Η «Πλάνη της Αναφοράς», όπως την αποκαλούν οι γλωσσολόγοι, ή αλλιώς η αναφορική πλάνη συνίσταται στην παραδοχή ότι το «νόημα» (το «σημαινόμενο» ή η «αναφορά») σχετίζεται με το «αναφερόμενο» (βλ. στο σχήμα).
Με τον όρο «αναφερόμενο» εννοούμε τις πιθανές καταστάσεις του Πραγματικού κόσμου οι οποίες υποτίθεται αντιστοιχούν στο περιεχόμενο της σχέσης «σημαίνον – σημαινόμενο». Είναι πολύ σημαντικό να μην υποτιμάται η έννοια του «αναφερομένου» διότι μια κακή επίδραση της οδηγεί τον άνθρωπο στην «Πλάνη της Αναφοράς». Δηλαδή, στην αφελή άποψη ότι «αναφερόμενο» και «αναφορά» ταυτίζονται. Το «αναφερόμενο», στην προκειμένη περίπτωση η εικόνα του σκύλου, αποτελεί μόνο το ερέθισμα της αίσθησης της όρασης. Το αποτέλεσμα – αυτό που μένει στην ψυχή μετά την θέαση του ερεθίσματος – είναι το «αίσθημα» γενικά. Στην προκειμένη περίπτωση – εφόσον μιλάμε για την αίσθηση της όρασης – αποτελεί το «όραμα». Αν, ας πούμε, επρόκειτο για την αίσθηση της ακοής θα μιλούσαμε για «άκουσμα», αν επρόκειτο για την γεύση θα μιλούσαμε για «γεύμα» κ.λπ. Όλα αυτά τα «αποτελέσματα» των αισθήσεων αποτελούν πλέον το «βίωμα» του ανθρώπου. Προσοχή, δεν αποτελούν ακόμα «συναίσθημα». Αποτελούν «αίσθημα». Το αίσθημα λοιπόν, ταυτίζεται με το «βίωμα».
Επομένως, αν δούμε στο σχήμα, αυτό που λειτουργεί, αυτή η πλευρά που αντιστοιχεί στην φαντασίωση του ανθρώπου είναι η αριστερή πλευρά του τριγώνου, ενώ την «Πλάνη της Αναφοράς» αντιπροσωπεύει η δεξιά πλευρά του τριγώνου.
Έτσι, από την στιγμή που θα γίνουμε μάρτυρες του ερεθίσματος δημιουργείται εντός μας το «βίωμα». Τώρα υπεισέρχεται η ομιλία. Η ομιλία δανείζεται μια λέξη από το φάσμα της γλώσσας και ονοματίζει το «βίωμα». Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «συμβολοποίηση». Η λέξη αυτή που δανείζεται η ομιλία ονομάζεται «σημαίνον» ακριβώς διότι δεν πρόκειται για μια λέξη που απλώς ονοματίζει. Πρόκειται για μια ονομασία που θα σημάνει κάτι. Αυτό που θα σημάνει είναι μια άλλη λέξη δανεισμένη και αυτή από το φάσμα της γλώσσας και η οποία θα αποτελέσει το «νόημα» του ονοματισμένου «βιώματος» ή αλλιώς, το «σημαινόμενο» του «σημαίνοντος». Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «σημαινοποίηση». Έτσι ενώ στην «συμβολοποίηση» αντιστοιχεί η οριζόντια πλευρά του τριγώνου, όπως κοιτάμε στο σχήμα, στην «σημαινοποίηση» αντιστοιχεί η αριστερή πλευρά του τριγωνικού σχήματος.
Αυτό το «συν» που προστίθεται μπροστά από το «αίσθημα» και το καθιστά «συναίσθημα», δεν είναι τίποτα άλλο από το «σημαίνον» που προσθέτει η ομιλία προκειμένου να περιγράψει το «αίσθημα» - «βίωμα». Γίνεται έτσι σαφές ότι το «συναίσθημα» αλλάζει το «αίσθημα – βίωμα», το αλλοτριώνει. Θα λέγαμε ότι το «συναίσθημα» είναι ερμηνευμένο (διαμεσολαβημένο από την γλώσσα, πάει να πει) «αίσθημα – βίωμα».
Συνοψίζοντας μέχρι τώρα έχουμε:
Α) Η αριστερή πλευρά του τριγώνου αντιστοιχεί στην «σημαινοποίηση» και συνιστά την φαντασίωση του ανθρώπου.
Β) Η δεξιά πλευρά του τριγώνου αντιστοιχεί στην «Πλάνη της Αναφοράς» και στην αυταπάτη του, ενώ
Γ) Η οριζόντια πλευρά αντιστοιχεί στην «συμβολοποίηση» και προηγείται χρονικά της «σημαινοποίησης».
Ας εξετάσουμε όμως από πιο κοντά την λειτουργία της «συμβολοποίησης».
Εν αρχή είναι το «αναφερόμενο» ή αν προτιμάτε το ερέθισμα των αισθήσεων. Πρόκειται για το Πραγματικό αντικείμενο και για τις ιδιότητες του. Για το αντικείμενο όπως είναι μέσα στην φύση.
Αυτό μας οδηγεί στο «αίσθημα – βίωμα». Αυτό αντιστοιχεί σε μια ψυχική ενέργεια (λίμπιντο) από μέρους μας, που επενδύουμε στο «αίσθημα – βίωμα». Αυτή η επένδυση ενέργειας στο αντικείμενο «αίσθημα – βίωμα» αποκαλείται απόλαυση.
Έχουμε την ανάγκη να ερμηνεύσουμε και να επικοινωνήσουμε αυτό το «αίσθημα – βίωμα» μας. Επιστρατεύουμε την ομιλία προκειμένου να το πράξουμε. Η ομιλία μας παρέχει την άρθρωση.
Η άρθρωση είναι σημαίνουσα. Αυτό σημαίνει ότι μέσω της άρθρωσης θα αποδώσουμε μια σημασία στο «αίσθημα – βίωμα». Η άρθρωση θα χρησιμοποιήσει λέξεις παρμένες από την γλώσσα (πολιτισμός, πάει να πει). Η άρθρωση δεν αποκτιέται «αυτόματα». Θα περάσει από στάδια μέχρι να ολοκληρωθεί και θα επενδυθεί με πολύ προσπάθεια από μέρους του ομιλούντος όντος.
Αυτή η σημαίνουσα άρθρωση, κατά την διάρκεια της πραγματοποίησης της, έχει μια διπλή ιδιότητα:
Κατά πρώτον «αδειάζει» από ψυχική ενέργεια το «αναφερόμενο». Θα έλεγα το εκκενώνει. Με άλλα λόγια, το ομιλ-όν αποεπενδύει από το «αίσθημα – βίωμα». Δημιουργεί έτσι μια Απουσία. Αυτή η απουσία αντιστοιχεί σε ένα κενό. Τώρα το ομιλ-όν μετατρέπεται σε Υποκείμενο. Δηλαδή, η ουσία του υποκειμένου είναι το κενό που δημιουργείται καταρχήν στην διαδικασία συμβολοποίησης. Από τι εκκενώνει το «αναφερόμενο» η σημαίνουσα άρθρωση; Από την επενδεδυμένη σε αυτό ψυχική ενέργεια, δηλαδή από την Απόλαυση. Αυτό το κενό συμβολίζεται με (– φ) και θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το αρνητικό «αναφερόμενο».
Κατά δεύτερον, δημιουργεί ένα άλλο θετικό «αναφερόμενο» στην θέση του εκκενωμένου παλαιού – που τώρα όμως, είναι άδειο – «αναφερόμενου». Συμβολίζεται με το «μικρό αντικείμενο – α». Αυτό τα «αναφερόμενο» είναι θετικό επειδή πάνω του επενδύει το ομιλ- όν όλη την ενέργεια που έχει αποεπενδύσει από το φυσικό – θα μπορούσα να πω – «αναφερόμενο». Με άλλα λόγια, όλη η Απόλαυση από το αρχικό αντικείμενο «περνάει» βαθμιαία στο αντικείμενο «μικρό – α». Αυτό το καινούργιο αντικείμενο αποτελεί και την αρχή της Φαντασίωσης. Όλη η συσσωρευμένη απόλαυση σε αυτό αποτελεί και την αιτία της δημιουργίας της Φαντασίωσης η οποία, όταν ολοκληρωθεί, αποτελεί και την ουσία της ψυχής του ομιλόντος. Αυτό σημαίνει ότι το αντικείμενο «μικρό – α» αποτελεί ένα ον μυθοπλασίας που εξαρτάται μόνον από την άρθρωση του σημαίνοντος και από τίποτε άλλο. Όταν γράφω «εξαρτάται από την άρθρωση του σημαίνοντος» εννοώ ότι εξαρτάται από την συνεκτικότητα της Φαντασίωσης. Δηλαδή, από το κατά πόσον ένα σημαίνον θα είναι συμβατό με ένα άλλο στο οποίο αποδίδει το «νόημα» του και κατά πόσο αυτό, με την σειρά του, θα είναι συμβατό με ένα επόμενο στο οποίο θα αποδίδει το δικό του «νόημα» και έτσι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται η σημαίνουσα αλυσίδα του υποκειμένου. Η συνεκτικότητα της οποίας θα χαρακτηρίσει και τον λεγόμενο «χαρακτήρα» του ομιλόντος.
Συνοπτικά:
Η Φαντασίωση με την συνεκτικότητα της πάντοτε καταλαμβάνει την θέση του γεγονότος για το υποκείμενο.
Είναι σαφές λοιπόν, που οφείλεται το κενό που βιώνουν κυρίως οι υστερικές και που ώρες – ώρες καθίσταται ανυπόφορο να το «κουβαλήσουν». Μιλάμε για το κενό του Υποκειμένου, εκείνο που δημιουργεί η σημαίνουσα άρθρωση κατά τον πρώτο χρόνο της συμβολοποίησης.
Από όλα αυτά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το αρχικό Φυσικό - Πραγματικό «αναφερόμενο» ουδεμία σχέση έχει με το «σημαινόμενο» του «σημαίνοντος». Το δεύτερο «αναφερόμενο» είναι προϊόν της Φαντασίωσης μας και άρα έχει υπόσταση επίφασης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου