Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

Αν όχι ο έρωτας τότε τι θα με λυτρώσει;

 

Στις 10 το πρωί γεννήθηκα. Ημέρα Σάββατο είναι. Έτσι μου είπαν. Σήμερα δεν είχα καιρό ν’ ακούσω μουσική. Έπρεπε να γνωρίσω τη μητέρα μου και τον πατέρα μου.

Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που, καθώς γνωρίζω, δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Για αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού.

Από τη μητέρα μου, κληρονόμησα όλους τους γρίφους που από παιδί μ’ απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της, δεν θα προβληματιζόμουν.

Ο γρίφος που με απασχολεί είναι ο εξής: αν όχι ο έρωτας τότε τι θα με λυτρώσει;

 Προσέξτε τον παρακάτω διάλογο, παρακαλώ:

Ο Ψυχίατρος Βασίλης Ανδρεόπουλος την στιγμή που απευθύνεται στον θείο και στην μητέρα του πρωταγωνιστή Σωτήρη Μουστάκα στην ταινία «Ένας Νομοταγής Πολίτης»[1]

- Καμμιά φορά ο τρόπος της ζωής μας μας δημιουργεί κρίσεις. Τότε θέλουμε να τον αλλάξουμε, δεν μπορούμε, τρελαινόμαστε…κάτι τέτοιο θα συνέβη και στον γιό σας…

- Μα γιατί, γιατί να αλλάξει τρόπο ζωής, τι είχε η ζωή του; (Μητέρα)

- Γιατί μαντάμ, πως να το κάνουμε, όταν κάποια στιγμή αντιληφθούμε πόσο αντιφατικός, πόσο αστείος είναι ο κόσμος μας, οι θέσεις μας, οι ιδέες μας …

- Με συγχωρείτε, αστείος ο κόσμος μας …! (θείος)

- Αστείος γιατί …

- Όχι, εγώ δεν τον βλέπω καθόλου αστείο, αντιθέτως μάλιστα … (Θείος)

- Το ξέρω, αν τον βλέπατε τότε θα κινδυνεύατε και εσείς…

- Πέστε μου, είναι πάρα πολύ σοβαρά; (Μητέρα)  

- Όχι τόσο, ελπίζω ότι με μια μικρή θεραπεία ο γιος σας να βρει την μέση οδό όπως την βρήκαμε όλοι μας …

- Δηλαδή … ποια μέση οδό; Τι εννοείτε; (Θείος)

- Εννοώ Κύριε μου ότι θα καταλάβει σιγά – σιγά ότι θα πρέπει και να σιχαινόμαστε τους άλλους αλλά και να τους βγάζουμε το καπέλο!

Και να τους αρνούμεθα και να υποτασόμεθα σε αυτούς!

Να θέλουμε το καλό και να κάνουμε το κακό!

Να αγαπάμε την Ιουλία και να παίρνουμε την Κούλα!

Να πιστεύουμε στους φίλους και να προδίδουμε τους φίλους!

Αυτό εννοώ …! Διαφορετικά δεν πρόκειται να επιβιώσει κανείς…! Θα τρελαθούμε όλοι μας…! Καταλάβατε;

- Δηλαδή γιατρέ μου, υπάρχει ελπίδα να συνέλθει; (Μητέρα)

- Να μείνετε ήσυχη…Η, ας πούμε, τρέλα του γιου σας είναι μια μορφή που θεραπεύεται συνήθως …Μην φοβάστε …Θα συνέλθει!  Θα ξαναγυρίσει στο γραφείο του, θα παντρευτεί την μνηστή του, θα κάνει παιδιά, θα τα βαφτίσει όπως τα βαφτίσατε και εσείς, θα τα μεγαλώσει όπως τα μεγαλώσατε και εσείς, θα τα συμβουλεύει όπως τα συμβουλεύατε και εσείς, θα προσαρμοστεί όπως εσείς … όπως εμείς … όπως όλοι μας.

Εκτός και αν …

Μπα…δεν βαριέστε…θα περάσει και αυτό, ηρεμήστε, θα περάσει!     

Υπάρχει και εκείνο το «Εκτός και αν …» που «φυτρώνει και αναφύεται» για μια στιγμή, για μια μόνο στιγμή όμως, ώστε πολύ γρήγορα «μετατρέπεται» σε εκείνο το «Μπα…δεν βαριέστε… θα περάσει και αυτό, ηρεμήστε, θα περάσει!».

Και πραγματικά, ο θεατής, είναι εκείνη η στιγμή που αναρωτιέται ποιο είναι τάχα το περιεχόμενο εκείνου του «Εκτός αν …» που έμεινε μισό και ανολοκλήρωτο στο στόμα του τρελογιατρού; Τι του πέρασε από το μυαλό αλλά δεν το άρθρωσε ποτέ;

Λοιπόν, έχω την γνώμη ότι πρόκειται για εκείνο που σε λυτρώνει. Και για να εξηγηθώ καλύτερα θα σου πω τούτο:

Ξέρεις τι με συγκινεί και τι με συγκλονίζει στο θέατρο, αλλά και τι με μελαγχολεί; Τι με μαγεύει, αλλά και τι μου αφήνει μια γεύση πίκρας και θλίψης;

 Ξέρω, θα μου πεις, πολλά είναι εκείνα που θα μπορούσαν να μας συγκινήσουν και να μας μαγέψουν. Και η αμεσότητα του θεάτρου μάς κερδίζει και το ότι όλα τα φοβερά και τρομερά της παράστασης συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, συντελούνται εκείνη τη στιγμή και μάλιστα σε απόσταση ολίγων μέτρων.

Εκεί μπροστά μας θα σκοτώσει η Μήδεια τα παιδιά της, εκεί θα βγάλει τα μάτια του ο Οιδίποδας, εκεί θα δούμε πώς έπεισε η Λαίδη Μάκβεθ τον άντρα της να σκοτώσει το βασιλιά του, εκεί, επάνω στη σκηνή, θα δούμε την Άννα, τη γυναίκα του δολοφονημένου Ριχάρδου Γ’ — σ’ έργο του Σαίξπηρ - να ερωτεύεται μέσα σε πέντε λεπτά τον δολοφόνο του συζύγου της, ενώ πριν από λίγο τον μισούσε θανάσιμα, εκεί, μπροστά στα μάτια μας, θα δούμε και τον Οθέλλο να πνίγει τη Δυσδαιμόνα του, ενώ εμάς μας έρχεται να του φωνάξουμε: «Μη, ρε ηλίθιε, τι πας να κάνεις, σε δουλεύουν».

Και όλα αυτά βέβαια δεν τα φανταζόμαστε, δεν τα υποθέτουμε — όπως γίνεται με τα βιβλία —, αλλά τα βλέπουμε. Έτσι γίνεται υπαρκτός, υπαρκτότατος, ο κόσμος της σκηνής, όσο υπαρκτός είναι και ο κόσμος της πλατείας, λες και, κατά παράδοξο τρόπο, ο θεατής ανεβαίνει στη σκηνή, ενώ η σκηνή κατεβαίνει στην πλατεία.

Και, το πιο σπουδαίο, ό,τι κι αν βλέπουμε ότι συμβαίνει εκεί μπροστά μας, όσο άγριο, ακραίο και διαστροφικό ή γελοίο και αν είναι, εμείς στο τέλος θα φύγουμε λυτρωμένοι.

Δηλαδή, μ’ ένα εισιτήριο ζούμε στιγμές — ζωντανά, αυθεντικά — που ίσως η ίδια η ζωή ποτέ δε θα ήταν ικανή να μας προσφέρει. Μέσα σε δυο ώρες, πολλές φορές, ζούμε εμπειρίες που θα χρειαζόμαστε δέκα ζωές για να τις αποθησαυρίσουμε.

Ξέρω, θα μου πεις, γνωστά όλα αυτά, σχεδόν κοινότοπα, αλλά δεν ήταν αυτό που εννοούσα εγώ όταν σε ρώταγα πριν αν ξέρεις τι με συγκινεί και τι με ταράζει περισσότερο στο θέατρο. Όχι, δεν ήταν αυτό. Ούτε είναι η ίδια η σκηνή μετά το τέλος μιας παράστασης — στο λέω, γιατί θα μπορούσες να το υποθέσεις και αυτό — παρ’ όλο που κι αυτό είναι κάτι που με συνταράζει. Δεν έχεις παρά να καθίσεις στην πλατεία, όταν πια θα έχει φύγει και ο τελευταίος θεατής, λίγο πριν σβήσουν τα φώτα, και τότε θα καταλάβεις τι εννοώ.

Είναι κάποιος ελάχιστος χρόνος πριν πέσει το σκοτάδι, που όντως νιώθεις αυτό το φοβερό κενό, που ακούς ολοκάθαρα τη σιωπή του άδειου χώρου, που σε περονιάζει η υγρασία της άδειας σκηνής, της μοναξιάς της. Αυτό είναι κάτι που πολλές φορές, πράγματι, το κάνω κι εγώ, κυρίως όταν μ’ έχει γοητεύσει κάποια παράσταση, που μένω δηλαδή μόνος πίσω, στα τελευταία καθίσματα, για ν’ ακούσω αυτή την πολύβουη σιωπή, για ν’ ακούσω τα φαντάσματα των ηρώων να φεύγουν σχεδόν ακροπατώντας μέσα στη νύχτα.

Όχι, δεν είναι η άδεια σκηνή αυτή που σε λυτρώνει. Είναι εκείνη η στιγμή που το άδειασμα σου και την συνεπακόλουθη δημιουργία του κενού, εκείνη την στιγμή της μοναξιάς σου και της σιωπής έρχεται να γεμίσει ο απολογητής σου. Αυτός είναι ο λυτρωτής. Όπως γράφει και ο Μουρσελάς στα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» του «…η στιγμή του τελικού απολογισμού φτάνει κάποτε σε όλους, ξάδελφε. Θα φτάσει και σε μας. Δε θα φτάσει; Όσο και να τη σπρώχνεις προς το απώτερο μέλλον, όσο κι αν κάνεις πως δε σε αφορά, όσο κι αν λες «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει», κάθε φορά που σε πιάνει η κρίση, πάλι αυτή η γαμημένη στιγμή θα βγει, φάντης μπαστούνι μπροστά σου. Εκεί που δεν την περιμένεις, εκεί και θα σου βγει».

Εκείνη την στιγμή που το κενό εμφανίζεται μέσα σου, όπως είσαι ξαπλωμένος, φαρδύς πλατύς στην πλατεία του θεάτρου, μπροστά στην έρημη σκηνή, εκείνη την στιγμή της αδυσώπητης σιωπής, πότε σαν φάντασμα ή εφιάλτης, πότε σαν ένας άψογα καλοντυμένος κύριος, ξαφνικά τον βλέπεις να κάθεται δίπλα σου, επιτιμητικός, απρόσκλητος, αυθάδης, χωρίς να τολμάς ούτε να τον ρωτήσεις από πού στο διάβολο ξεφύτρωσε και τι θέλει, δεν ξέρω τέλος πάντων πως, αλλά θα σε επισκεφτεί, να ‘σαι βέβαιος. Είναι η στιγμή που ακούς αυτόν να σου λέει: «Απολογήσου». Τότε νιώθεις κάτι εντός σου. Έναν μικρό ασήμαντο πόνο στην καρδιά, ένα τσίμπημα βαθιά στο κόκκαλο, κάπου ανάμεσα νεφρών και συκωτιού, δε θέλεις και περισσότερα, το μήνυμα το πήρες.

Ξέρεις, τους άλλους τους ξεγελάμε, τον εαυτό μας ποτέ. Ο κομψός καλοντυμένος κύριος, ήσουν εσύ. Δεν το είδες; Και πρόσεξε, το τσίμπημα που είπαμε, καμιά φορά έρχεται εντελώς απροειδοποίητα και τις περισσότερες φορές πολύ αργά για να προλάβεις να αναθεωρήσεις ζωή, πρόσωπα και πράγματα. Και βέβαια, δε θα ‘σαι τόσο άντρας ούτε τότε για να παραδεχτείς πόσο λάθος έζησες.  Με λίγα λόγια, όχι, δε γίνεται να τη γλυτώσεις, ξάδελφε.

Να γιατί χρειάζεσαι εγκαίρως στο διάβα της ζωής σου έναν γέρο – σοφό. Αν δεν έχεις πρόχειρο έναν τέτοιο γέρο τότε σε συμβουλεύω να τον αγοράσεις. Έναν γέρο για να σου μάθει ότι: Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς φίλους, γιατί είναι ανάγκη του. Η φιλία συμπληρώνει τη ζωή. Στη φιλία πρέπει να υπάρχει πάντοτε η εμπιστοσύνη, που είναι το κύριο χαρακτηριστικό της. Αν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, τότε δεν υπάρχει φιλία. Θέλω να σε εμπιστεύομαι, να σου ανοίγω την καρδιά και την ψυχή μου. Δεν θέλω να σε εκμεταλλεύομαι και να με εκμεταλλεύεσαι, γιατί υπάρχουν και αυτά στη φιλία. Αν καταφέρεις να ξεγελάσεις κάποιον δεν σημαίνει ότι αυτός είναι χαζός και εσύ ο έξυπνος. Απλά σημαίνει ότι δεν είσαι άξιος της εμπιστοσύνης του!

Πρέπει, λοιπόν, να υπάρχει εμπιστοσύνη στη φιλία, γιατί μόνο η εμπιστοσύνη δημιουργεί και ολοκληρώνει τις σχέσεις. Ξέρεις, η φιλία δεν προέρχεται από τις ενορμήσεις μας, όπως ο έρωτας. Η φιλία είναι κατά κάποιον τρόπο περισσότερο γέννημα του πολιτισμού, της ανάγκης επικοινωνίας και επαφής των ανθρώπων. Λέω πως είναι εφεύρεσή τους.

Ξέρετε, πάντα ερωτευόμαστε αυτόν που έχει μια απάντηση, κατά κανόνα ευχάριστη στα αυτιά μας, στην ερώτηση «ποιος είμαι;». Ο έρωτας απευθύνεται στο πρόσωπο που νομίζεις ότι γνωρίζει την αληθινή αλήθεια σου. Αλλά ο έρωτας σου εμφανίζει αυτή την αλήθεια ως ευχάριστη ενώ στην πραγματικότητα είναι δύσκολο να την αντέξεις. Αυτό είναι το μυστικό με το παραμύθι του έρωτα. Για αυτό εκείνο που χρειάζεσαι για να προλάβεις και τον απολογητή σου είναι τον Φίλο. Τον φίλο με την εμπιστοσύνη που θα τον περιβάλλεις.

Το παράξενο, για να μην πω τραγικό, είναι ότι ενώ η φιλία στον σύγχρονο άνθρωπο εξακολουθεί να παραμένει όσο ποτέ είδος πρώτης ανάγκης, εντούτοις, επειδή η εμπιστοσύνη όσο πάει ελαχιστοποιείται μεταξύ των ανθρώπων, μοιραίο είναι να ελαχιστοποιείται και η φιλία.

Αλήθεια, πόσο στερεότυπη είναι η φράση “κερδίζω την εμπιστοσύνη”, σε σημείο που ίσως η λέξη ‘εμπιστοσύνη’ γίνεται αυτονόητος συνειρμός δίπλα στη λέξη ‘κερδίζω’.

Στον σύγχρονο καπιταλισμό βλέπετε, τίποτε δεν χαρίζεται. Όλα «κερδίζονται» ή «χάνονται». Κέρδη και ζημίες! Ακόμα και αξίες όπως η εμπιστοσύνη γίνονται αντικείμενο … κέρδους!

Ε, όχι κυρίες και κύριοι. Η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται. Πρόκειται για αρχή και ως τέτοια ξεκινάμε από εκεί. Για αυτό άλλωστε είναι αρχή: σημείο αφετηρίας πάει να πει.

    Όπως έλεγε και ο Τσέχωφ «πρέπει να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις τους ανθρώπους, αλλιώς η ζωή γίνεται ανυπόφορη».

Όπως είχα αναφέρει στην ανάρτηση μου με τίτλο «Η αριστοτελική Φιλία είναι η απάντηση απέναντι στην χρονική φθορά του Έρωτα»[2] η φιλία είναι εκείνη που θα σε γλυτώσει από τον καλοντυμένο κύριο που αργά ή γρήγορα θα καθίσει στην άδεια διπλανή θέση στη πλατεία του θεάτρου λίγο πριν σβήσουν τα φώτα. Η εμπιστοσύνη σου στον φίλο είναι που θα σε γλυτώσει από εκείνο το «απολογήσου».

 Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις αν μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον είναι να τον εμπιστευτείς!

Δεν είμαστε ποτέ τόσο ευάλωτοι όσο όταν εμπιστευόμαστε κάποιον, αλλά περιέργως, αν δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε, δεν μπορούμε να βρούμε ούτε αγάπη ούτε χαρά.


[1] «Ένας νομοταγής πολίτης» (1974). Η σκηνή στο τέλος της ταινίας, όπου ο ψυχίατρος εξηγεί στους γονείς του πρωταγωνιστή, πως η τρέλα του είναι παροδική και θεραπεύεται, αρκεί να... συμβιβαστεί!

https://www.youtube.com/watch?v=cxswSBKHiS8

 [2] «Η αριστοτελική Φιλία είναι η απάντηση απέναντι στην χρονική φθορά του Έρωτα», Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2021,  https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2021/09/blog-post.html

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου