Τετάρτη 27 Απριλίου 2022

Ο Ζητιάνος Της Αγάπης


Κάθε γυναίκα, εκτός κι αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα συναντάει κάποιον άντρα-ναυάγιο και προσπαθεί να τον σώσει. Ενίοτε το πετυχαίνει. Και κάθε γυναίκα, αργά ή γρήγορα, βρίσκει έναν υγιή, ολότελα λογικό άντρα και τον καταντάει ναυάγιο. Αυτό το πετυχαίνει πάντοτε.

«Καθημερνώς στη πόρτα σου, θα σου χτυπώ ν’ ανοίξεις

είμαι ζητιάνος και γι αυτό μη με παρεξηγήσεις.

Και μη μου δώσεις πρόσεξε, ό,τι κι αν σου γυρεύω

κλείσε την πόρτα σου καλά κι εγώ ας ζητιανεύω.

 Κι ένα πρωί στη πόρτα σου, θα με 'βρει ο σκουπιδιάρης

δεν θα σου ζητιανεύω πια στο κάρο θα με βάλεις.

Το ξέρω αφιλότιμη, θα χύσεις μαύρο δάκρυ

να είσαι πάντα σου εύχομαι, ζητιάνα στην αγάπη».

Μουσική - Στίχοι: Τσιτσάνης Βασίλης, Τραγούδι: Ιωάννα Γεωργακοπούλου, 1946

Το «αίτημα» λοιπόν, μας κάνει «ζητιάνους» ή αν προτιμάτε «επαίτες» του Άλλου. Το «αίτημα» προς τον Άλλο κυριαρχεί εντός μας. Αναρωτιόμαστε συνεχώς: «Άραγε, έπραξα σωστά;» ή «Πράγματι, οφείλω να πράξω κατά αυτόν τον τρόπο;» είτε «Τι πρέπει να πω, πως πρέπει να μιλήσω;». Απευθυνόμαστε στον Άλλο που κατοικεί εντός μας και του απευθύνουμε το «αίτημα» μας. Κατά βάση του ζητάμε να μας αγαπήσει. Με όλα τα χρέη μας προς αυτόν που προσπαθούμε να τα ξεπληρώσουμε μέσω όλων αυτών των «πρέπει» μας, του ζητάμε να μας αγαπήσει.

Αυτόν τον Φαντασιακό Άλλο, ο οποίος κατοικεί εντός μας, τον αγαπήσαμε πρώτοι εμείς. Με αυτή μας την αγάπη από Φαντασιακό τον κάναμε Πραγματικό, υπαρκτό, εντός μας. Αφού λοιπόν τον αγαπήσαμε τώρα γινόμαστε εμείς ζητιάνοι της αγάπης του.

Στο παραπάνω κομμάτι του Τσιτσάνη, το οποίο γράφτηκε στα 1946, ο Άλλος είναι γένους θηλυκού ώστε ο ίδιος ο στιχουργός γίνεται ζητιάνος της αγάπης της «αφιλότιμης». Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι για κάθε άντρα η γυναίκα, η θηλυκή γυναίκα είναι Άλλος - Έτερος. Η ύπαρξη του θηλυκού Άλλου είναι η αιτία της ζητιανιάς, της επαιτείας του στιχουργού μα και ο δημιουργός της επιθυμίας του για αγάπη: «Και μη μου δώσεις πρόσεξε, ό,τι κι αν σου γυρεύω, κλείσε την πόρτα σου καλά κι εγώ ας ζητιανεύω».

Όσοι από μας έχουμε εντός μας «ιερό και όσιο» αγαπάμε τον Άλλο και γινόμαστε, ως εκ τούτου, ζητιάνοι - επαίτες της αγάπης του μα αναγνωρίζουμε ότι χάρη σε αυτόν επιθυμούμε. Χάρη σε αυτήν την επιθυμία που μας δημιούργησε Εκείνος, νιώθουμε ζωντανοί και αυτήν θέλουμε να διατηρήσουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που τον παρακαλάμε να «μην μας δώσει ό,τι και αν του γυρεύουμε!». Θέλουμε να κρατήσουμε «ζωντανή» την επιθυμία μας, φοβόμαστε την έκλειψη της!  Για αυτό άλλωστε και «η ζητιανιά στην αγάπη» δεν αποτελεί κατάρα αλλά ευχή: «…να είσαι πάντα σου εύχομαι, ζητιάνα στην αγάπη!»

Όσοι αντίθετα, δεν τον πιστεύουμε φυσικά και δεν τον αγαπάμε. Τότε τον διαψεύδουμε σε ότι εκείνος απαιτήσει από μας. Τον ειρωνευόμαστε, δεν πιστεύουμε στην αγάπη του, όμως, ακόμα και τότε, τον έχουμε ανάγκη, τον καθιστούμε υπαρκτό. Μόνο και μόνο για να τον ειρωνευτούμε. Μόνο και μόνο για να τον περιγελάσουμε και να τον διαψεύσουμε.

Όπως και να χει αυτός ο Άλλος είναι αναγκαίος στην ζωή μας. Είναι εκείνος που την κάνει υποφερτή. Χωρίς Εκείνον η ζωή γίνεται … Πραγματική, αφόρητη πάει να πει!

Ακούστε τον ποιητή μας, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο πως μας περιγράφει τον Ζητιάνο της Αγάπης:        

«Στη Διαγώνιο, λίγο πιο πριν απ’ το φωτογραφείο του Μισέλ, πολλές φορές όταν περνούσα έβλεπα ένα γέρο λερό και λιγδιασμένο, πού κάθονταν κατάχαμα στο πεζοδρόμιο και ζήταγε απ’ τους περαστικούς βοήθεια. Οι νεαροί της Τσιμισκή, πού έκαναν τη βόλτα τους ως το σημείο εκείνο, φαίνεται ότι ένιωθαν ενοχλημένοι απ’ την παρουσία του-αν δεν του έριχναν καμιά δεκάρα, βλαστήμαγε μέσ’ απ’ τα δόντια του-κι έτσι τερμάτιζαν τη βόλτα τους στου Γκιγκιλίνη.

Ένα απομεσήμερο, καθώς περνούσα από κει, είδα μια ωραία κοπέλα, γύρω στα είκοσι πέντε, καλλονή της Τσιμισκή, πού στάθηκε μπροστά στο γέρο, του χαμογέλασε ανοιχτόκαρδα-με κάποια συγκατάβαση, ειν’ αλήθεια-κι ύστερα έσκυψε κοντά του, λύγισε τα γόνατα και, προσπαθώντας να μη λερωθεί, του πρότεινε απαλά το μάγουλό της. Ο γέρος, σα να ήξερε κι από άλλοτε, ζωήρεψε απότομα και άρχισε να τη φιλάει με βουλιμία, προσέχοντας κι αυτός μην την λερώσει. Τα μάτια του έλαμπαν από τη σπάνια ευτυχία. Μετά από κάμποσα φιλήματα, η ωραία ανασηκώθηκε παραμερίζοντας το γέρο και, όπως σκούπιζε τα μάγουλά της με το μαντηλάκι της, του είπε με γλυκιά φωνή: «Εντάξει; Φτάνει για τώρα. Άλλη φορά». Ο γέρος κάτι της ψιθύριζε σα να παραληρούσε, ενώ τα μάτια του είχαν γουρλώσει και τα σάλια του έτρεχαν. Η ωραία εξαφανίστηκε, και κάποιος είπε στους περίεργους που είχαν μαζευτεί, πώς κι άλλοτε του έτυχε να δει το ίδιο περιστατικό με την κοπέλα και το γέρο.

«Αυτό θα πει ζητιάνος της αγάπης», σκέφτηκα μέσα μου και μελαγχόλησα: χρόνια πολλά ζητιάνευα κι εγώ ένα φιλί, κι όμως κανείς δε βρέθηκε να μ’ ελεήσει».

Από τα μικρά πεζά ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ (Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου