Στην ανάρτηση μου «Έρωτας μια κατάσταση πάθους» είχα γράψει:
«…Γεννιέται ως εκ τούτου η εύλογη απορία: Και η αγάπη μακροπρόθεσμα; Η αιώνια αγάπη; Τι γίνεται με αυτή; Ο Μπαλζάκ είπε: «κάθε πάθος που δεν είναι αιώνιο είναι φρικτό». Αλλά μπορεί ο δεσμός να κρατήσει για μια ζωή μέσα στην εγγραφή του πάθους; Όσο περισσότερο ένας άνδρας αφιερώνεται σε μια γυναίκα, τόσο περισσότερο τείνει να αποδεχτεί μια μητρική σήμανση για αυτόν: περισσότερο εξαϋλωμένη και απλησίαστη παρά αγαπημένη. Οι παντρεμένοι ομοφυλόφιλοι αναπτύσσουν αυτή τη λατρεία της γυναίκας καλύτερα: Ο Αραγκόν τραγουδάει τον έρωτα του για την Έλσα. Όταν πεθαίνει, είναι γεια σας αγόρια! Και όταν μια γυναίκα γαντζώνεται σε έναν άντρα, τον ευνουχίζει. Έτσι το μονοπάτι είναι δύσβατο. Το καλύτερο πεπρωμένο για τη συζυγική αγάπη είναι η φιλία, αυτό ουσιαστικά που είπε ο Αριστοτέλης[1] ».
Τελικά σήμερα νιώθω την ανάγκη να εξηγήσω την έννοια της Φιλίας. Εκείνης της Φιλίας, της αρχαιοελληνικής και όχι την σημερινή της καρικατούρα. Η φιλία, που αποτελεί το «καλύτερο πεπρωμένο» και της οποίας είμαι οπαδός και υποστηρικτής, είναι η φιλία του Αριστοτέλη και δεν έχει καμιά σχέση με την εκχυδαϊσμένη σημερινή μορφή της.
Μιλάμε για την φιλία που ετυμολογικά έρχεται απευθείας από το ρήμα φιλέω – ῶ. Ας δούμε τη σημασία του:
1) αγαπώ, βλέπω με τρυφερότητα, αντιμετωπίζω κάποιον σαν φίλο ≠ μισεῖν,
2) συμβολίζει την αγάπη των θεών προς τους ανθρώπους,
3) συμβολίζει την αγάπη του άνδρα προς τη σύζυγό του,
4) συμπεριφέρομαι με φιλοφρόνηση, τρυφερότητα και ευμένεια,
5) υποδέχομαι κάποιον φιλόξενα είτε είναι ξένος είτε είναι φίλος όταν τον φιλοξενώ και είμαι ο οικοδεσπότης,
6) δείχνω σημάδια αγάπης, ασπάζομαι – φιλῶ το στόμα,
7) δείχνω την αγάπη μου έμπρακτα, αποδέχομαι με ευχαρίστηση, επιδοκιμάζω,
8) αγαπώ να κάνω κάτι, μου αρέσει, έχω τη συνήθεια.
Έτσι, «Φίλος» στα αρχαία ελληνικά είναι ο αγαπημένος, αυτός δηλαδή που βρίσκεται πολύ κοντά στη ψυχή μας. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιώντας τη λέξη «φιλία» δεν μετέφραζε ακριβώς τη φιλική σχέση αλλά τη «στενή σχέση».
Η φιλία στην αρχαιότητα δεν είχε εκπέσει στη σημερινή της χυδαία μορφή. Στην Αρχαία Ελλάδα η φιλία αντιμετωπιζόταν ως κάτι ιερό και κατ’ επέκταση κάτι πολύτιμο. Επιπλέον θεωρείτο υπεραξία και πολύ συχνά υπερίσχυε των οικογενειακών δεσμών. Το αρχαίο ρήμα φιλέω - ῶ, από το οποίο προέρχονται οι λέξεις φίλος και φιλία, στην αρχαία ελληνική γλώσσα σημαίνει «αγαπώ». Σε όλες τις σχέσεις που βασίζονται σε αυτήν υπάρχει η απαίτηση να νιώθεις πολύ καλά με κάποιον, έτσι ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι απαιτείται, πολλές φορές, κάτι παραπάνω από μια απλή συμπάθεια.
Κατά τον μεγάλο Έλληνα φιλόσοφο απαιτείται αμοιβαιότητα όσο και αγάπη, στοργή, εύνοια και ομόνοια.
Η λέξη στοργή είναι το είδος αγάπης που έρχεται με την εξοικείωση. Ωστόσο, η στοργή δεν έχει την αυτοθυσία και τις αλτρουιστικές όψεις της αγάπης. Η στοργή χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει μια οικεία οικογενειακή αγάπη.
Η εύνοια μοιάζει με τη φιλία αλλά δεν είναι φιλία. Εύνοια μπορεί να νιώθει κάποιος ακόμα και για πρόσωπα άγνωστα χωρίς, τα ίδια τα πρόσωπα, να το γνωρίζουν. Όμως, η εύνοια δεν είναι ούτε αγάπη γιατί δεν φέρνει μαζί της ούτε την ένταση ούτε την ορμή της ψυχής, χαρακτηριστικά γνωρίσματα συνυφασμένα με την αγάπη. Η αγάπη προϋποθέτει την σύναψη των συνηθισμένων σχέσεων, ενώ η εύνοια μπορεί να γεννηθεί ξαφνικά, όπως συμβαίνει με τους αθλητές, στους οποίους χαρίζουμε την εύνοια μας και επιθυμούμε γι’ αυτούς το έπαθλο, χωρίς όμως να συμπράττουμε με αυτούς, επειδή, όπως είπαμε, η εύνοια είναι γέννημα της στιγμής, και η αγάπη που υπεισέρχεται σε αυτήν είναι επιφανειακή. Επομένως, φαίνεται ότι η εύνοια είναι η αρχή της φιλίας, όπως η αρχή του έρωτα είναι η ηδονή από τη θέαση ενός προσώπου, γιατί κανείς δεν ερωτεύεται, πριν σαγηνευθεί από τη μορφή αυτού του προσώπου. Πάντως αυτός που έλκεται από την ομορφιά δεν είναι ακόμη σε θέση ν’ αγαπά, αλλά πρέπει να ποθεί αυτόν που λείπει και να επιθυμεί την παρουσία του. Επίσης, είναι αδύνατο να δημιουργηθεί φιλία, αν δεν προηγηθεί εύνοια, αλλά η εύνοια δεν είναι ακόμη φιλία, γιατί εκείνος που διάκειται ευνοϊκά επιθυμεί μονάχα το αγαθό (το έπαθλο, ας πούμε, στην περίπτωση της εύνοιας προς έναν αθλητή ή μια ομάδα) αλλά δεν προσφέρει για την επίτευξη του, την βοήθειά του, ούτε καταβάλλει καμιά σχετική προσπάθεια. Έτσι, μπορεί κάποιος να ονομάσει την εύνοια αδρανή φιλία.
Η ομόνοια φαίνεται ότι είναι κι αυτή ένα είδος φιλίας και γι’ αυτό δεν πρέπει να την συγχέουμε με την ομογνωμοσύνη (όμοια γνώμη), γιατί ομογνωμοσύνη μπορεί να υπάρχει κι εκεί που οι άνθρωποι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Επίσης δεν ονομάζει κανείς ομονοούντες εκείνους που έχουν την ίδια γνώμη για ένα ζήτημα, π.χ. για τα ουράνια φαινόμενα (γιατί η τέτοια συμφωνία γνώμης δεν προϋποθέτει την ύπαρξη φιλικών δεσμών), αλλά ομονοούν εκείνοι οι οποίοι αποδέχονται την έννοια του κοινού συμφέροντος έναντι των ιδιωτικών δικών τους συμφερόντων. Ομονοούν όταν παίρνονται οι από κοινού αποφάσεις και πραγματοποιούνται όσα αποφασίστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Ομόνοια, λοιπόν, υπάρχει, όταν πρόκειται για ζητήματα που αφορούν στο πεδίο δράσης, και μάλιστα για ζητήματα, που είναι σπουδαία ή αποβλέπουν στο κοινό συμφέρον των δύο μερών.
Ο Αριστοτέλης στο έργο του Περι Ποιητικής διαπιστώνει ο τρόπος με τον οποίο γίνεται φανερή η αγάπη μας προς τους φίλους μας εξαρτάται πολύ από τον τρόπο που φερόμαστε απέναντι στον εαυτό μας. Όσο πιο πολύ προσέχεις τον εαυτό σου τόσο πιο πολύ θα προσέξεις και τον φίλο σου. Όσο περισσότερο μεριμνάς στο να προσφέρεις το αγαθό στον εαυτό σου τόσο περισσότερο θα το προσφέρεις και στον φίλο σου. Στην ουσία ο μεγάλος φιλόσοφος θεωρεί ότι μόνο ο ενάρετος άνθρωπος είναι εκείνος που μπορεί να κατακτήσει την φιλία και αυτό διότι όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ο ενάρετος, τα διαθέτει και αντιμετωπίζει με βάση αυτά πρωτίστως τον εαυτό του. Φαίνεται πως η αρετή είναι το μέτρο κάθε πράγματος, για τον Αριστοτέλη, και πως ο ενάρετος άνθρωπος βρίσκεται σε αρμονική σχέση με ίδιο τον εαυτό του και επιθυμεί με όλη τη δύναμη της ψυχής του, κάθε φορά τα ίδια πράγματα παντού όπου και αν βρίσκεται. Άρα επιθυμεί αυτά τα πράγματα και από τους φίλους του!
Στη Ρητορική του προσπαθεί να εξηγήσει ποιους αγαπούν οι άνθρωποι, ποιους μισούν και ποιους θέλουν να έχουν φίλους, καθώς και για ποιο λόγο. Ξεκινά αποδεχόμενος ότι: «αγαπώ κάποιον και θέλω να τον έχω φίλο μου θα πει θέλω για αυτόν κάθετι που θεωρώ καλό, όχι για να κερδίσω κάτι ο ίδιος, αλλά αποκλειστικά για χάρη εκείνου· κάνω μάλιστα και ό,τι μπορώ για να αποκτήσει αυτά τα καλά εκείνος». Εδώ πρόκειται για τον γενικό ορισμό της φιλίας: «ο Α και ο Β είναι φίλοι αν και μόνο αν (α) γνωρίζουν ο ένας τον άλλο, (β) νιώθουν αμοιβαία εύνοια προς όφελος του άλλου, (γ) νιώθουν αγάπη ο ένας για τον άλλον, (δ) και οι δύο αναγνωρίζουν τα (β) και (γ)». Ο ορισμός αυτός αναφέρεται κυρίως στη «φιλία για το αγαθό» (στη φιλία των αγαθών ανθρώπων), αποτελεί όμως τη βάση και για τα τρία είδη φιλίας. Ο ορισμός αυτός είναι εξιδανικευμένος όμως είναι σαφώς κατασκευασμένος για να επιβεβαιώσει την δυναμική της σχέσης.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ίσως τα πράγματα να γίνονταν σαφέστερα σε σχέση με το θέμα αυτό, αν πρώτα γνωρίζαμε ποιο είναι ακριβώς το αντικείμενο της αγάπης, αυτό που γεννάει τη φιλία. Γιατί δεν κινεί την αγάπη και δεν γεννάει τη φιλία το οτιδήποτε, παρά μόνο αυτό που είναι άξιο να αγαπηθεί και να προκαλέσει τη φιλία, και τέτοιο είναι το αγαθό, το ευχάριστο, το χρήσιμο. Αυτά είναι τα τρία στοιχεία που είναι άξια να αγαπηθούν και να προκαλέσουν τη φιλία. Τρία είναι και τα είδη της φιλίας: η φιλία για τη χρησιμότητα (διὰ τὸ χρήσιμον), φιλία για την ευχαρίστηση (διὰ τὸ ἡδύ) και φιλία για την αρετή (διὰ τὸ ἀγαθόν).
Η φιλία για τη χρησιμότητα δεν κρατά για πολύ, ωστόσο, δεν σταματά να είναι ένας φιλικός δεσμός. Ακόμη, το γεγονός ότι κάποιος ωφέλησε και κάποιος ωφελήθηκε πρέπει να περιγράφεται ως μια φιλία. Βέβαια είναι γεγονός πως στην αρχαία Ελλάδα οι φιλίες χρησιμότητας δεν είχαν ως φυσικό επακόλουθο να νοιάζεται ο ένας για τον άλλον. Για παράδειγμα, η αγορά εμπορευμάτων απαιτούσε ίσως την συνάντηση μεταξύ ατόμων αλλά στην ουσία ήταν απλά μια συνάντηση, μια απλή σχέση πωλητή – πελάτη. Αυτοί λοιπόν που αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για τη χρησιμότητα, δεν αγαπούν τον άλλον καθεαυτόν, αλλά για το αγαθό που μπορεί να πάρουν από αυτόν.
Το ίδιο και στη περίπτωση που οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για χάρη της ευχαρίστησης· πραγματικά, οι άνθρωποι αγαπούν τους χαριτολόγους όχι για τον χαρακτήρα τους, αλλά γιατί τους είναι ευχάριστοι. Αυτές, λοιπόν, οι φιλίες είναι φιλίες για έναν λόγο συμπτωματικό, αφού το πρόσωπο που αγαπιέται δεν αγαπιέται επειδή είναι αυτό που είναι, αλλά επειδή εξασφαλίζει σε αυτόν που το αγαπάει κάποιο αγαθό ή κάποια ευχαρίστηση. Αυτού του είδους οι φιλίες διαλύονται εύκολα, κατά τον Αριστοτέλη, αν τα δύο μέρη δεν παραμένουν αυτό που ήταν. Έτσι, αν ο ένας δεν είναι πια ευχάριστος - χρήσιμος στον άλλον, ο άλλος παύει να τον αγαπάει.
Συνοπτικά αυτή είναι η αρχαιοελληνική Φιλία την οποία προτείνω ως εναλλακτική οδό προκειμένου να καταφέρουν να μείνουν μαζί δύο εραστές «αντέχοντας» τον χρόνο που φθείρει το Είναι του έρωτα.
Για να μην παρεξηγηθώ, μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας τίποτα δεν γράφεται προκαταβολικά, δεν υπάρχει πυξίδα, προκαθορισμένη σχέση. Η συνάντησή τους δεν είναι προγραμματισμένη, όπως είναι μεταξύ του σπερματοζωαρίου και του ωάριου. Δεν έχει να κάνει ούτε με τα γονίδιά μας. Οι άνδρες και οι γυναίκες μιλούν, ζουν σε έναν κόσμο λόγου, και αυτό είναι καθοριστικό. Οι τροπικότητες του έρωτα είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στην περιβάλλουσα κουλτούρα. Κάθε πολιτισμός διακρίνεται για τον τρόπο που δομεί τη σχέση μεταξύ των φύλων. Τώρα στη Δύση, στις κοινωνίες μας που είναι φιλελεύθερες, νομικο-δικαιϊκές το «πολλαπλό» είναι έτοιμο να εκθρονίσει το «ένα». Το ιδεώδες μοντέλο του μεγάλου έρωτα για μια ζωή χάνει σταδιακά έδαφος, έναντι του γρήγορου ραντεβού, του γρήγορου έρωτα και ενός πλήθους εναλλακτικών, διαδοχικών, ακόμη και ταυτόχρονων ερωτικών σεναρίων.
Αυτός είναι και ο λόγος που με σπρώχνει να προτείνω την Φιλία ως μια μορφή αντίδρασης απέναντι στην τάση της εποχής μας.
[1] Βλ. «Έρωτας: μια κατάσταση πάθους», https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2019/06/blog-post_12.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου