Ένας ναυαγός βρέθηκε σε ένα ερημονήσι με τη Μόνικα Μπελούτσι. Κάνει έρωτα μαζί της. Αφού τελειώνουν, αυτή τον ρωτάει πώς του φάνηκε. «Τέλεια», απαντά αυτός, «αλλά για να ολοκληρώσω την απόλαυση μου, θα ήθελα ακόμη μια μικρή χάρη: μπορείς να ντυθείς σαν τον καλύτερο μου φίλο, να βάλεις παντελόνια και να ζωγραφίσεις μουστάκι στο πρόσωπο σου;». Όταν αυτή έκανε ό,τι της ζήτησε, αυτός την πλησιάζει, της δίνει μια φιλική αγκωνιά στα πλευρά και της λέει συνωμοτικά: «Λοιπόν, μεγάλε, άκου τι μου έτυχε. Μόλις πριν από λίγο πήδαγα τη Μόνικα Μπελούτσι»! Αυτός είναι ο μεγάλος Άλλος», ο Τρίτος, το βλέμμα ενός άλλου, αυτός που είναι πάντα παρών και ολοκληρώνει την απόλαυση μας και συνεπώς την καθορίζει μέσω της αναγνώρισης. Άρα πάντα κάνουμε έρωτα τρεις, ίσως και τέσσερις! Ο μεγάλος Άλλος, λοιπόν, είναι ο εικονικός παραλήπτης, είναι ο θεός ή η Ιστορία ή ένας μεγάλος σκοπός, και υπάρχει μόνο στο βαθμό που εμείς ενεργούμε σαν να υπήρχε, όταν δηλαδή τον έχουμε ανάγκη.
Όταν διατυπώνουμε ένα αίτημα μας δεν ζητάμε απλώς από τον άλλο να ικανοποιήσει μια ανάγκη μας, αλλά και να μας προσφέρει ανεπιφύλακτα την αγάπη του. Κάθε φορά που η ανάγκη για ένα αντικείμενο μπαίνει στη γλώσσα και απευθύνεται στον άλλο –δηλαδή κάθε φορά που μιλάμε– ζητάμε αναγνώριση από τον άλλο.
Ένα βρέφος που ζητάει το στήθος χρειάζεται τροφή, αλλά απαιτεί ταυτόχρονα την προσοχή και την αγάπη της μητέρας. Η επιθυμία είναι πάντοτε επιθυμία για τον άλλο και δηλώνει ακριβώς το πλεόνασμα του αιτήματος επί της ανάγκης. Μια μετανάστρια που υποστηρίζει ότι η μη πρόσληψή της σε μια δουλειά αποτελεί φυλετική διάκριση, προβάλλει δύο σχετικά ανεξάρτητες αξιώσεις: αναφέρεται πρώτα στην ανάγκη της για εργασία. Αλλά, ταυτόχρονα, η άδικη άρνηση εργασίας αμαυρώνει την ευρύτερη ταυτότητά της, με το εγγενές φυλετικό της στοιχείο. Κάθε πολιτική αξίωση και δικαίωμα συνδέει λοιπόν ένα μέρος του σώματος ή της προσωπικότητας μας με κάτι που υπερβαίνει την ανάγκη: την επιθυμία εκείνου που αρθρώνει το αίτημα να αναγνωριστεί και να αγαπηθεί ως πλήρες και ακέραιο υποκείμενο, κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα και δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί.
Κι αυτό γιατί ούτε ο μεγάλος Άλλος της συμβολικής τάξης (γλώσσα, νόμος, κράτος) ούτε το άλλο πρόσωπο μπορούν να ανταποκριθούν στο αίτημα της αναγνώρισης χωρίς προϋποθέσεις, όπως δηλαδή την ζητάμε εμείς. Ο μεγάλος Άλλος είναι η αιτία και το σύμβολο της έλλειψης μας και δεν αποτελεί μια ενοποιημένη, ακέραιη και προφανή τάξη. Τίποτε δεν μπορεί να κάνει το δίκαιο εσωτερικά συνεπές, συνεκτικό και ολοκληρωμένο παρά τους ισχυρισμούς της νομικής ιδεολογίας. Ομοίως, το άλλο πρόσωπο, του οποίου την αγάπη λαχταράμε, υπόκειται στον ίδιο με μας διαχωρισμό και έλλειψη. Ο άλλος δεν μπορεί να προσφέρει αυτό που μου λείπει, γιατί λείπει και από εκείνον.
Βρισκόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι και με τα δύο είδη της επιθυμίας: Πρώτα την επιθυμία του άλλου, που συνήθως αστοχεί μια και ο άλλος δεν μπορεί να μας δώσει αυτό που ούτε εμείς ούτε αυτός έχει. Αναγκάζεται λοιπόν η επιθυμία να φτιάχνει φαντασιακές κατασκευές και να μετατοπίζεται κάθε φορά που ματαιώνονται. Η δεύτερη ριζική επιθυμία είναι το πλεόνασμα του αιτήματος επί της ανάγκης, το κομμάτι κάθε αιτήματος που δεν μπορεί να αναχθεί σε ανάγκη. Επειδή δεν μπορούμε και δεν πρέπει να πλησιάσουμε το πραγματικό αντικείμενο του πόθου, το εκτοπίζουμε συνεχώς σε ανεπαρκή αντικατάστατα. Το αντικείμενο του πόθου πάντοτε αναβάλλεται γιατί αναφέρεται στην επιθυμία να γίνουμε ξανά ολόκληροι, να αγαπηθούμε πλήρως από τον άλλο. Αγάπη εδώ σημαίνει να δώσουμε στον άλλο αυτό που δεν έχουμε! Αυτή η δεύτερη επιθυμία βρίσκεται πίσω από κάθε μεγάλη ριζική αλλαγή και ενώνει εαυτό και συλλογικότητες.
Και αφού ούτε ο Άλλος αλλά ούτε ο άλλος μπορούν να ανταποκριθούν στο αίτημα μας της αναγνώρισης χωρίς προϋποθέσεις, εμείς, τα υποκείμενα που κουβαλάμε την έλλειψη μας, τι κάνουμε;
Εμείς που βιώνουμε αυτό το τεράστιο χάσμα εντός μας αυτό ανάμεσα στην ψυχολογική ταυτότητα (την ιδέα που έχει κάποιος για τον εαυτό του, αυτό που νομίζει ότι ΕΙΝΑΙ) και τη συμβολική του ταυτότητα (με αυτό που ο νομίζει ο Άλλος, ο μεγάλος Άλλος).πως λειτουργούμε;
Βλέπετε το άτομο δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα σ' αυτό που είναι (την επιθυμία του) και σε ό,τι βλέπουν οι άλλοι σ' αυτό. Εδώ έχουμε τη γνωστή προσέγγιση της επιθυμίας ως επιθυμίας του άλλου. Δηλαδή την επιθυμία του άλλου να με επιθυμήσει και κυρίως επιθυμία γι' αυτό που ο άλλος επιθυμεί. Από αυτό ξεκινά ο φθόνος και η μνησικακία. Πως μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με την μνησικακία και τον φθόνο, απαγορευμένα πράγματα δηλαδή;
Ενεργοποιούμε την πιο δυνατή άμυνα της ψυχής μας. Αυτή την άμυνα που ακούει στο όνομα Απώθηση: Η Απώθηση αποτελεί την πιο βασική άμυνα υψηλότερης τάξης που μας επιτρέπει να παραπέμπουμε στο ασυνείδητο ενορμήσεις που μας προκαλούν αναστάτωση και απειλούν την ακεραιότητά μας. Η Απώθηση θέτει εκτός συνείδησης τις ενορμήσεις που θεωρούνται επικίνδυνες. Αυτές μπορεί να είναι φαντασιώσεις, συγκινήσεις, μνήμες και εικόνες.
Δυστυχώς όμως, η Απώθηση δημιουργεί απωθημένα! Αυτά ζητούν την αναγνώριση από την συνείδηση. Θέλουν να επιστρέψουν από το ασυνείδητο όπου τα καταχωνιάσαμε. Θέλουν να μιληθούν από το στόμα μας, να ακουστούν από τα αυτιά μας, και όταν εμείς δεν τους επιτρέπουμε κάτι τέτοιο τότε αυτά, μη έχοντας άλλη διέξοδο, «ζωγραφίζονται» στο σώμα μας και αποτελούν το σύμπτωμα μας.
Αυτά τα απωθημένα αποτελούν τον εαυτό μας ο οποίος πιέζει το Εγώ μας για αναγνώριση και παλεύει για να νικήσει την άμυνα μας που φέρει το όνομα απώθηση.
Το αλκοόλ ρίχνει τις άμυνες. Νικά την Απώθηση. Επιτρέπει στα απωθημένα να ακουστούν και να μιληθούν. Ο εαυτός, με το αλκοόλ έχει υπόσταση πλέον. Κι επειδή οι άνθρωποι τείνουμε να οχυρώνουμε τη νηφαλιότητά μας μ’ απόρθητα τείχη και κάστρα για να προστατευτούμε από επέλαση σκέψεων, συναισθημάτων, ευχών βρώμικων, ένα μεθύσι πάντα στέκεται ακμαίο δίπλα στ’ ανομολόγητα και ανείπωτα. Άλλωστε, εσύ ο εσωστρεφής, που εκδηλώνεσαι δύσκολα κι έχεις αλλεργία σε κάθε είδους στοργικότητα, βρίσκεις μέθοδο να ξομολογήσεις τα «μέσα» σου.
Άκου λίγο τον Μπωντλαίρ
«Πρέπει να ‘σαι πάντα μεθυσμένος. Εκεί είναι όλη η ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα. Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη, πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα. Αλλά με τι; Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει. Αλλά μεθύστε.
Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού, στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας, ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο ή χαμένο, ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, το κάθε τι που φεύγει, το κάθε τι που βογκά, το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι που τραγουδά, ρωτήστε τι ώρα είναι, και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν:
— Είναι η ώρα να μεθύσετε!
Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!
Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει».
Μεθύστε (Σαρλ Μπωντλαίρ)
Άκουσε τον και στο πεζό του «Στη μία μετά τα μεσάνυχτα»
«Επιτέλους! Μόνος! Δεν ακούγεται πια παρά ο ήχος από τις λιγοστές αργοπορημένες και κατάκοπες άμαξες στο βάθος της νύχτας. Για μερικές ώρες θ’ αξιωθούμε τη σιωπή, και ίσως τη γαλήνη. Επιτέλους! Η τυραννίδα του ανθρώπινου προσώπου εξαφανίζεται και δεν έχω πια να υποφέρω παρά μονάχα από τον εαυτό μου.
Επιτέλους! Είμαι επιτέλους ελεύθερος ν’ αφεθώ σ’ ένα λουτρό σκοτάδια! Πρώτα-πρώτα διπλοκλειδώνω την κλειδωνιά. Μου φαίνεται πως αυτή η επιπρόσθετη στροφή του κλειδιού θα επαυξήσει τη μοναξιά μου και θα ενισχύσει τα οδοφράγματα που με χωρίζουνε πραγματικά από τον κόσμο.
Ζωή φρικτή! Πόλη φρικτή! Ας ανακεφαλαιώσουμε, λοιπόν, την αποψινή μέρα: έχοντας δει μερικούς ανθρώπους των γραμμάτων, εκ των οποίων ο ένας με ρώτησε εάν θα μπορούσε άραγε να επισκεφτεί κανείς την Ρωσία δια ξηράς (προφανώς θεωρούσε πως επρόκειτο για νησί)· έχοντας φιλονικήσει γενναιόδωρα με τον διευθυντή κάποιας επιθεώρησης, ο οποίος σε κάθε αντίρρηση ανταπαντούσε: «Ακούστε, κύριε μου, εδώ είμαστε έντιμοι άνθρωποι» αφήνοντας να εννοηθεί πως οι συντάκτες όλων των υπολοίπων δεν είναι παρά κανάγιες· έχοντας χαιρετήσει καμιά εικοσαριά άτομα εκ των οποίων δεν γνώριζα τουλάχιστον τα δεκαπέντε· έχοντας διανείμει ισάριθμες χειραψίες κι ετούτο δίχως να έχω καν φροντίσει ν’ αγοράσω γάντια· έχοντας ανέβει, κατά τη διάρκεια μιας νεροποντής, εν μέρει για να σκοτώσω το χρόνο μου, στο δώμα μιας πόρνης που με παρακάλεσε να τη σχεδιάσω με την περιβολή της Αφροδίτης· έχοντας περάσει από έναν διευθυντή θεάτρου, ο οποίος μου είπε δίνοντάς μου τα παπούτσια στο χέρι: «Καλά θα κάνατε ν’ απευθυνθείτε στον Ζ. …είναι ο πιο βαρύς, ο πιο ηλίθιος κι ο πιο δημοφιλής από τους συγγραφείς μου, όλο και κάτι θα κερδίσετε από τη γνωριμία μαζί του. Δείτε τον κι έπειτα ξαναμιλάμε αν είναι» και ο οποίος εν συνεχεία με εκθείασε (γιατί άραγε;) για διάφορες πρόστυχες πράξεις που ουδέποτε διέπραξα και αποσιώπησε άλλες που με χαρά διέπραξα, κακούργημα φανφαρονισμού, έγκλημα εναντίον του ανθρώπινου σεβασμού· έχοντας αρνηθεί σ’ έναν φίλο μια εύκολη εξυπηρέτηση κι έχοντας δώσει συστατική επιστολή σ’ ένα υποκείμενο ολωσδιόλου γελοίο· ουφ! Εντάξει, τέλειωσε πια;
Δυσαρεστημένος απ’ όλους και κυρίως από τον εαυτό μου, θα ήθελα να μ’ αποζημιώσω και να μεθύσω λιγάκι μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή της νύχτας. Ψυχές εκείνων που αγάπησα, ψυχές εκείνων που τραγούδησα, δώστε μου δύναμη, στηρίχτε με, πάρτε από πάνω μου το ψέμα και τις διαφθείρουσες του κόσμου αναθυμιάσεις· κι εσύ Κύριε και Θεέ μου! κάνε να γράψω δυο στίχους τουλάχιστον της προκοπής, δύο μονάχα στίχους, ώστε ν’ αποδείξω στον εαυτό μου πως δεν είμαι ο τελευταίος των τελευταίων, ο έσχατος μες στους ανθρώπους, πως δεν είμαι ακόμα χειρότερος κι από εκείνους που τόσο φρικτά καταφρονώ!»
Σαρλ Μπωντλαίρ, «Στη μία μετά τα μεσάνυχτα».
Όσο για τα απωθημένα, άκου λίγο και τον Δημήτρη τον Καταλειφό, τον μεγάλο μας ηθοποιό και συγγραφέα, και θα καταλάβεις πολλά για την ύπαρξη τους:
Απωθημένα (Δημήτρης Καταλειφός)
«“Αποτεφρώσεις στην Ελλάδα” επαγγέλλεται το ανακαινισθέν γραφείο στη γωνία.
Εκσυγχρονίζεται κι ο θάνατος, για σκέψου.
Προβλέπω τεφροδόχους και ληκύθους σε τρομερούς συνδυασμούς design,
να διακοσμούν καθιστικά.
Εγώ όμως θα προτιμήσω χώμα, ως παραδοσιακός.
Πάντα ονειρευόμουν ένα κήπο που δεν απέκτησα ποτέ.
Επίσης είχα παιδιόθεν κλίση προς το επάγγελμα του ανθοκόμου, ωστόσο δεν την καλλιέργησα.
Μου δίνεται λοιπόν μια ευκαιρία που επ’ ουδενί θα αφήσω ανεκμετάλλευτη: να προσφέρω το σαρκίο μου ως λίπασμα σε άνθη εύοσμα και κυπαρίσσια λυγερά - οποία αναζωογόνηση!
Έχουν, βλέπεις, και οι νεκροί απωθημένα».
Από το βιβλίο του Δημήτρη Καταλειφού «Πίσω από τζάμια θολά», σελ. 100

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου