Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

Το «καθεστώς επιβίωσης» και το «καθεστώς της επιθυμίας».

Στην ζωή μας υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνοι που ζουν κάτω από «καθεστώς επιβίωσης» και εκείνοι που ζουν κάτω από «καθεστώς επιθυμίας». Στους πρώτους ανήκουν εκείνοι που δεν «κατάφεραν», όπως λέμε, να μεγαλώσουν. Παρέμειναν ψυχικά στην νηπιακή ηλικία και σήμερα μόνο το σώμα τους μας δίνει την εικόνα ενήλικου. Πολλές φορές «ξεγελούν» όσους τους αντικρύζουν και τυχαίνει να βρίσκεται το βλέμμα τους από την μεριά του «καθεστώτος της επιθυμίας». Οι δεύτεροι – ανυποψίαστοι – όταν κοιτούν τους πρώτους βλέπουν στο πρόσωπο τους μια γλυκύτητα, μια αθωότητα που προσομοιάζει πολύ με την παιδικότητα, μια αφέλεια που την εντοπίζουν ως μια εμμονή τους στο προφανές, μια αυθορμητικότητα που την θεωρούν πηγαία, ακόμα και μια «αγνή» πονηριά που την θεωρούν όμως χαριτωμένη και μερικές φορές – γιατί όχι – ακόμα και αστεία. Δεν υποψιάζονται καν ότι πρόκειται για ανθρώπους που ζουν σε ένα άλλο, ολότελα διαφορετικό, καθεστώς από αυτό στο οποίο ζουν οι ίδιοι. Ένα καθεστώς όπου αφηρημένες έννοιες όπως θαυμασμός, δικαιοσύνη, εξυπνάδα, ευφυία, καλοσύνη, αλληλεγγύη, συντροφικότητα, χρόνος, μοναχικότητα, εχθρότητα, αντιπαλότητα, άμιλλα, φιλία, δύναμη, σεβασμός, κακία, μοχθηρότητα και άλλες αποκτούν ένα τελείως διαφορετικό – από ποιοτική άποψη – περιεχόμενο.

Αυτό το καθεστώς θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω στα όσα θα εξακολουθήσω να γράφω. Οδηγό σε αυτή μου την απόπειρα θα χρησιμοποιήσω το λογοτεχνικό αριστούργημα του Primo Levi που επιγράφεται με τον τίτλο «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος». Το καθεστώς αυτό το ονομάζω «καθεστώς επιβίωσης» ακριβώς γιατί είναι κυρίαρχο σε πολλές σημερινές υπάρξεις που ζουν γύρω μας και αντιστοιχούν στις υπάρξεις που μεταβλήθηκαν οι κρατούμενοι στο Άουσβιτς όπου στάλθηκαν στις 22 Φεβρουαρίου του 1944 στοιβαγμένοι σε δώδεκα τρένα για εμπορεύματα. Βέβαια, η μεγάλη διαφορά με αυτούς τους κρατουμένους του Άουσβιτς από την μια και των σημερινών που ζουν εν έτει 2019 από την άλλη είναι ότι οι πρώτοι στάλθηκαν παρά και ενάντια στην θέληση τους να ζήσουν κάτω από ένα καθεστώς επιβίωσης ενώ οι δεύτεροι το … επέλεξαν. Ναι, μην απορείτε με το ρήμα «επέλεξαν» πράγματι έτσι είναι. Περί επιλογής πρόκειται. Ωστόσο, αυτή είναι και η μόνη τους διαφορά. Ειδάλλως όλα τα άλλα – ο τρόπος σκέψης, το επίπεδο ζωής, η ποιότητα των συναισθημάτων, το βλέμμα, ο τρόπος αντίληψης, η προσέγγιση του Άλλου – παραμένουν ίδια και απαράλαχτα. Αυτό διότι αποτελούν την άμυνα του εαυτού απέναντι σε αυτό που βιώνει: το «καθεστώς της επιβίωσης».
  
«Με αυτόν τον σκληρό τρόπο, συνθλιμμένοι στον πάτο, έζησαν πολλοί άνθρωποι, έτσι που ίσως κάποιος να αναρωτηθεί, εάν αξίζει τον κόπο και αν είναι καλό να υπάρξει κάποια μαρτυρία αυτής της ιδιαίτερης ανθρώπινης κατάστασης.
Σε αυτήν την ερώτηση σκοπεύουμε να απαντήσουμε καταφατικά. Γιατί είμαστε πεπεισμένοι ότι καμμιά ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι κενή νοήματος και ανάξια ανάλυσης, αλλά αντίθετα, θεμελιώδεις αξίες, αν και όχι θετικές, μπορούν να αναδυθούν από αυτόν τον διαφορετικό κόσμο που εξιστορούμε εδώ. Θα θέλαμε να εξεταστεί πως το Λάγκερ υπήρξε σε αξιοσημείωτο βαθμό και μια τεράστια κοινωνική και βιολογική εμπειρία». Σελ. 105.

Πράγματι, θα συμφωνήσουμε απολύτως: καμμιά ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι ανάξια ανάλυσης. Οι συνθήκες οι οποίες ορίζουν την φαντασίωση ενός ανθρώπου οι οποίες ονομάζονται «καθεστώς επιβίωσης» δεν είναι κενού νοήματος. Πράγματι, μπορεί το Λάγκερ να είναι το όνομα του «στρατοπέδου συγκέντρωσης» όμως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι για πολλούς σημερινούς ανθρώπους ένα «Λάγκερ» είναι ο κόσμος που τους περιβάλλει.
Αλλά ας δούμε, σε αυτό το σημείο από πιο κοντά περισσότερο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της φαντασίωσης.

«Ο Φλές που μεταφράζει απρόθυμα στα ιταλικά τις παγερές γερμανικές φράσεις, και αρνείται να μεταφέρει τις ερωτήσεις μας γιατί ξέρει ότι είναι μάταιο, είναι Γερμανοεβραίος γύρω στα πενήντα. Στο πρόσωπο του έχει ένα βαθύ σημάδι από την μάχη εναντίον των Ιταλών στο Πιάβε. Είναι κλειστός και λιγομίλητος, ενστικτωδώς νιώθω σεβασμό για αυτόν, γιατί πρέπει να άρχισε να υποφέρει πριν από μας». Σελ. 27.

Ο θαυμασμός, για αυτούς τους ανθρώπους έχει την έδρα του στον πόνο και στην κακουχία. Όσο περισσότερο υποφέρει κάποιος τόσο περισσότερο αξιοθαύμαστος είναι! Δεν πρόκειται για τον θαυμασμό των ανθρώπων του «καθεστώτος επιθυμίας». Σε αυτό το καθεστώς θαυμάζουμε κάποιον που «άγγιξε» το ιδανικό του Εγώ μας. Το αγαθό, όπως το ονομάζει ο Αριστοτέλης. Θέλουμε να μοιάσουμε σε αυτόν τον άνθρωπο διότι ενσάρκωσε το ιδανικό μας. Ίσως, ακόμα και να τον φθονήσουμε για αυτό, γιατί όχι. Όμως, στο «καθεστώς επιβίωσης» ο θαυμασμός και ο σεβασμός που αποτελεί συνεπακόλουθο του αποκτά άλλο περιεχόμενο. Σχετίζεται άμεσα με τον πόνο και την αντοχή στην αθλιότητα: Όσο περισσότερο αντέχεις την αθλιότητα τόσο πιο αξιοσέβαστος είσαι!

«Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας. Εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκουγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και το όνομα μας: αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρούμε την δύναμη μέσα μας, την δύναμη να το σώσουμε και μαζί με αυτό να σώσουμε κάτι από μας, από αυτό που υπήρξαμε». Σελ 30.

Η στέρηση του ονόματος. Πρόκειται για την στέρηση της δεύτερης τη τάξει από τις πιο θεμελιώδεις ταυτίσεις του υποκειμένου. Η πρώτη είναι το «Εγώ» του. Μέσω του ονόματος ένα υποκείμενο εισέρχεται στο «καθεστώς της επιθυμίας». Το όνομα του είναι το προσποιητό του για να καλύψει το «άδειο» του υποκειμένου. Χωρίς το όνομα το υποκείμενο νιώθει κενό, άδειο. Ιδού λοιπόν:
  
 «…θα είναι πλέον ένας άδειος άνθρωπος, θα οδηγηθεί στην ένδεια και στην θλίψη, θα χάσει την αξιοπρέπεια του και την λογική του, γιατί είναι εύκολο αν χάσεις τα πάντα να χάσεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν βρεθεί σε αυτήν την κατάσταση, άλλοι θα ορίζουν την ζωή του και θα αποφασίζουν για τον θάνατο του χωρίς κανένα αίσθημα ανθρωπισμού ή στην καλύτερη περίπτωση με μόνο κριτήριο το όφελος».  Σελ. 31.

Θυμηθείτε λίγο πόση αξία έχει για κάποιους από μας ο εορτασμός της ονομαστικής μας εορτής!

«Η πεποίθηση ότι η ζωή έχει ένα σκοπό είναι ριζωμένη σε κάθε κύτταρο του ανθρώπου, είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ύπαρξης του. Οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουν πολλές λέξεις για τον σκοπό αυτό και σκέφτονται και συζητούν πολύ για την φύση του: αλλά για μας το ζήτημα είναι πιο απλό. Σήμερα, εδώ, ο σκοπός μας είναι να ζήσουμε μέχρι την Άνοιξη. Δεν μας απασχολεί τίποτε άλλο. Αυτός είναι ο μοναδικός μας στόχος». Σελ. 85.

Ο χρόνος: Το αύριο, το μεθαύριο, η επόμενη εβδομάδα, ο επόμενος μήνας, ο καινούργιος χρόνος. Ακόμα εκείνο το καθιερωμένο «χρόνια πολλά» που ακούγεται κατά κόρον στις γιορτές μας. Το μέλλον γενικά, στο καθεστώς επιβίωσης συμπυκνώνεται σε μια στιγμή. Το ραντεβού παύει να χει νόημα. Δεν μπορεί να δοθεί η παραμικρή υπόσχεση για ένα ραντεβού. Ο χρόνος συμπυκνώνεται σε μια μόνο λέξη: «Τώρα!»
    
 «Αντιλαμβανόμαστε ότι όλα αυτά πολύ απέχουν από την σχηματική εικόνα των καταπιεσμένων που ενώνονται, εάν όχι σε κοινή αντίσταση, τουλάχιστον για να υπομείνουν την κοινή δυστυχία. Δεν αποκλείεται να συμβαίνει έτσι όταν η καταπίεση δεν υπερβαίνει κάποιο όριο, ή ίσως όταν ο καταπιεστής, όντας άπειρος ή επιεικής, επιδείξει ανοχή ή ενθάρρυνση. Αλλά πιστοποιούμε ότι στις μέρες μας έχει δημιουργηθεί μια παρόμοια κατάσταση ανταγωνισμού και μίσους μεταξύ των καταπιεσμένων και αυτό το ανθρώπινο φαινόμενο, όπως και πολλά άλλα στο Λάγκερ εκδηλώθηκε με σαφήνεια ιδιαίτερα ωμή». Σελ 110.

Οι καταπιεσμένοι λοιπόν, δεν ενώνονται στο καθεστώς επιβίωσης! Πρόκειται για μια σχηματική εικόνα. Αντίθετα, το μίσος και ο ανταγωνισμός βασιλεύει ανάμεσα τους. Αυτό είναι απόλυτα σαφές σε αυτά τα υποκείμενα. Επομένως «το εμπρός της γης οι κολασμένοι» προφανώς δεν απευθύνεται σε εκείνα τα υποκείμενα που ζουν κάτω από το καθεστώς επιβίωσης!

«Αλλά εκτός από τους πραγματικούς διευθύνοντες υπάρχει μια μεγάλη κατηγορία κρατουμένων, που χωρίς να τους έχει ευνοήσει η τύχη, αγωνίζονταν να επιζήσουν μόνο με τις δικές τους δυνάμεις. Πρέπει να δίνεις κάθε μέρα μάχη με την κούραση, την πείνα, το κρύο και την νωθρότητα που προκαλούν. Να αντιστέκεσαι στους εχθρούς. Να είσαι ανελέητος με τους αντιζήλους. Να οξύνεις το μυαλό σου, να σκληρύνεις την υπομονή, να έχεις ατσάλινη θέληση. Να πνίξεις κάθε έννοια αξιοπρέπειας, να σβήσεις το φως της συνείδησης, να κατέβεις στο πεδίο της μάχης σαν βάρβαρος εναντίον βαρβάρων, να οδηγηθείς από τις υπόγειες και απροσδόκητες δυνάμεις που βοηθούν τους λαούς και τα άτομα στους σκληρούς καιρούς. Άπειροι είναι οι τρόποι που επινοήσαμε και βάλαμε σε εφαρμογή για να μην πεθάνουμε: όσοι είναι και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες. Και όλοι σήμαιναν εξαντλητικό αγώνα του ενός εναντίον όλων, και συνεπάγονταν έναν σημαντικό αριθμό από συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Να επιζήσεις χωρίς να αρνηθείς τίποτα από τον ηθικό σου κόσμο, εκτός από τις περιπτώσεις μεγάλης εύνοιας της τύχης, ήταν δυνατόν μόνο σε ελάχιστους και αυτοί ήταν άνθρωποι ανώτεροι, από την στόφα των αγίων ή των μαρτύρων». Σελ. 111-112.

Να ποια είναι τα προσόντα που «οφείλει» να διαθέτει κάποιος που ζει σε ένα καθεστώς επιβίωσης. Πρόκειται για έναν εξαντλητικό αγώνα του ενός εναντίον όλων. Όλοι είναι εχθροί. Δεν υπάρχουν φίλοι, μόνο αντίζηλοι. Η ηθική «οφείλει» να απουσιάζει. Η παρουσία της αποτελεί μειονέκτημα για το υποκείμενο. Προσόντα είναι η σκλήρυνση της υπομονής, η οξύνοια. Ευφυία είναι η ραδιουργία και η πονηρία.

 «Αντίθετα αξίζει να προσέξουμε αυτό το γεγονός: έρχεται στο φως η ύπαρξη δυο κατηγοριών ανθρώπων σαφώς ξεχωριστών: αυτοί που σώθηκαν και αυτοί που βούλιαξαν. ‘Άλλα ζεύγη αντιθέτων – οι καλοί και οι κακοί, οι σώφρονες και οι ανόητοι, οι δειλοί και οι θαρραλέοι, οι τυχεροί και οι άτυχοι – είναι λιγότερο σαφή, αναφέρονται μάλλον σε επίκτητα χαρακτηριστικά και σαφώς επιτρέπουν περισσότερες και πιο σύνθετες διαβαθμίσεις.
Στην κανονική ζωή αυτή η διάκριση είναι πολύ λιγότερο προφανής. Είναι πιο δύσκολο να χαθεί ο άνθρωπος στην κανονική ζωή, επειδή δεν είναι μόνος του αλλά στην άνοδο και στην πτώση του είναι συνδεδεμένος με την τύχη των γύρω του. Για τον λόγο αυτό είναι σπάνιο κάποιος να αποκτά απεριόριστη δύναμη ή να βαδίζει από ήττα σε ήττα ως την καταστροφή.   
Αλλά και οι νόμοι μετριάζουν την πιθανότητα ενός ναυαγίου, καθώς και η ηθική συνείδηση που λειτουργεί ως εσωτερικός νόμος. Γιατί πράγματι, πολιτισμένη θεωρείται μια χώρα όταν οι πιο σοφοί και αποτελεσματικοί νόμοι της είναι ακριβώς εκείνοι που εμποδίζουν τον δυστυχή να γίνεται πιο δυστυχής και τον ισχυρό να γίνεται ισχυρότερος.
Εδώ, όμως, ο αγώνας για την επιβίωση είναι ανελέητος, γιατί ο καθένας είναι απελπιστικά μόνος του. Εάν κάποιος τρεκλίζει δεν θα βρει κανέναν να του απλώσει χέρι βοηθείας αλλά πολλούς που θα του καταφέρουν ένα χτύπημα στα πλευρά, γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται εάν ένας επιπλέον «μουσουλμάνος[1]» σέρνεται κάθε μέρα στην δουλειά. Και αυτός που με κάποιο θαύμα πανουργίας και άγριας υπομονής θα επινοήσει μια καινούργια απάτη για να ξεφύγει από την βαριά δουλειά, μια νέα τέχνη που θα αποδώσει μερικά γραμμάρια ψωμί, θα κάνει το παν για να κρατήσει μυστικό τον τρόπο και για αυτό θα τον σέβονται όλοι και θα τον εκτιμούν και θα έχει εξαιρετικό προσωπικό όφελος. Θα αποκτήσει δύναμη και επομένως θα τον φοβούνται και, εκ προοιμίου, αυτός που προκαλεί φόβο έχει ελπίδες να επιβιώσει.
Στην ζωή και στην ιστορία μοιάζει να επικρατεί μερικές φορές ένας νόμος απάνθρωπος που ακούγεται ως εξής: Αυτός που έχει θα λάβει, Αυτός που δεν έχει θα του αφαιρεθεί. Στο Λάγκερ ο νόμος της αδικίας είναι σε πλήρη ισχύ και αποδεκτός από όλους. Με τους ικανούς, τους δυνατούς και τους ραδιούργους, οι ίδιοι οι αρχηγοί διατηρούν ευχαρίστως σχέσεις, μερικές φορές φιλικές, επειδή ελπίζουν ότι αργότερα ίσως αποκομίσουν κάποιο όφελος. Αλλά δεν αξίζει τον κόπο να μιλάς στους μουσουλμάνους, στους διαλυμένους ανθρώπους, γιατί θα άρχιζαν να παραπονιούνται και θα διηγούνταν τι έτρωγαν σπίτι τους. Ακόμα λιγότερο αξίζει να τους κάνεις φίλους γιατί δεν διαθέτουν λαμπρές γνωριμίες, δεν τρώνε τίποτα έξτρα, δεν δουλεύουν σε προνομιακά Κομμάντο και δεν ξέρουν κανέναν μυστικό τρόπο «οργάνωσης». Και τέλος όλοι ξέρουν ότι είναι περαστικοί από εδώ και σε μια εβδομάδα θα απομείνει από αυτούς μόνο μια χούφτα στάχτης σε κάποιον κοντινό αγρό[2] και ένα νούμερο ξεθωριασμένο σε κάποια λίστα. Αν και συγχωνευμένοι και παρασυρμένοι διαρκώς από το αμέτρητο πλήθος των ομοίων τους, υποφέρουν και βυθίζονται σε μια θολή και κλειστή μοναξιά, πεθαίνουν ή εξαφανίζονται μέσα στην μοναξιά χωρίς να αφήσουν ίχνη στην μνήμη κανενός». Σελ. 108 – 109.

Πολύ – πολύ ενδιαφέρον αυτό το τελευταίο απόσπασμα. Σε τι χωρίζονται τα υποκείμενα που ζουν σε καθεστώς επιβίωσης; Σε εκείνα που «σώθηκαν» και σε εκείνα που «βούλιαξαν»! Αυτή είναι η μοναδική διάκριση! Εκείνα που «σώθηκαν» (επέζησαν, πάει να πει) είναι αξιοσέβαστα και άξια εκτίμησης. Αυτά αποπνέουν τον φόβο στους άλλους γιατί είναι … δυνατά. Παράξενος ορισμός της «δύναμης», μα την αλήθεια θα μου πείτε κάποιοι. Ιδιότυπος θα σας απαντήσω. Όλο το θέμα είναι να μην γίνει κανείς … «μουσουλμάνος». Αυτό τον καθιστά … άνθρωπο. Παράξενη η έννοια της «ανθρωπιάς» θα μου πείτε. Ιδιότυπη θα σας απαντήσω. Όσο για τον νόμο ζωής που επικρατεί στο καθεστώς επιβίωσης: «Αυτός που έχει θα λάβει, Αυτός που δεν έχει θα του αφαιρεθεί» πόσο διαφορετικός είναι αλήθεια από τον αντίστοιχο του στο καθεστώς της επιθυμίας!
 
Αφήνω σε σας τον επίλογο και τα συμπεράσματα. Εγώ απλώς δύο ερωτήματα θέτω αντί επιλόγου: πως είναι δυνατόν να επικοινωνήσουν δυο υποκείμενα που ανήκουν στα δύο διαφορετικά καθεστώτα που μόλις ανάφερα; Πως είναι δυνατόν να αγαπηθούν;


[1] Στην αργκό του στρατοπέδου, «μουσουλμάνος» (άγνωστο για ποιον λόγο) ονομάζονταν ο κρατούμενος σε κατάσταση λιμοκτονίας. Το σώμα του «μουσουλμάνου» έμοιαζε με σκελετό. Τα συμπτώματα της αρρώστιας από την ασιτία ήταν η απάθεια και η υπνηλία. Την σωματική κατάπτωση συνόδευε η πλήρης ψυχική κατάρρευση.  
[2] Στο στρατόπεδο διεδίδετο  ότι οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν την στάχτη των κρεματορίων ως λίπασμα στους αγρούς.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Γιούργκεν Κλοπ: «Αν υπάρχει κάτι που δεν θα κάνω ποτέ στη ζωή μου, είναι να ψηφίσω δεξιά»

«Είμαι αριστερός βέβαια. Περισσότερο αριστερός παρά κεντρώος. Πιστεύω στο κράτος πρόνοιας. Δεν είμαι ιδιωτικά ασφαλισμένος. Ποτέ δεν θα ψηφίσω για ένα κόμμα επειδή υποσχέθηκαν να μειώσουν τον υψηλότερο φορολογικό συντελεστή. Η πολιτική μου κατανόηση είναι αυτή: Εάν εγώ πηγαίνω καλά, θέλω και άλλοι να πηγαίνουν καλά. Αν υπάρχει κάτι που δεν θα κάνω ποτέ στη ζωή μου, είναι να ψηφίσω δεξιά», αναφέρει ο Γιούργκεν Κλοπ σε ένα απόσπασμα του βιβλίου.

Όμως οι Άγγλοι προχωράνε περισσότερο, θυμίζοντας ότι η επιλογή της Λίβερπουλ, δεν ήταν τυχαία από τον Γερμανό προπονητή, θυμιζοντας ότι πριν από τους «κόκκινους», είχε αρνηθεί άλλες προτάσεις.

«Η Λίβερπουλ ήταν πάντα ένας σύλλογος που δεν μπορείς να διαχωρίσεις πλήρως από την πολιτική. Η Ιστορία της πόλης ως προπύργιο της εργατικής τάξης, των συνδικάτων και του αντι-τρομοκρατικού συναισθήματος που κορυφώθηκε κατά τα χρόνια της Θάτσερ και παρέμεινε δυνατός από τότε. Η ομάδα, με τη σύγχρονη μορφή της, δημιουργήθηκε από τον Μπιλ Σάνκλι, έναν άνθρωπο που δεν φοβόταν να εκφράσει τις πολιτικές του απόψεις ή να βλέπει το επιτυχημένο ποδόσφαιρο ως κάτι που, ιδανικά, θα κτιζόταν στη βάση του κοινωνικού σοσιαλισμού. Ήταν ξεκάθαρος στην πολιτική του: «Ο σοσιαλισμός δεν είναι πραγματικά πολιτική. Είναι ένας τρόπος ζωής. Είναι η ανθρωπότητα. Πιστεύω ότι ο μόνος τρόπος να ζήσεις και να γίνεις πραγματικά επιτυχής είναι με συλλογική προσπάθεια, με όσους εργάζονται ο ένας για τον άλλον, ο καθένας να βοηθά ο ένας τον άλλο και όλοι να έχουν μερίδιο των ανταμοιβών στο τέλος της ημέρας. Είναι ο τρόπος που βλέπω το ποδόσφαιρο και τον τρόπο που βλέπω τη ζωή. Ο ύμνος της ομάδας, μάλιστα, μοιάζει να μιλάει με την κοινοτική νοοτροπία που ενσωματώνει αυτές οι πεποιθήσεις», αναφέρεται σχετικά από το liverpool echo.

Για όλα αυτά, όπως υπογραμμίζεται, πιθανόν να μην αποτελεί έκπληξη για τους περισσότερους να ακούν τον Κλοπ να λέει ότι απέρριψε άλλες ομάδες, πριν φτάσει στο Λίβερπουλ. Άλλους συλλόγους με περισσότερα χρήματα και πιο πρόσφατες επιτυχίες ή που βρίσκονται σε πιο γνωστές τοποθεσίες.
«Ο Κλοπ, ωστόσο, αισθάνθηκε μια σχέση που τον οδήγησε στο σύλλογο, μια σύνδεση βασισμένη, τουλάχιστον εν μέρει, στο ήθος και την Ιστορία της ομάδας και στην πολιτική της πόλης. Με λίγα λόγια, τα ίδια στοιχεία που προσελκύουν τόσους πολλούς στον σύλλογο του μεγάλου λιμανιού».

Το ασυνείδητο είναι η πολιτική, ισχυρίζεται η ψυχανάλυση. Αυτή είναι μια θέση που θεωρήθηκε ξερή και παράλογη ώστε να τολμούν κάποιοι να την παραμερίζουν ελαφρά τη καρδία! Πως να εξηγήσουμε τότε το φαινόμενο  liverpool; Πως να εξηγήσουμε ότι πλήθος κόσμου ανά τον πλανήτη, ερωτεύθηκε την κόκκινη αρμάδα που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα της, τις δεκαετίες του ’70 και ’80; Πως να εξηγήσουμε το γεγονός ότι ένας Γερμανός προπονητής γεννημένος στην Στουτγκάρδη στις 16 Ιουνίου 1967 απορρίπτει προτάσεις εκατομμυρίων ευρώ των Ρεάλ Μαδρίτης, Μπάγερν Μονάχου, Γιουβέντους για να συνδέσει την μοίρα του με μια πόλη, μια ομάδα που η αντίδραση απέναντι στο κατεστημένο είναι γραμμένο στο ασυνείδητο της και χαρακτηρίζει όλη την νεότερη ιστορία της;

Διότι έτσι είναι. Για όσους δεν γνωρίζουν πάνε σχεδόν  τέσσερις δεκαετίες από τότε, στις 29 Σεπτεμβρίου του 1981, που άφησε την τελευταία του πνοή ο Μπιλ Σάνκλι και η περιβόητη ρήση του «Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν πως το ποδόσφαιρο είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είμαι απογοητευμένος με αυτή την άποψη. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως είναι κάτι πολύ σημαντικότερο από αυτό» έχει χρησιμοποιηθεί χιλιάδες φορές.

Πρόκειται για τον θρυλικό Σκωτσέζο προπονητή που την 1η Δεκέμβρη του 1959 άφηνε τη Χάντερσφιλντ για να προσληφθεί  από τους «κόκκινους». Ήταν ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία του συλλόγου αλλά και της πόλης με την επιμονή του να διδάξει την μαγεία του ποδοσφαίρου έξω από τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, σε επίπεδο κοινωνίας: «Η Λίβερπουλ δημιουργήθηκε για μένα κι εγώ για τη Λίβερπουλ» συνήθιζε να λέει. Ο Μπιλ Σάνκλι δεν ήταν απλώς αυτός που «έκανε τους ανθρώπους ευτυχισμένους» όπως γράφει έξω από το Άνφιλντ, ούτε απλά ήταν σημαντικός επειδή μετέτρεψε μια μέτρια ομάδα σε απόλυτη πρωταγωνίστρια. Οι άξιοι συνεχιστές της πορείας του δημιουργού της «ιδέας», Paisley, Fagan και Dalglish πέτυχαν να υλοποιήσουν αυτήν την ιδέα. Για δείτε μια απόδειξη αυτού του γεγονότος: Hillsborough. 15 Απριλίου του ’89 στον ημιτελικό του F.A. CUP ανάμεσα σε Λίβερπουλ και Νότιγχαμ Φόρεστ σημειώνεται η μεγαλύτερη τραγωδία στα χρονικά της Αγγλικής κοινωνίας. 96 οπαδοί της Λιβερπουλ δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους. Η θέση της Αστυνομίας σε συνδυασμό με το εμετικό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Sun την επομένη της τραγωδίας, συνθέτουν μια κατάσταση που θίγει το σύλλογο, την υπόληψη και την αξιοπρέπεια των αδικοχαμένων οπαδών όσο και των συγγενών τους. Η κοινωνία της πόλης του μεγάλου λιμανιού συσπειρώνεται και ξεκινά μια άνιση μάχη που θα κρατήσει 27 χρόνια μέχρι την τελική δικαίωση. Η Αστυνομία αποδέχεται τα ολέθρια λάθη της και η Sun δημοσιεύει πρωτοσέλιδο συγνώμης προς τους συγγενείς των θυμάτων. Η κοινωνία του μεγάλου λιμανιού βγαίνει νικήτρια και αυτό έχει ως αποτέλεσμα ακόμα περισσότεροι φίλοι ανά τον κόσμο να υιοθετήσουν την ιδέα του συλλόγου που μαχόταν συνεχώς απέναντι στο κατεστημένο της Αγγλικής Πολιτείας βιώνοντας μάλιστα και ακραίες τιμωρίες από τη Σιδερά Κυρία, Μάργκαρετ Θάτσερ. Η λαϊκή τάξη τα χρόνια εκείνα έβλεπε στην παρουσία του συλλόγου της Λίβερπουλ, κάτι ανατρεπτικό που πάλευε για τη δικαιοσύνη έχοντας ως αντίπαλο τον αυταρχισμό της κυβέρνησης και την αναλγησία της στα θέματα του ποδοσφαίρου με αποτέλεσμα να βρίσκει στον ποδοσφαιρικό σύλλογο ένα βήμα αντίδρασης προς αυτές τις τακτικές.

Και σήμερα έχουμε τον Γιούργκεν Κλοπ! Έναν αντισυμβατικό προπονητή που δήλωσε όσα υποψιαζόμαστε. Πως είναι αριστερός. Πως διάλεξε την Λίβερπουλ γιατί ανάμεσα σε όλα τα άλλα είναι η ομάδα των εργατών, των ναυτεργατών.

Λίβερπουλ και για τον Γιούργκεν Κλοπ λοιπόν. Διότι σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο δημιουργεί star οι οποίοι υπογράφουν χρυσοφόρα συμβόλαια και κολυμπούν στο χρήμα, λουσμένοι από τα φώτα της δημοσιότητας, είναι πολύ δύσκολο - σχεδόν απίθανο - να βρεις ανθρώπους με κοινωνική γείωση όπως ο Γερμανός τεχνικός.

Ο Γιούρκεν Κλοπ είναι ένας αντιστάρ. Ένας αντιήρωας του ποδοσφαίρου. Μελέτησε την ιστορία της ομάδας και της πόλης, ξέρει τις απόψεις του Σάνκλι, τις τοποθετήσεις του για την κοινωνία και την εργατική τάξη στην πόλη. Δηλώνει σοσιαλιστής και εξηγεί πως το ποδόσφαιρο μπερδεύεται γλυκά με την πολιτική. Συνδέει τις ποδοσφαιρικές απόψεις του με τις πολιτικές μέσα από την συλλογικότητα. Κι είναι όπως δηλώνει «η συλλογικότητα που δεν του αφήνει περιθώρια να ψηφίσει την δεξιά».

Κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι τελικά θα πετύχει στην Λίβερπουλ ο Γερμανός. Αν θα σπάσει την κατάρα τριάντα χρόνων και θα την οδηγήσει στην κατάκτηση του πρωταθλήματος. Αν θα πάρει μαζί της το Τσάμπιονς Λιγκ.

Σίγουρο είναι ότι έχει βρει τον τρόπο να ταυτιστεί με τα εκατομμύρια των οπαδών της ομάδας. Ότι έχει ήδη μιλήσει στις καρδιές τους. Μπορεί η εντεκάδα της Λίβερπουλ να είναι ένας μικρός ΟΗΕ, όπως συμβαίνει σε κάθε ομάδα που πρωταγωνιστεί στην Ευρώπη. Μπορεί ο ίδιος να μην είναι Άγγλος ή Σκωτσέζος. Έχει ήδη βρει τον τρόπο να βρίσκεται στις καρδιές των οπαδών της ομάδας δίπλα στον Σάνκλι, τον Νταλγλίς, τον Μπαρνς.

Ο Γιούρκγεν Κλοπ είναι το ακριβώς αντίθετο του Ζοζέ Μουρίνιο. Ενός σπουδαίου προπονητή που ξεχειλίζει από αλαζονεία, έπαρση και εγωισμό. Ο ένας βάζει τον εαυτό του μέσα στο σύνολο, μέσα στους οπαδούς, συμμερίζεται τις αγωνίες των οπαδών, σέβεται την σκληρή καθημερινότητά τους. Ο άλλος ζει στον κόσμο που δημιούργησε. Αυτονομημένος και απρόσιτος. Οκτώβριος του 2015 και η Λίβερπουλ ανακοινώνει την πρόσληψη του γερμανού τεχνικού. Η επισημοποίηση της συνεργασίας των Κόκκινων με τον Κλοπ θα δώσει ελπίδα στο «Ανφιλντ». Δεν ήταν o «special one», όπως ο Μουρίνιο. Δεν το ήθελε ποτέ. Δεν το επιδίωξε κιόλας. Η τοποθέτησή του, άλλωστε, στην επίσημη παρουσίασή του από τη διοίκηση των Κόκκινων θα μνημονεύεται για χρόνια. «I am the normal one» είχε πει ο Γερμανός χαμογελώντας. Οι δημοσιογράφοι κατάλαβαν από την πρώτη στιγμή πως δεν θα υπήρχε πλήξη με τον Κλοπ στο «Ανφιλντ». Και έτσι έγινε.

Και ο κόσμος; Οι πολίτες της πόλης πως νιώθουν για τον γερμανό; «Ο Γιούργκεν θα μπορούσε να λέγεται Kop! Αυτό είναι για μας. Ένα L λείπει από εμάς, από το όνομα μας, για να είμαστε εκείνος ή ένα L περισσεύει στο όνομα του για είναι αυτός εμείς». Οπου Kop η θρυλική κερκίδα των φανατικών οπαδών της αγγλικής ομάδας. Τόσο απλό και συνάμα τόσο ευφυές. Ο 51χρονος γερμανός προπονητής της Λίβερπουλ δείχνει να είναι πρώτα απ’ όλα οπαδός των Κόκκινων. Μετά ακολουθεί η ιδιότητα του προπονητή. Και όταν η Kop καταλαβαίνει την αγνή αγάπη ενός ανθρώπου για τη Λίβερπουλ και τις αρχές της (ποδοσφαιρικές και κοινωνικές), τότε γίνεται τμήμα μιας ανεπανάληπτης μυσταγωγίας.

Ναι, υπάρχουν και αυτοί οι Γερμανοί. Που ξεχωρίζουν, που συγκινούν, που αναδεικνύονται για το ήθος τους. Ο προπονητής της Λίβερπουλ συγκίνησε τους πάντες, όταν  στη αναμέτρηση με τον Ερυθρό Αστέρα στο Βελιγράδι εμφανίστηκε με ραμμένο το λουλούδι των Σέρβων για τους νεκρούς τους στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Γερμανός προπονητής της Λίβερπουλ, πάνω στο μπουφάν που φορούσε στο ματς, είχε ραμμένο ένα μoβ λουλούδι. Πρόκειται για το Ramonda Nathaliae, το οποίο αποτελεί σύμβολο του σερβικού στρατού για τις μάχες που έδωσε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και για τους πολλούς νεκρούς που έπεσαν στο μέτωπο.
Το συγκεκριμένο λουλούδι έγινε σύμβολο για το γεγονός ότι καταφέρνει να φυτρώνει και να αναπτύσσεται ακόμα και πάνω στους βράχους, στα πιο δύσκολα σημεία, συμβολίζοντας έτσι τη μαχητικότητα των Σέρβων στρατιωτών στον πόλεμο.
Η κίνηση αυτή του Κλοπ τράβηξε το μεγάλο ενδιαφέρον των Σέρβων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης, και χειροκροτήθηκε για τη στάση του, καθώς οι δύο χώρες (η Γερμανία του Κλοπ και η Σερβία) ήταν αντίπαλες κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Το φαινόμενο Κλοπ – Λίβερπουλ δικαιώνει την ψυχανάλυση που αρθρώνει το υποκείμενο του ασυνειδήτου με έναν Άλλο και χαρακτηρίζει το ασυνείδητο υπερατομικό. Δικαιούμαστε να περάσουμε από την διατύπωση «το ασυνείδητο είναι υπερατομικό» στην διατύπωση «το ασυνείδητο είναι πολιτικό», αφού γίνεται φανερό ότι αυτός ο Άλλος είναι διχασμένος, δεν είναι ‘Ένα. Η διατύπωση «το ασυνείδητο είναι πολιτικό» δεν είναι αναγωγή είναι διεύρυνση. Μεταφέρει το ασυνείδητο έξω από την σφαίρα του σολιψισμού και το τοποθετεί στην πολιτεία. Το κάνει να εξαρτάται από την Ιστορία, από την δυσαρμονία του οικουμενικού λόγου σε κάθε μια από τις φάσεις της σειράς των ιστορικών φάσεων. Ο Άλλος του ασυνειδήτου δεν είναι Ένα, είναι διχασμένος: Υπάρχει η Λίβερπουλ από την μια αλλά υπάρχει η Μπάγερν, η Ρεάλ και η Γιουβέντους από την άλλη. Υπάρχει η εργατική τάξη της πολιτείας του Λίβερπουλ από την μια αλλά και το κατεστημένο της αγγλικής πολιτείας από την άλλη. Υπάρχει ο Κλοπ από την μια, ο «normal one», αλλά υπάρχει και ο Μουρίνιο, ο «special one», από την άλλη. Με ποια πλευρά του Άλλου ταυτιζόμαστε λοιπόν;

Με την Λίβερπουλ, γιατί στον πάγκο της κάθεται ο Γιούργκεν Κλοπ…