Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021

Ξέρετε τίποτε από «συνεκτικότητα» και από «συνόχη»;

 

Στην προηγούμενη ανάρτηση μου είχα επισημάνει την αξία του «μικρού – α» για το υποκείμενο του σημαίνοντος. Για την ακρίβεια, είχα επισημάνει ότι η ύπαρξη αυτού του αντικειμένου «εξαναγκάζει» το υποκείμενο στην δημιουργία της Φαντασίωσης του. Όπως έγραψα «…όλη η Απόλαυση, από το αρχικό αντικείμενο, «περνάει» βαθμιαία στο αντικείμενο – α». Το αρχικό αντικείμενο είναι το «χαμένο», για το υποκείμενο, αντικείμενο. Εκείνο το αντικείμενο που εκκενώνεται από την απόλαυση, εκείνο το κενό αναφερόμενο που συμβολίζεται με (- φ), είναι το «χαμένο» αντικείμενο. Αυτό το αντικείμενο καθίσταται «χαμένο» όταν το υποκείμενο προσπαθεί να «μπει» στον λόγο, στην ομιλία. Αυτό το «χαμένο» αντικείμενο καθιστά το υποκείμενο ένα «εν ελλείψει ον».

Αυτό το εν ελλείψει ον εγκαλεί το αντικείμενο – α. Αυτό το αντικείμενο εμπεριέχει όλη την «χαμένη» απόλαυση του υποκειμένου. Μετά από αυτήν την έγκληση το υποκείμενο εισάγεται στον λόγο ο οποίος έχει ως στόχο την εκμηδένιση αυτού του αντικειμένου. Η εκμηδένιση αυτού του αντικειμένου θα είναι τόσο πιο αποτελεσματική όσο περισσότερο ο λόγος του υποκειμένου είναι αποτέλεσμα της «συνέπειας» του (consistance). Αυτός ο λόγος δεν λειτουργεί παρά μόνο μέσω της σημαίνουσας άρθρωσης του υποκειμένου. Άρα, το αντικείμενο – α υπάρχει μόνο και μόνο για να εκμηδενιστεί (να εκκενωθεί από την απόλαυση που εμπεριέχει) από την ανάπτυξη της σημαίνουσας άρθρωσης του υποκειμένου του σημαίνοντος. Η «συνέπεια» του αρθρωμένου λόγου του υποκειμένου είναι εκείνη από την οποία εξαρτάται η υπόσταση του αντικειμένου «μικρό – α». Εξαιτίας, αυτού του αντικειμένου η Φαντασίωση του υποκειμένου παίρνει τη θέση του αφόρητου Πραγματικού του υποκειμένου καθιστώντας έτσι την ζωή του υποφερτή. Επομένως, αυτό το αντικείμενο βρίσκεται στην αρχή του Συμβολικού και είναι το τελευταίο που συναντούμε όταν διασχίζοντας την Φαντασίωση του υποκειμένου «βαδίζουμε» προς το Πραγματικό.

Απέναντι σε αυτό το αντικείμενο αναπτύσσεται η αρθρωμένη σημαίνουσα αλυσίδα του «εν ελλείψει» υποκειμένου. Από την «συνέπεια» της εξαρτάται και η εκμηδένιση αυτού του αντικειμένου. Από εδώ και μετά το «εν ελλείψει» υποκείμενο καθίσταται υποκείμενο του σημαίνοντος (του Άλλου) και θα το ονομάζουμε «ομιλ – όν».

Αλλά, πότε στα αλήθεια η «συνέπεια» της αρθρωμένης αλυσίδας είναι ισχυρή και πότε αδύναμη; Από τι εξαρτάται η ισχύς αυτής της «συνέπειας», ιδιότητα που ως τέτοια έχει  προορισμό να εκμηδενίσει το αντικείμενο «μικρό – α» όσο το δυνατόν περισσότερο;

Η ισχύς της «συνέπειας» του «μικρού – α» εξαρτάται από δύο γλωσσικά μεγέθη: την «συνοχή» και την «συνεκτικότητα» της σημαίνουσας άρθρωσης, της Φαντασίωσης του υποκειμένου.

Για να είναι όμως μια σημαίνουσα αλυσίδα λογικά συγκροτημένη, χρειάζεται – εκτός από τη συνοχή ανάμεσα στις προτάσεις και τις παραγράφους της – να είναι συνεπής και ως προς το θέμα, τον σκοπό, τους αποδέκτες της, την πολιτισμική γνώση που ενέχει. Η συνεκτικότητα αναφέρεται στη νοηματική σύνδεση των επιμέρους στοιχείων με το κύριο θέμα της. Η συνοχή, από την άλλη, αναφέρεται στο σύνολο των γλωσσικών μέσων με τα οποία οι γλωσσικές μονάδες (προτάσεις, περίοδοι, παράγραφοι κ.λπ.) συνδέονται μεταξύ τους ώστε να αποτελέσουν μεγαλύτερες ενότητες λόγου.

Έτσι η συνεκτικότητα:

 - Είναι η εσωτερική σύνδεση των νοημάτων που αφορά το περιεχόμενο.

 - Είναι η λογική συνάφεια των μερών, η λογική ακολουθία των σκέψεων.

Η συνεκτικότητα εξασφαλίζεται από την ύπαρξη ενότητας και αλληλουχίας.

Ενότητα είναι η νοηματική συνάφεια ανάμεσα σε κύριες και δευτερεύουσες ιδέες της αλυσίδας.

Αλληλουχία  είναι η σύνδεση μερών (πρόλογος - κύριο μέρος - επίλογος) και η λογική διάταξη ιδεών.

Από την άλλη η συνοχή εξασφαλίζεται με:

1. διαρθρωτικές λέξεις ή φράσεις*

2. επανάληψη μιας λέξης ή φράσης που προηγήθηκε

3. αντικατάσταση μιας λέξης ή φράσης που προηγήθηκε με άλλη λέξη ισοδύναμή της

    (π.χ. αντωνυμία)

4. παράλειψη μια λέξης επειδή εννοείται εύκολα από τα προηγούμενα

5. ερωταπόκριση (τίθεται δηλαδή ένα ερώτημα και δίνεται μετά η απάντηση)

6. οργάνωση του λόγου στον άξονα του χρόνου ή του χώρου

7. διατήρηση ενιαίου ύφους στο λόγο.

* Με τις διαρθρωτικές λέξεις δηλώνεται:

1. αίτιο - αποτέλεσμα ή αιτιολόγηση: επειδή, γιατί, διότι, έτσι, γι’ αυτό τον λόγο, εξαιτίας κτλ.

2. αντίθεση - εναντίωση: αλλά, όμως, ωστόσο, από την άλλη πλευρά, αντιθέτως, τουναντίον, αν και, παρόλο που, μολονότι  κτλ.

3. χρονική σχέση: ύστερα, μετά, προηγουμένως, εντωμεταξύ, ταυτόχρονα, παράλληλα, συνάμα, συνακόλουθα, όταν, σαν, καθόσον  κτλ.

4. όρος - προϋπόθεση: αν, εκτός αν, σε περίπτωση που, μόνο όταν, μόνο αν, υπό την προϋπόθεση ότι κτλ.

5. επεξήγηση: με άλλα λόγια, δηλαδή, για να γίνω πιο σαφής, πιο συγκεκριμένα, με αυτό ακριβώς εννοώ, άρα κτλ.

6. έμφαση: ιδιαίτερα δε, βέβαια, μάλιστα, είναι άξιο λόγου, θα ήθελα να τονίσω, θέλω δε να επιστήσω την προσοχή σας κτλ.

7. παράδειγμα: π.χ., λ.χ., για παράδειγμα, χαρακτηριστική περίπτωση, όπως  κτλ.

8. απαρίθμηση επιχειρημάτων: πρώτον, δεύτερον, τρίτον, καταρχάς, αρχικά κτλ.

9. προσθήκη πληροφορίας: επιπλέον, επίσης, ακόμα, παράλληλα, επιπρόσθετα, εκτός αυτού, αλλά και  κτλ.

10. η διάρθρωση της αλυσίδας: το άρθρο/ η μελέτη/ εισήγηση /ομιλία χωρίζεται σε τρία μέρη: Το πρώτο, το δεύτερο κλπ.

11. συμπέρασμα, συγκεφαλαίωση: Τελικά, συνεπώς, έτσι, οπότε, συμπερασματικά, συνοψίζοντας, ολοκληρώνοντας, καταλήγοντας, συγκεφαλαιώνοντας, επιλογικά, εν κατακλείδι κτλ.

   Τελικά «συνεκτικότητα» είναι το αποτέλεσμα της ύπαρξης λογικών νοηματικών σχέσεων σε όλα τα συντακτικά επίπεδα ενός λογικού λόγου.

    Εφόσον ένας λόγος είναι λογικός τότε η συνεκτικότητα είναι υποχρεωτική.

    Πιθανότατα αυτές οι λογικές νοηματικές σχέσεις επισημαίνονται με συγκεκριμένες διαρθρωτικές λέξεις φράσεις. Αυτές, εάν υπάρχουν, δημιουργούν τη συνοχή του κειμένου.

Διαβάστε δύο παραδείγματα λογικών λόγων όπου επισημαίνονται τόσο τα στοιχεία «συνεκτικότητας» όσο και τα στοιχεία «συνοχής» του λόγου:

“Η επαναφορά της θανατικής ποινής θα συνιστούσε έσχατη πλάνη. Γιατί η θανατική ποινή είναι ηθικά και πολιτισμικά απαράδεκτη, πρακτικά περιττή, ως ατελέσφορη και δημοκρατικά ανεπίτρεπτη και επικίνδυνη. Η θανάτωση ενός ανθρώπου δεν μπορεί ηθικά και λογικά να συνιστά ποινή στο πλαίσιο του σύγχρονου Ποινικού Δικαίου. Διότι το Δίκαιο αυτό, με βάση τις ηθικοκοινωνικές μας αντιλήψεις πρέπει να αυτοπεριορίζεται και με τις κυρώσεις του να επιδιώκει την επίτευξη κοινωνικών στόχων. Για ένα τέτοιο Ποινικό Δίκαιο η επιβολή ποινής αποτελεί αποκλειστικά κοινωνική και γι’ αυτό εγκόσμια υπόθεση. Μια ποινή συνεπώς, που αφαιρεί τη ζωή, παύει να είναι κοινωνικό εγκόσμιο μέτρο και συνιστά ανεπίτρεπτη για την κοινωνική φύση του Δικαίου ανάμιξη του σε ξένο προς αυτό χώρο, συγκεκριμένα εμπλοκή του στον χώρο του μεταφυσικού ερωτήματος για το νόημα της ανθρώπινης ζωής και του θανάτου”.                                 (Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης)

Επίσης:

“Στην εφηβεία εμφανίζονται και τα πρώτα προβλήματα, που διακόπτουν την ανεμελιά και την αθωότητα των πρώτων παιδικών χρόνων. Τα προβλήματα αυτά σχετίζονται κυρίως με το περιβάλλον των εφήβων ή απορρέουν κι από την ίδια τους τη φύση, που αλλάζει αισθητά όχι μόνο τη μορφή και το σώμα τους, αλλά και τη συμπεριφορά τους. Οι περισσότεροι έφηβοι βιώνουν έντονα τις αλλαγές αυτές που συντελούνται μέσα τους, νιώθουν αμηχανία ή ντροπή και φόβο απόρριψης, ιδίως από τη συνάντησή τους με το άλλο φύλο. Αυτή η σχέση με το άλλο φύλο είναι καθοριστικής σημασίας για την ωρίμανση των εφήβων, γιατί συνειδητοποιούν καλύτερα τον δικό τους ρόλο και διαμορφώνουν έτσι την προσωπικότητά τους. Αυτή όμως η επιβεβαίωση δια των άλλων, η προσπάθεια να είναι ξεχωριστοί, αρεστοί και αποδεκτοί τους δημιουργεί άγχος κι ανασφάλεια ή ακόμα μελαγχολική διάθεση και τάσεις αυτοαπόρριψης. Αυτά τα ψυχολογικά προβλήματα τους αποδιοργανώνουν τη ζωή και τους αποσπούν από τα μαθήματά τους ή την οικογένειά τους. Έτσι εξηγείται η υποτονικότητα τους, η απροθυμία τους γενικά και η τάση απομόνωσης. Ο έφηβος κλείνεται στον εαυτό του γιατί νιώθει πιο έντονα ¨ενοχές¨ ή τον φόβο της αποτυχίας στη ζωή του”.

           (από το θέμα: "Παιδιά - έφηβοι - νέοι")   

Η «συνεκτικότητα» αναφέρεται κυρίως στη συγκρότηση των ιδεών και των επιχειρημάτων, ώστε να γίνεται ομαλά η μετάβαση από το ένα νόημα στο άλλο. Το κύριο συνεκτικό στοιχείο σε κάθε λόγο είναι το θέμα του (θεματική συνεκτικότητα). Οι παράγραφοι αναλύουν κάποιο θεματικό κέντρο που συνδέεται άμεσα με το θέμα, την κύρια ιδέα του λόγου. Εντός των παραγράφων παρατηρούμε λογική αλληλουχία και νοηματική συνάφεια ανάμεσα στα στοιχεία (νοηματική συνεκτικότητα).

Από όσα ανάφερα μέχρι τώρα γίνεται σαφές ότι όσο μεγαλύτερη «συνέπεια» έχει η σημαίνουσα αλυσίδα ενός λόγου, δηλαδή όσο μεγαλύτερη είναι η «συνοχή» και η «συνεκτικότητα» ενός λόγου τόσο μεγαλύτερη είναι και η εκμηδένιση του αντικειμένου «μικρό – α». Με άλλα λόγια, τόσο περισσότερο εκκενώνεται το αντικείμενο – α από την Απόλαυση που περιέχει όσο πιο συνεκτικός και με μεγαλύτερη συνοχή είναι ο λόγος του «ομιλ-όντος».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου