι που βασίσθηκαν στο σύστημα της υποχρεωτικής στράτευσης θα ήταν αδύνατον να διεξαχθούν χωρίς αυτήν. Αν και υπήρχε το σύστημα της υποχρεωτικής στράτευσης, τα κράτη κατάφεραν να απευθυνθούν σε όλους τους πολίτες τους και να τους πείσουν ότι εάν ταυτίζονταν με το κοινωνικό σύνολο τότε θα έπρεπε να είναι έτοιμοι για την υπέρτατη πράξη παράδοσης της ελευθερίας και της ζωής τους. Η έννοια του "πατριωτισμού" είτε στην αμερικανική εκδοχή της είτε στην δυτικοευρωπαϊκή συνέβαλλε τα μέγιστα στην επίτευξη του παραπάνω αποτελέσματος. Έτσι, μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί η δύναμη της πειθούς συγκαταλέγεται ως ένας από τους βασικότερους παράγοντες που καθορίζουν τον δείκτη της ισχύος ενός κράτους. Όσο πιο μεγάλη είναι αυτή η δύναμη τόσο μεγαλύτερη η συνοχή άρα τόσο μεγαλύτερη είναι και η ισχύς του κράτους.

Η τάση αυτή, όμως, φαίνεται να σταματά στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Το κρισιακό κλίμα στο οποίο βρέθηκαν τόσο η Δυτική Ευρώπη όσο και οι ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ευνόησε στο να ηγεμονεύσει ως μόνη εναλλακτική λύση απέναντι στο κεϋνσιανό κράτος των δεκαετιών της λεγόμενης "χρυσής εποχής" του καπιταλισμού, ο νεοφιλελευθερισμός που προπαγάνδιζαν οι πιστοί στην απεριόριστη και άνευ φραγμών "ελεύθερη αγορά". Ο ιδεολογικός ζήλος των υπέρμαχων του "ελευθεριακού ατομικισμού" ενισχύθηκε από την προφανή αδυναμία και αποτυχία της συμβατικής οικονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα μετά από το 1973. Το βραβείο Νόμπελ για τις οικονομικές επιστήμες που μόλις είχε θεσπιστεί (1969) στήριξε, μετά το 1974, την Νεοφιλελεύθερη τάση με την απονομή του στον Friedrich Von Hayek το 1974 και δύο χρόνια αργότερα, στον Milton Friedman εξίσου μαχητικό υπερασπιστή του οικονομικού ακραίου φιλελευθερισμού. Το μοντέλο της δημοκρατίας που περιέγραψαν -- η "Θεσμοθετημένη Δημοκρατία" -- στηρίχθηκε στο δόγμα του ελευθεριακού ατομισμού. Ένα δόγμα το οποίο, όπως παραδέχεται ο Hobsbawm "δεν μπορεί να αποτελέσει κατάλληλη βάση για την πολιτική ισχύος διότι αντιτίθεται θεμελιακά στην συλλογική πολιτική. Ο κόσμος μπορεί να κινητοποιηθεί στη βάση του εθνικισμού, του πατριωτισμού ή άλλων συλλογικών πεδίων. Αλλά αν υποστηρίξουμε ότι τα συμφέροντα των ατόμων υπερέχουν, τότε είναι δύσκολο να τα πείσουμε να υποτάξουν ακόμη και εν μέρει τα συμφέροντά τους αυτά στα συμφέροντα άλλων. Η λογική του ελευθεριακού ατομικισμού είναι απολύτως συμβατή με την ελεύθερη αγορά, αλλά δεν θεωρώ ότι συνάδει με τις απαιτήσεις της διεθνούς πολιτικής. Δεν πιστεύω ότι η αμερικανική πολιτική μπορεί να καθορίζεται ή να κυριαρχείται από αυτό το ιδανικό. Ο μόνος τρόπος που μια τέτοια έκκληση θα μπορούσε να λειτουργήσει, ήταν αυτός που χρησιμοποίησε η Αμερική στον Ψυχρό Πόλεμο, όταν η κυβέρνηση έδωσε στον λαό το ακόλουθο μήνυμα: το πιστεύω μας στον ατομικισμό και τον φιλελευθερισμό απειλείται από εξωτερική δύναμη και επομένως πρέπει να αυτό-αμυνθούμε. Δεδομένου ότι αποτέλεσε επιτυχημένη πολιτική, δεν αποκλείεται οι ΗΠΑ να αποπειραθούν να την ξαναχρησιμοποιήσουν! ". Και συμπληρώνει "...Η επικρατούσα θεωρία στις ΗΠΑ, ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα εκτός από του να ζητήσεις από τους στρατιώτες να πάνε να σκοτωθούν, είναι εντελώς συμβατή με την πεποίθηση πως τα ατομικά δικαιώματα υπερισχύουν των πάντων! ".

Στα τέλη του 20ου αιώνα τόσο η "νομιμοφροσύνη" όσο και ο "εθνικός πατριωτισμός" σε συνδυασμό με την έννοια της κοινωνικής "ευημερίας" έχουν πια διαβρωθεί. Αντίθετα, "παραδοσιακοί πολιτισμοί" ενισχύονται και είναι παρόντες και κραταιοί στις εκδηλώσεις των αμερικάνων πολιτών.

Η αντίληψη που καλλιεργήθηκε σε όλη την δεκαετία του 1990 ότι οι χερσαίες επιθέσεις δεν νομιμοποιούνταν αν προηγουμένως δεν εξασφαλίζονταν οι "μηδενικές απώλειες" σε έμψυχο υλικό -- γεγονός που αποτέλεσε την βάση για την μη-χερσαία επίθεση των ΗΠΑ στην Γιουγκοσλαβία-- αποτελεί απόδειξη αυτού που ο Hobsbawm υποστήριξε στο απόσπασμα που παράθεσα προηγουμένως: με την επικράτηση του ατομισμού μπορείς να κάνεις τα πάντα εκτός από του να ζητήσεις από τους στρατιώτες σου να πάνε να σκοτωθούν. Για να προσθέσει στην συνέχεια: "...Μπορείς να βομβαρδίζεις αλλά να μάχεσαι δεν μπορείς. Σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως ο βομβαρδισμός να μην είναι επαρκής".

Ειδικά για το αμερικάνικο κράτος πρέπει να μην ξεχνάμε ότι τα κριτήρια που προέκυψαν από τις συζητήσεις των θεωρητικών του 19ου αιώνα όπως, εθνικότητα, κοινή γλώσσα, θρησκεία, κοινό ιστορικό παρελθόν, bloodlines και τα οποία μεταγενέστερα οδήγησαν στην οικοδόμηση των εθνών – κρατών στην Ευρώπη, πολύ δύσκολα μπορούμε να τα εντοπίσουμε στο "επαναστατικό αμερικάνικο έθνος". Τα ευρωπαϊκά έθνη – κράτη αναπτύχθηκαν σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια. Σαφώς και δεν ισχύει το ίδιο για τις ΗΠΑ. Ο λόγος είναι ότι το κράτος- έθνος των ΗΠΑ προσιδιάζει, σε ότι αφορά την ανάπτυξη του, στον αρχικό ορισμό του κράτους-έθνους: "...Η επαναστατική αντίληψη του έθνους όπως συντάχθηκε από την ηθελημένη πολιτική επιλογή των δυνητικών πολιτών του, διατηρείται ακόμη, φυσικά με μια γνήσια μορφή στις ΗΠΑ - αμερικάνοι είναι εκείνοι που το επιθυμούν!".

 Πράγματι, η γλώσσα, η θρησκεία και η κουλτούρα δεν τέθηκαν καν ως ζήτημα στους αγώνες για την εθνική απελευθέρωση - αν μη τι άλλο επειδή δεν αποτελούσαν διαφοροποιητικά στοιχεία μεταξύ των αποίκων και την αυτοκρατορική μητρόπολη. Αλλά ακόμα και αρκετά αργότερα όταν οι ΗΠΑ αποτέλεσαν πόλο έλξης μεγάλου αριθμού μεταναστών και προσφύγων από τη νότια και ανατολική Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, την Ασία, από μια χρονική στιγμή και μετά "η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν απαιτούσε από τους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών που κατάγονταν από μετανάστες κανένα γλωσσικό ή άλλου είδους συμβιβασμό προς την εθνικότητά τους, αλλά, παρόλα αυτά, κάθε δημοκράτης αστός πολιτικός γνώριζε πολύ καλά ότι θα ανταμειβόταν αν απευθυνόταν στους Ιρλανδούς ως Ιρλανδούς και στους Πολωνούς ως Πολωνούς".

Ο διαφορετικός τρόπος ανάπτυξης του κράτους – έθνους των ΗΠΑ είχε και έχει ως βασική συνέπεια την διατάραξη της εσωτερικής του συνοχή όταν ο «ορατός» εξωτερικός εχθρός εκλείπει.

Λοιπόν, η κατάρρευση του διεθνούς αντίπαλου δέους -- του Συμφώνου της Βαρσοβίας – στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αφαίρεσε από την άρχουσα τάξη των ΗΠΑ έναν "φανερό εχθρό", η παρουσία του οποίου λειτουργούσε υπέρ της εξασφάλισης της "ενότητας" και της "συσπείρωσης" του λαού - έθνους των ΗΠΑ.

Η επινόηση της «τρομοκρατίας» ως τέτοιου δεν αποδείχτηκε ούτε αρκετά ικανοποιητική (αφού δεν είναι «εμφανής» στον χάρτη ώστε να μπορεί να διδάσκεται στα σχολεία!) ούτε και αρκετά «διαρκής» (όπως ήταν, ας πούμε, η ΕΣΣΔ!).

Βέβαια, όπως επισημαίνει και ο εφευρέτης του Ψυχρού Πολέμου, Σάμιουελ Π. Χάντιγκτον, η Ρωσία του Πούτιν διαφέρει σε σχέση με την ΕΣΣΔ ως προς το γεγονός ότι η δεύτερη ήταν μια δύναμη με «παγκόσμια συμφέροντα» ενώ η πρώτη είναι (δυστυχώς για τις ΗΠΑ!) μια δύναμη με περιφερειακά συμφέροντα. Τι να κάνουμε όμως; Ευτυχώς υπάρχει και η Κίνα. Μαζί με την Ρωσία, αθροιστικά, ίσως οι ΗΠΑ μπορέσουν να «κατασκευάσουν» εκείνο τον εξωτερικό εχθρό με «παγκόσμια» συμφέροντα, που τόσο έχει ανάγκη η εσωτερική «ενότητα», «συσπείρωση» και «συνοχή» το κράτος – έθνος τους. Ταυτόχρονα, ίσως με αυτόν τον τρόπο μπορέσουν επιτέλους να δικαιολογήσουν στους ίδιους τους πολίτες τους τα 100 δολάρια που κοστίζει, μηνιαίως, στο πορτοφόλι τους η συνέχιση ύπαρξης του ΝΑΤΟ η οποία, τόσα χρόνια μετά την πτώση του τοίχους του Βερολίνου, παραμένει αδικαιολόγητη.

Τελικά, ο φαρισαϊσμός περισσεύει … στην Δύση, δεν νομίζετε;


[1] Βλ. «Πόλεμος στην Ουκρανία: Το Πεκίνο κατηγορεί το NATO ότι ώθησε την ένταση «στα άκρα» https://www.tanea.gr/2022/03/09/world/polemos-stin-oukrania-to-pekino-katigorei-to-nato-oti-othise-tin-entasi-sta-akra/

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου