Γνωρίζουμε ότι τόσο στο βρέφος όσο και στα μεγαλύτερα παιδιά, η αγάπη από την πλευρά του γονέα είναι συνώνυμη με την παροχή ευχαρίστησης. Το παιδί αισθάνεται ότι το αγαπούν τότε μόνο όταν ο άλλος υπακούει τις «εντολές του» και ικανοποιεί τις επιθυμίες του, ή τουλάχιστον όταν αποφεύγει να παρεμποδίσει την ικανοποίησή τους. Οποιαδήποτε αντίθετη συμπεριφορά από την πλευρά εκείνου στον οποίο το παιδί απευθύνει το αίτημα του, ερμηνεύεται από το τελευταίο ως ένδειξη ανεπαρκούς αγάπης, ή ακόμη και εχθρότητας, και αποτελεί τη βάση για εκείνο το χρόνιο αίσθημα μειονεκτικότητας που θα το κατατρέχει στα επόμενα χρόνια.
Επίσης πρέπει να μας είναι σαφές ότι η ανάγκη είναι ένα καθαρά βιολογικό ΕΝΣΤΙΚΤΟ, μια όρεξη που εμφανίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ζωικού οργανισμού και η οποία υποχωρεί τελείως (έστω και προσωρινά), όταν ικανοποιείται. Το ανθρώπινο υποκείμενο, το οποίο γεννιέται σε μια κατάσταση ανημπόριας, είναι ανίκανο να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, και έτσι εξαρτάται από τη βοήθεια του Άλλου για να τις ικανοποιήσει. Για να λάβει τη βοήθεια του Άλλου, το βρέφος πρέπει να εκφράσει τις ανάγκες του φωνητικά· η ανάγκη πρέπει να αρθρωθεί σε αίτημα. Τα πρωταρχικά του βρέφους μπορεί να μην είναι παρά άναρθρες κραυγές, αλλά χρησιμεύουν στο να κάνουν τον Άλλο να φροντίσει τις ανάγκες του βρέφους. Παρόλα αυτά η παρουσία του Άλλου γρήγορα αποκτά σημασία καθεαυτή, σημασία που υπερβαίνει την ικανοποίηση της ανάγκης, αφού η παρουσία αυτή συμβολίζει την αγάπη του Άλλου. Έτσι το αίτημα αποκτά γρήγορα διττή σημασία, λειτουργώντας τόσο ως άρθρωση της ανάγκης όσο και ως αίτημα για αγάπη. Εντούτοις, ενώ ο Άλλος είναι δυνατόν να προσφέρει τα αντικείμενα που απαιτεί το υποκείμενο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, δεν είναι σε θέση να προσφέρει την απεριόριστη αγάπη για την οποία διψά το υποκείμενο. Έτσι, ακόμα και μετά την ικανοποίηση των αναγκών που έχουν αρθρωθεί σε αίτημα, η άλλη διάσταση του αιτήματος, η δίψα για αγάπη, παραμένει ανικανοποίητη. Το υπόλοιπο αυτό είναι η επιθυμία: Η επιθυμία δεν είναι ούτε η όρεξη για ικανοποίηση, ούτε το αίτημα για αγάπη, αλλά η διαφορά που προκύπτει αν αφαιρέσουμε την πρώτη από το δεύτερο.
Όπως εξήγησα σε προηγούμενη ανάρτηση[1] η αδρανοποίηση ανάμεσα στα συναισθήματα αγάπης και μίσους συμβαίνει κατά την διάρκεια του σταδίου στου καθρέφτη. Το κύριο χαρακτηριστικό της ψυχολογίας της νεύρωσης είναι η αμοιβαία αδρανοποίηση της ροπής προς την αγάπη και το μίσος και η συνακόλουθη μετατροπή τους σε συμπτώματα καταναγκασμού και αμφιβολίας.
Επίσης πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η ανάδυση του μίσους προϋποθέτει την εγκαθίδρυση ενός στέρεου συναισθηματικού δεσμού μεταξύ δυο υποκειμένων. Άρα προϋποθέτει τον ξεχωρισμό ανάμεσα στο Εγώ και στον Άλλο ως δύο διαφορετικά υποκείμενα. Πράγματι, κατά την διάρκεια αυτού του σταδίου γίνεται ο διαχωρισμός ανάμεσα στον μητρικό Άλλο και στο Εγώ. Όμως, μέσω του μηχανισμού της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης που περιέγραψα στην εν λόγω ανάρτηση, τόσο ο διαχωρισμός αυτός γίνεται ασαφής όσο και η μετατροπή της αγάπης σε μίσος γίνεται πρώιμη. Είναι αναμενόμενο, λοιπόν, όταν τα συναισθήματα αγάπης απέναντι στη μητέρα μετατρέπονται τόσο πρώιμα σε μίσος, ότι το ίδιο θα συμβεί και με τα μεταγενέστερα αντικείμενα αγάπης. Εδώ νομίζω ότι βρίσκεται η πραγματική εξήγηση της βαθιάς αμφιθυμίας που διακατέχει ολόκληρη την ερωτική ζωή αυτών των αναλυόμενων που ανήκουν στην δομή της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης.
Η θεώρηση αυτή ίσως εξηγεί – και, οπωσδήποτε, βρίσκεται σε συμφωνία με το γεγονός – για το γιατί η ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση εμφανίζεται με τόσο μεγαλύτερη συχνότητα στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Στις γυναίκες, το αποτέλεσμα της σύγκρουσης που απορρέει από τον πρωκτικό ερωτισμό, μοιάζει να βρίσκεται σε μεγαλύτερη αρμονία με το αντίστοιχο του φυσιολογικού αιμομικτικού, ενώ στην περίπτωση των ανδρών φαίνεται ότι έρχεται σε σύγκρουση. Οδηγεί το κορίτσι να μισήσει τη μητέρα, συνειδητά ή ασυνείδητα, απλά, κάπως νωρίτερα και ίσως βαθύτερα από ό,τι θα συνέβαινε, ωστόσο, αφήνει ανεπηρέαστη την ικανότητά του για αγάπη απέναντι στον πατέρα. Για το αγόρι όμως τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα: εκείνο είναι ήδη εχθρικό απέναντι στον πατέρα, για άλλους λόγους (οιδιπόδειο σύμπλεγμα), και τώρα αναγκάζεται να μισήσει το πρόσωπο εκείνο που προορίζεται να αγαπά – δηλαδή τη μητέρα του. Η αδρανοποίηση της ικανότητας για αγάπη είναι, επομένως, πολύ σοβαρότερη στην περίπτωση των ανδρών, και δεν μπορεί κανείς παρά να συσχετίσει το γεγονός αυτό με την πολύ υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης στο ανδρικό φύλο.
Σε κάθε περίπτωση, το μίσος πρέπει να θεωρηθεί ως έκφραση της απογοήτευσης ή της ματαιωμένης αγάπης. Φαίνεται επίσης ότι, συχνά, στη γένεση του μίσους διαδραματίζει κάποιο ρόλο και ο φόβος, αν και αυτός, συνηθέστερα, είναι ασυνείδητος, και η αναφορά σ’ αυτόν αποκηρύσσεται με αγανάκτηση.
Ποτέ δεν μισούμε ένα υποκείμενο που δεν είναι με κάποιο τρόπο, συχνά μη προφανή, ανώτερο ή ισχυρότερο από εμάς τους ίδιους ή που, εν πάση περιπτώσει, έχει κάποια εξουσία πάνω μας. Έτσι, μπορεί να θυμώνουμε με κάποιον που θεωρούμε κατώτερό μας, μ’ έναν ξένο ή με κάποιον που μας είναι αδιάφορος, αλλά για να μισούμε ολοκληρωτικά, το μίσος αυτό θα πρέπει να το απευθύνουμε σε ένα υποκείμενο που με κάποιο τρόπο το εκλαμβάνουμε ως ανώτερο μας, με το οποίο έχουμε ή είχαμε κάποτε να μοιραστούμε πολλά και από το οποίο ελπίζαμε να αγαπηθούμε. Η μητέρα είναι ένα τέτοιο υποκείμενο.
Η νεύρωση αυτή – η ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση - έχει ονομαστεί και «αρρώστια της θέλησης» (αβουλησία), στο μέτρο κατά το οποίο ο φορέας της γίνεται έρμαιο της αναποφασιστικότητας του και τελικά δεν κάνει τίποτα με αποτέλεσμα την αναστολή της λειτουργικότητας του. Επίσης έχει ονομαστεί «τρέλα της αμφιβολίας», εφόσον ο φορέας της ταλαιπωρείται μόνιμα από συνεχείς αμφιβολίες του τύπου «μήπως αν κάνω αυτό θα συμβεί το άλλο κ.λ.π…» οι οποίες εντείνουν την αναποφασιστικότητα του. Η νεύρωση αυτή ονομάζεται επίσης και «αρρώστια της σχολαστικότητας».
[1] «Τα «θέλω» της μαμάς μου με κατέστρεψαν!», https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2022/02/blog-post_18.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου