Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Το πρόβλημα με τις αντωνυμίες

 

Υπάρχει ένα πρόβλημα με τις αντωνυμίες: Λέμε εμείς και εννοούμε εγώ, λέμε εσύ και εννοούμε εγώ, λέμε αυτός και εννοούμε πάλι εγώ.

Στην ουσία μόνο με το εγώ μπορούμε να εννοήσουμε κάποιον άλλο!

Τώρα σκέφτομαι ότι μπορεί να μην υπάρχουν πολλοί άνθρωποι αλλά μόνο ένας που επαναλαμβάνεται πολλές φορές. Επαναλαμβάνεται ως είδωλο μπροστά σε διαδοχικούς καθρέφτες. Έτσι εξηγείται η ομοιότητα και η αφοβιά μου μπροστά στους όμοιους μου. Όπως δηλαδή δεν υπάρχει παρά μόνο μια σταγόνα νερό ή παρά μόνο ένας κόκκος άμμου.

Σκέφτομαι όπως σκέφτηκε και ο Βουδιστής καλόγερος:

Ένας Βουδιστής μοναχός, ένα ξημέρωμα βγαίνει από το μοναστήρι του και κατευθύνεται προς έναν ναό, στην κορυφή ενός βουνού. Δεν κρατάει έναν σταθερό βηματισμό και κάνει διάφορες στάσεις, ανάλογα με την επιθυμία του να διαλογιστεί. Κάποια στιγμή σταματάει να πιει νερό από μια πηγή, και παρατηρεί ότι η σκιά ενός μοναχικού δέντρου πέφτει ακριβώς στο σημείο όπου το νερό σχηματίζει ένα ρυάκι.

Την νύχτα φτάνει στον ναό, όπου περνάει μια – δυο μέρες διαλογιζόμενος, και την αυγή της τρίτης μέρας παίρνει τον δρόμο του γυρισμού από τον ίδιο δρόμο. Περνώντας μπροστά από την πηγή διαπιστώνει με έκπληξη ότι το ίδιο δέντρο στέλνει την σκιά του πάνω στην πηγή, και συμπεραίνει ότι, τόσο στο ταξίδι του πηγαιμού όσο και σε εκείνο του γυρισμού, πέρασε από το ίδιο σημείο την ίδια ώρα. Στην αρχή αυτό του φαίνεται σαν μια εκπληκτική σύμπτωση (τύχη), αλλά αφού το σκεφτεί λίγα λεπτά, φτάνει στο συμπέρασμα ότι, αναπόφευκτα, θα υπήρχε ένα σημείο του δρόμου[1] από όπου θα περνούσε την ίδια ώρα, τόσο πηγαίνοντας όσο και επιστρέφοντας, παρά το γεγονός ότι βάδιζε με διαφορετικές ταχύτητες κι έκανε διάφορους σταθμούς, όπου και για όσο χρόνο ήθελε.

Ο μοναχός κάθε άλλο παρά διέθετε τις γνώσεις που θα ήταν αναγκαίες για να εκφράσει μαθηματικά το συμπέρασμα του, αλλά συλλογίστηκε ως εξής:

«Αν, την ίδια μέρα που, ξημερώματα, βγήκα από το μοναστήρι για να πάω στον ναό, είχε βγει ένας άλλος μοναχός από τον ναό για να έλθει στο μοναστήρι, δεν χωράει καμμιά αμφιβολία ότι, σε κάποιο σημείο του δρόμου θα διασταυρωνόμασταν. Και αφού μια μέρα είναι όλες οι μέρες κι ένας άνθρωπος είναι όλοι οι άνθρωποι, μπορώ να φανταστώ ότι η μέρα του πηγαιμού και η μέρα του γυρισμού μου είναι μία, κι ότι διασταυρώθηκα με τον εαυτό μου!».

Τελικά, πάντα με τον εαυτό μας διασταυρωνόμαστε. Ο Άλλος ήμαστε εμείς. Η κόλαση αλλά και ο παράδεισος είναι μέσα μας. Εντός μας. Ο Άλλος είναι μια προβολή του εαυτού μας. Πράγματι μόνο μέσω του εγώ μπορούμε να εννοήσουμε τον άλλο!

Κάποιοι από μας ενίοτε τα πάμε καλά με τον εαυτό μας. Είναι εκείνες οι στιγμές που τον υπολογίζουμε, τον εκτιμάμε, τον σεβόμαστε και τον αγαπάμε. Τότε αγαπάμε τον άλλο. Είναι στιγμές όμως, που το εγώ μας μισεί τον εαυτό. Τότε η επιθετικότητα μας στρέφεται εναντίον του. Αν τούτο το μίσος στρέφεται προς «τα μέσα» - οπότε αποκαλείται κατάθλιψη – ή προς τα έξω – προς τον άλλο – ελάχιστη σημασία έχει επί της ουσίας.              



[1] Πρόκειται για το «Θεώρημα του Σταθερού Σημείου» που αποδείχθηκε το 1912 από τον Ολλανδό Μαθηματικό L. E. Brouer. Το θεώρημα προήλθε από την παρατήρηση του Brouer για ένα φλιτζάνι καφέ. Αν κάποιος ανακατέψει για να διαλύσει ένα κομμάτι ζάχαρης, φαίνεται ότι υπάρχει πάντα ένα σημείο χωρίς κίνηση. Έβγαλε το συμπέρασμα ότι ανά πάσα στιγμή, υπάρχει ένα σημείο στην επιφάνεια που δεν κινείται. Το σταθερό σημείο δεν είναι απαραίτητα το σημείο που φαίνεται να είναι ακίνητο, αφού το κέντρο της αναταραχής κινείται λίγο. Το αποτέλεσμα δεν είναι διαισθητικό, καθώς το αρχικό σταθερό σημείο μπορεί να γίνει κινητό όταν εμφανιστεί ένα άλλο σταθερό σημείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου