Στην προηγούμενη ανάρτηση επεσήμανα ότι «…Αυτό το εν ελλείψει ον εγκαλεί το αντικείμενο – α. Αυτό το αντικείμενο εμπεριέχει όλη την «χαμένη» απόλαυση του υποκειμένου. Μετά από αυτήν την έγκληση το υποκείμενο εισάγεται στον λόγο ο οποίος έχει ως στόχο την εκμηδένιση αυτού του αντικειμένου». Εκείνο που επισημαίνω είναι ότι το αντικείμενο – α «παραδίνεται» από το υποκείμενο στην γλώσσα, δηλαδή στον Άλλο. Ακριβώς και επειδή ο Άλλος είναι «εφοδιασμένος» με την λογική «συνέπεια» (συνοχή και συνεκτικότητα) είναι σε θέση να εκμηδενίσει την συσσωρευμένη στο αντικείμενο – α, απόλαυση. Τώρα, το αντικείμενο – α «εφοδιάζεται» με την γλωσσική λογική «συνέπεια» της άρθρωσης και για αυτό μπορεί να καλύψει το χαμένο αντικείμενο του υποκειμένου.
Για να συμβεί βέβαια αυτό προϋποθέτουμε ότι ο Άλλος είναι «χωρισμένος» από την απόλαυση. Δηλαδή, ενώ η απόλαυση είναι Πραγματική (ανήκει στο Πραγματικό του υποκειμένου) ο Άλλος είναι Φαντασιακός (ανήκει στο Φαντασιακό του υποκειμένου). «Παραδίδοντας» το αντικείμενο – α στον Άλλο εισάγουμε την απόλαυση στο Συμβολικό, αρχίζει δηλαδή η συμβολοποίηση της απόλαυσης καθώς και το μοιραίο επακόλουθο της που είναι η σημαινοποίηση της. Με άλλα λόγια, το Πραγματικό της απόλαυσης Φαντασιοποιείται.
Ακριβώς και επειδή ο Άλλος δεν είναι Πραγματικός (είναι Φαντασιακός) πρέπει να τον κάνουμε να υπάρξει. Μόνο όταν γίνει υπαρκτός μπορούμε να του «παραδώσουμε» το αντικείμενο – α. Έχουμε χρέος λοιπόν, να τον κάνουμε υπαρκτό. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω της Αγάπης μας για αυτόν. Μόνο όταν τον αγαπήσουμε τότε αυτός ο Άλλος γίνεται υπαρκτός. Τον αγαπάμε λοιπόν, και τον πιστεύουμε ούτως ώστε μπορούμε πλέον να τον επιφορτίσουμε με το έργο της λογικής «συνέπειας» του αντικειμένου – α.
Μόλις ο Άλλος γίνει υπαρκτός τότε εναποθέτουμε σε εκείνον το αντικείμενο – α. Είναι προφανές ότι «παραδίδοντας» το εν λόγω αντικείμενο στον Άλλο πλέον μας λείπει. Δεν το κατέχουμε πια. Για μας είναι «χαμένο» αντικείμενο. Αυτόματα το αίτημα κάνει την εμφάνιση του στην άρθρωση της ομιλίας μας.
Τι ζητάει το αίτημα μας από τον Άλλο;
Είτε του ζητάμε το Αντικείμενο που είμαστε σίγουροι ότι κατέχει – μην ξεχνάτε ότι ευνουχισμός είναι αυτό ακριβώς: ότι ο Πατέρας (δηλαδή, η γλώσσα) κατέχει τον φαλλό και αυτό μας το βεβαίωσε η συμβολισμένη επιθυμία της Μητέρας μας – είτε τον κάνουμε να μας ζητήσει την πληρωμή του χρέους που του οφείλουμε (μην ξεχνάμε πόσα «πρέπει να …» ή «πόσα είμαστε υποχρεωμένοι να …» ή «πόσα οφείλουμε να …» και όλα τα συναφή σημαίνοντα που παραπέμπουν σε … χρέος).
Το «αίτημα» λοιπόν μας κάνει «ζητιάνους» ή αν προτιμάτε «επαίτες» του Άλλου. Σίγουρα μας αφαιρεί ελευθερία!
Από την άλλη, επειδή το αντικείμενο – α μας είναι «παραδομένο» στο Άλλο εμάς μας «απομένει» η «έλλειψη» του! Με αυτόν τον τρόπο το αντικείμενο – α γίνεται η αιτία της Επιθυμίας μας.
Στο σημείο αυτό ας κάνω δύο παρατηρήσεις.
Πρώτον, όταν τον Άλλο τον αγαπάς αλλά δεν τον πιστεύεις, δεν ταυτίζεσαι μαζί του πάει να πει, τότε τον έχεις κάνει να υπάρχει αλλά δεν τον εμπιστεύεσαι. Αυτό σημαίνει ότι υπηρετείς την γλώσσα και τις επιταγές της, δηλαδή «κάνεις αυτό που πρέπει …» ή «κάνεις αυτό που οφείλεις να …» - αυτό σημαίνει ότι τον αγαπάς, ότι τον κάνεις υπαρκτό και τον υπηρετείς – αλλά τον διεκπεραιώνεις. Δεν ταυτίζεσαι μαζί του. Οι επιταγές του δεν «γεμίζουν» το «μέσα» σου. Ναι, η ύπαρξη του εκμηδενίζει, βέβαια, βαθμιαία την απόλαυση του αντικειμένου – α «σου» αλλά τα αντικείμενα που σου «παρέχει» (τα σημαίνοντα του, δηλαδή), επειδή δεν γίνονται πιστευτά από σένα, δεν «γεμίζουν» το Είναι σου αφήνοντας την Έλλειψη σου (την Επιθυμία σου, πάει να πει) ακάλυπτη. Το αφόρητο του «άδειου» σου λοιπόν, είναι στην «ημερήσια διάταξη σου». Πρόκειται για ένα φαινόμενο καθημερινό. Επίσης, ενώ προσπαθείς να αναδείξεις την έλλειψη σου στον Άλλον σε αιτία της Επιθυμίας του, επειδή τον αγαπάς ως Άλλον με το «Α» κεφαλαίο τον θεωρείς πλήρη και έτσι η έλλειψη μένει προς την μεριά σου, δεν αναμετατίθεται στον Άλλο όπως συμβαίνει στην παρακάτω περίπτωση της διάψευσης.
Δεύτερον, όταν διαψεύδουμε τον Άλλο, όταν τον αποκαλούμε «ψεύτη» και δεν τον διεκπεραιώνουμε τότε τον καθιστούμε «άλλο». Τον μικραίνουμε. Του αλλάζουμε το «Α» του από κεφαλαίο σε «α» μικρό. Πως επιβεβαιώνουμε την «ψευτιά» του; Πως αποκτά σάρκα και οστά η διάψευση του από μέρους μας; Μα με τον εξής τρόπο: εμείς προσποιούμαστε ότι είμαστε το «μικρό αντικείμενο – α» του Άλλου. Καθιστώντας τον «άλλο» τοποθετούμε σε Εκείνον την έλλειψη μας. Τώρα ο «Άλλος», που έχει γίνει «άλλος», Επιθυμεί εμάς που αποτελούμε το αντικείμενο – α του. Τοποθετώντας την έλλειψη στον Άλλον πετυχαίνουμε να τον αγχώσουμε. Δεν είμαστε εμείς αυτοί που Επιθυμούμε είναι ο άλλος που επιθυμεί εμάς και που αποτελούμε το αντικείμενο της Επιθυμίας του. Εμείς είμαστε ο φαλλός του. Δεν είναι αυτός που κατέχει τον φαλλό ώστε να αναμένουμε να μας τον δώσει. Το αίτημα τώρα δεν είναι δικό μας προς εκείνον. Όχι, αντίθετα εκείνος έχει ένα αίτημα για μας και μάλιστα, για μας, αυτό δεν αποτελεί αίτημα αλλά διαταγή την οποία εμείς – ως αντικείμενο που είμαστε – «οφείλουμε» να εκτελέσουμε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Ήδη καταλάβατε ότι η πρώτη περίπτωση αφορά την υστερία ενώ η δεύτερη αφορά την διαστροφή. Από όσα αναφέραμε μέχρι τώρα γίνεται κατανοητή μια προφανής θέση: τόσο για την νεύρωση όσο και για την διαστροφή ο Άλλος είναι διαχωρισμένος από την απόλαυση. Η διαφορά είναι ότι ο νευρωτικός το ομολογεί ενώ ο διεστραμμένος το διαψεύδει. Στην ουσία, και οι δύο περιπτώσεις σηματοδοτούν την άμυνα του υποκειμένου απέναντι στο Πραγματικό της απόλαυσης. Απλώς η ομολογία του νευρωτικού συνιστά την άρνηση της απόλαυσης ενώ η διάψευση του διεστραμμένου συνιστά την φετιχοποίηση της. Επίσης είναι προφανές ότι φετιχοποιείται η απόλαυση ακριβώς διότι η λογική «συνέπεια» της άρθρωσης του διεστραμμένου είναι ελάχιστα ικανοποιητική σε σχέση με εκείνη του νευρωτικού, και ως εκ τούτου δεν επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή άμυνα απέναντι στο Πραγματικό της απόλαυσης του.
Ο Άλλος δεν υπάρχει ως Πραγματικός. Η νεύρωση είναι μια προσπάθεια μας να τον καταστήσουμε υπαρκτό. Έτσι γίνεται κατανοητό ότι: η Επιθυμία είναι μια άμυνα απέναντι στο Πραγματικό της απόλαυσης. Αν προχωρήσουμε αυτή την πρόταση παραπέρα τότε θα την διατυπώσουμε ως εξής: Η νεύρωση είναι η κλινική δομή όπου η άμυνα ονομάζεται Επιθυμία ενώ διαστροφή είναι η κλινική δομή όπου η άμυνα ονομάζεται διάψευση.
Το να αναζητάμε από τον Άλλο το αντικείμενο που εμπεριέχει, το να τον κάνουμε να μας ζητά την πληρωμή του χρέους που του οφείλουμε, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, να τοποθετούμε την λογική «συνάφεια» στο πεδίο του Άλλου, είναι το θεμέλιο κάθε λόγου. Πρόκειται για την αρχή του κοινωνικού δεσμού.
Να λοιπόν, τι μας επιτρέπει να δώσουμε ένα νέο νόημα στην ψύχωση. Η ψύχωση είναι εκείνη η κλινική δομή όπου το αντικείμενο δεν είναι χαμένο, όπου το υποκείμενο το έχει στην διάθεση του. Αυτό σημαίνει ότι στην ψύχωση ο Άλλος δεν είναι χωρισμένος από την απόλαυση. Δηλαδή, δεν είναι Φαντασιακός είναι Πραγματικός. Ο παρανοϊκός αποδεικνύει ότι η απόλαυση ταυτοποιείται στον τόπο του Άλλου. Ο Άλλος της παράνοιας είναι όντως υπαρκτός. Δεν έχει καμιά ανάγκη από το υποκείμενο για να τον καταστήσει υπαρκτό. Υπάρχει από μόνος του και είναι πολύ λαίμαργος με το αντικείμενο – α. Αυτό σημαίνει ότι η Επιθυμία του Άλλου είναι μία: βούληση απόλαυσης χωρίς όρια.
Τελικά, εδώ λίγο πριν το τέλος αυτής της ανάρτησης, είμαστε σε θέση να δώσουμε τον ορισμό της ψυχαναλυτικής κλινικής: «το Πραγματικό ως το αδύνατο να γίνει υποφερτό». Αυτό δείχνει ότι οι κλινικές δομές δεν αποτελούν παρά ισάριθμους τρόπους άμυνας απέναντι στο Πραγματικό, ως την οριακή περίπτωση του λεγόμενου σχιζοφρενούς, όπου το υποκείμενο εμφανίζεται χωρίς άμυνα μπροστά στο αδύνατο να γίνει υποφερτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου