Στην
ζωή μας υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνοι που ζουν κάτω από «καθεστώς
επιβίωσης» και εκείνοι που ζουν κάτω από «καθεστώς επιθυμίας». Στους πρώτους
ανήκουν εκείνοι που δεν «κατάφεραν», όπως λέμε, να μεγαλώσουν. Παρέμειναν
ψυχικά στην νηπιακή ηλικία και σήμερα μόνο το σώμα τους μας δίνει την εικόνα
ενήλικου. Πολλές φορές «ξεγελούν» όσους τους αντικρύζουν και τυχαίνει να βρίσκεται
το βλέμμα τους από την μεριά του «καθεστώτος της επιθυμίας». Οι δεύτεροι –
ανυποψίαστοι – όταν κοιτούν τους πρώτους βλέπουν στο πρόσωπο τους μια γλυκύτητα,
μια αθωότητα που προσομοιάζει πολύ με την παιδικότητα, μια αφέλεια που την εντοπίζουν
ως μια εμμονή τους στο προφανές, μια αυθορμητικότητα που την θεωρούν πηγαία,
ακόμα και μια «αγνή» πονηριά που την θεωρούν όμως χαριτωμένη και μερικές φορές –
γιατί όχι – ακόμα και αστεία. Δεν υποψιάζονται καν ότι πρόκειται για ανθρώπους
που ζουν σε ένα άλλο, ολότελα διαφορετικό, καθεστώς από αυτό στο οποίο ζουν οι
ίδιοι. Ένα καθεστώς όπου αφηρημένες έννοιες όπως θαυμασμός, δικαιοσύνη,
εξυπνάδα, ευφυία, καλοσύνη, αλληλεγγύη, συντροφικότητα, χρόνος, μοναχικότητα,
εχθρότητα, αντιπαλότητα, άμιλλα, φιλία, δύναμη, σεβασμός, κακία, μοχθηρότητα
και άλλες αποκτούν ένα τελείως διαφορετικό – από ποιοτική άποψη – περιεχόμενο.
Αυτό
το καθεστώς θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω στα όσα θα εξακολουθήσω να γράφω.
Οδηγό σε αυτή μου την απόπειρα θα χρησιμοποιήσω το λογοτεχνικό αριστούργημα του
Primo
Levi
που επιγράφεται με τον τίτλο «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος». Το καθεστώς αυτό το
ονομάζω «καθεστώς επιβίωσης» ακριβώς γιατί είναι κυρίαρχο σε πολλές σημερινές
υπάρξεις που ζουν γύρω μας και αντιστοιχούν στις υπάρξεις που μεταβλήθηκαν οι
κρατούμενοι στο Άουσβιτς όπου στάλθηκαν στις 22 Φεβρουαρίου του 1944
στοιβαγμένοι σε δώδεκα τρένα για εμπορεύματα. Βέβαια, η μεγάλη διαφορά με αυτούς
τους κρατουμένους του Άουσβιτς από την μια και των σημερινών που ζουν εν έτει
2019 από την άλλη είναι ότι οι πρώτοι στάλθηκαν παρά και ενάντια στην θέληση τους
να ζήσουν κάτω από ένα καθεστώς επιβίωσης ενώ οι δεύτεροι το … επέλεξαν. Ναι,
μην απορείτε με το ρήμα «επέλεξαν» πράγματι έτσι είναι. Περί επιλογής
πρόκειται. Ωστόσο, αυτή είναι και η μόνη τους διαφορά. Ειδάλλως όλα τα άλλα – ο
τρόπος σκέψης, το επίπεδο ζωής, η ποιότητα των συναισθημάτων, το βλέμμα, ο τρόπος
αντίληψης, η προσέγγιση του Άλλου – παραμένουν ίδια και απαράλαχτα. Αυτό διότι
αποτελούν την άμυνα του εαυτού απέναντι σε αυτό που βιώνει: το «καθεστώς της επιβίωσης».
«Με
αυτόν τον σκληρό τρόπο, συνθλιμμένοι
στον πάτο, έζησαν πολλοί άνθρωποι, έτσι που ίσως κάποιος να αναρωτηθεί, εάν
αξίζει τον κόπο και αν είναι καλό να υπάρξει κάποια μαρτυρία αυτής της ιδιαίτερης
ανθρώπινης κατάστασης.
Σε
αυτήν την ερώτηση σκοπεύουμε να απαντήσουμε καταφατικά. Γιατί είμαστε πεπεισμένοι
ότι καμμιά ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι κενή νοήματος και ανάξια ανάλυσης, αλλά
αντίθετα, θεμελιώδεις αξίες, αν και όχι θετικές, μπορούν να αναδυθούν από αυτόν
τον διαφορετικό κόσμο που εξιστορούμε εδώ. Θα θέλαμε να εξεταστεί πως το Λάγκερ
υπήρξε σε αξιοσημείωτο βαθμό και μια τεράστια κοινωνική και βιολογική εμπειρία».
Σελ. 105.
Πράγματι,
θα συμφωνήσουμε απολύτως: καμμιά ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι ανάξια ανάλυσης.
Οι συνθήκες οι οποίες ορίζουν την φαντασίωση ενός ανθρώπου οι οποίες
ονομάζονται «καθεστώς επιβίωσης» δεν είναι κενού νοήματος. Πράγματι, μπορεί το
Λάγκερ να είναι το όνομα του «στρατοπέδου συγκέντρωσης» όμως δεν πρέπει να
λησμονούμε ότι για πολλούς σημερινούς ανθρώπους ένα «Λάγκερ» είναι ο κόσμος που
τους περιβάλλει.
Αλλά
ας δούμε, σε αυτό το σημείο από πιο κοντά περισσότερο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής
της φαντασίωσης.
«Ο Φλές που μεταφράζει απρόθυμα στα ιταλικά
τις παγερές γερμανικές φράσεις, και αρνείται να μεταφέρει τις ερωτήσεις μας
γιατί ξέρει ότι είναι μάταιο, είναι Γερμανοεβραίος γύρω στα πενήντα. Στο
πρόσωπο του έχει ένα βαθύ σημάδι από την μάχη εναντίον των Ιταλών στο Πιάβε.
Είναι κλειστός και λιγομίλητος, ενστικτωδώς
νιώθω σεβασμό για αυτόν, γιατί πρέπει να άρχισε να υποφέρει πριν από μας».
Σελ. 27.
Ο
θαυμασμός, για αυτούς τους ανθρώπους έχει την έδρα του στον πόνο και στην
κακουχία. Όσο περισσότερο υποφέρει κάποιος τόσο περισσότερο αξιοθαύμαστος
είναι! Δεν πρόκειται για τον θαυμασμό των ανθρώπων του «καθεστώτος επιθυμίας».
Σε αυτό το καθεστώς θαυμάζουμε κάποιον που «άγγιξε» το ιδανικό του Εγώ μας. Το
αγαθό, όπως το ονομάζει ο Αριστοτέλης. Θέλουμε να μοιάσουμε σε αυτόν τον
άνθρωπο διότι ενσάρκωσε το ιδανικό μας. Ίσως, ακόμα και να τον φθονήσουμε για
αυτό, γιατί όχι. Όμως, στο «καθεστώς επιβίωσης» ο θαυμασμός και ο σεβασμός που
αποτελεί συνεπακόλουθο του αποκτά άλλο περιεχόμενο. Σχετίζεται άμεσα με τον
πόνο και την αντοχή στην αθλιότητα: Όσο περισσότερο αντέχεις την αθλιότητα τόσο
πιο αξιοσέβαστος είσαι!
«Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα
ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας. Εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν
μας άκουγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα
μας στερήσουν και το όνομα μας: αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να
βρούμε την δύναμη μέσα μας, την δύναμη να το σώσουμε και μαζί με αυτό να
σώσουμε κάτι από μας, από αυτό που υπήρξαμε». Σελ 30.
Η
στέρηση του ονόματος. Πρόκειται για την στέρηση της δεύτερης τη τάξει από τις πιο
θεμελιώδεις ταυτίσεις του υποκειμένου. Η πρώτη είναι το «Εγώ» του. Μέσω του
ονόματος ένα υποκείμενο εισέρχεται στο «καθεστώς της επιθυμίας». Το όνομα του
είναι το προσποιητό του για να καλύψει το «άδειο» του υποκειμένου. Χωρίς το
όνομα το υποκείμενο νιώθει κενό, άδειο. Ιδού λοιπόν:
«…θα είναι πλέον ένας άδειος άνθρωπος, θα οδηγηθεί στην ένδεια και στην θλίψη, θα χάσει
την αξιοπρέπεια του και την λογική του, γιατί είναι εύκολο αν χάσεις τα πάντα
να χάσεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν βρεθεί σε αυτήν την κατάσταση,
άλλοι θα ορίζουν την ζωή του και θα
αποφασίζουν για τον θάνατο του χωρίς κανένα αίσθημα ανθρωπισμού ή στην καλύτερη
περίπτωση με μόνο κριτήριο το όφελος». Σελ. 31.
Θυμηθείτε
λίγο πόση αξία έχει για κάποιους από μας ο εορτασμός της ονομαστικής μας εορτής!
«Η πεποίθηση ότι η ζωή έχει ένα σκοπό είναι
ριζωμένη σε κάθε κύτταρο του ανθρώπου, είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της
ύπαρξης του. Οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουν πολλές λέξεις για τον σκοπό αυτό και
σκέφτονται και συζητούν πολύ για την φύση του: αλλά για μας το ζήτημα είναι πιο
απλό. Σήμερα, εδώ, ο σκοπός μας είναι να
ζήσουμε μέχρι την Άνοιξη. Δεν μας απασχολεί τίποτε άλλο. Αυτός είναι ο
μοναδικός μας στόχος». Σελ. 85.
Ο
χρόνος: Το αύριο, το μεθαύριο, η επόμενη εβδομάδα, ο επόμενος μήνας, ο
καινούργιος χρόνος. Ακόμα εκείνο το καθιερωμένο «χρόνια πολλά» που ακούγεται
κατά κόρον στις γιορτές μας. Το μέλλον γενικά, στο καθεστώς επιβίωσης
συμπυκνώνεται σε μια στιγμή. Το ραντεβού παύει να χει νόημα. Δεν μπορεί να
δοθεί η παραμικρή υπόσχεση για ένα ραντεβού. Ο χρόνος συμπυκνώνεται σε μια μόνο
λέξη: «Τώρα!»
«Αντιλαμβανόμαστε ότι όλα αυτά πολύ απέχουν από την σχηματική εικόνα των
καταπιεσμένων που ενώνονται, εάν όχι σε κοινή αντίσταση, τουλάχιστον για να
υπομείνουν την κοινή δυστυχία. Δεν αποκλείεται να συμβαίνει έτσι όταν η
καταπίεση δεν υπερβαίνει κάποιο όριο, ή ίσως όταν ο καταπιεστής, όντας άπειρος
ή επιεικής, επιδείξει ανοχή ή ενθάρρυνση. Αλλά πιστοποιούμε ότι στις μέρες μας έχει δημιουργηθεί μια παρόμοια κατάσταση
ανταγωνισμού και μίσους μεταξύ των καταπιεσμένων και αυτό το ανθρώπινο
φαινόμενο, όπως και πολλά άλλα στο Λάγκερ εκδηλώθηκε με σαφήνεια ιδιαίτερα ωμή».
Σελ 110.
Οι
καταπιεσμένοι λοιπόν, δεν ενώνονται στο καθεστώς επιβίωσης! Πρόκειται για μια
σχηματική εικόνα. Αντίθετα, το μίσος και ο ανταγωνισμός βασιλεύει ανάμεσα τους.
Αυτό είναι απόλυτα σαφές σε αυτά τα υποκείμενα. Επομένως «το εμπρός της γης οι
κολασμένοι» προφανώς δεν απευθύνεται σε εκείνα τα υποκείμενα που ζουν κάτω από
το καθεστώς επιβίωσης!
«Αλλά εκτός από τους πραγματικούς
διευθύνοντες υπάρχει μια μεγάλη κατηγορία κρατουμένων, που χωρίς να τους έχει
ευνοήσει η τύχη, αγωνίζονταν να επιζήσουν μόνο με τις δικές τους δυνάμεις. Πρέπει να δίνεις κάθε μέρα μάχη με την
κούραση, την πείνα, το κρύο και την νωθρότητα που προκαλούν. Να αντιστέκεσαι στους
εχθρούς. Να είσαι ανελέητος με τους αντιζήλους. Να οξύνεις το μυαλό σου, να
σκληρύνεις την υπομονή, να έχεις ατσάλινη θέληση. Να πνίξεις κάθε έννοια
αξιοπρέπειας, να σβήσεις το φως της συνείδησης, να κατέβεις στο πεδίο της μάχης
σαν βάρβαρος εναντίον βαρβάρων, να οδηγηθείς από τις υπόγειες και απροσδόκητες
δυνάμεις που βοηθούν τους λαούς και τα άτομα στους σκληρούς καιρούς. Άπειροι
είναι οι τρόποι που επινοήσαμε και βάλαμε σε εφαρμογή για να μην πεθάνουμε:
όσοι είναι και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες. Και όλοι σήμαιναν εξαντλητικό αγώνα του
ενός εναντίον όλων, και συνεπάγονταν έναν σημαντικό αριθμό από συμβιβασμούς και
υποχωρήσεις. Να επιζήσεις χωρίς να αρνηθείς τίποτα από τον ηθικό σου κόσμο,
εκτός από τις περιπτώσεις μεγάλης εύνοιας της τύχης, ήταν δυνατόν μόνο σε
ελάχιστους και αυτοί ήταν άνθρωποι ανώτεροι, από την στόφα των αγίων ή των
μαρτύρων». Σελ. 111-112.
Να
ποια είναι τα προσόντα που «οφείλει» να διαθέτει κάποιος που ζει σε ένα
καθεστώς επιβίωσης. Πρόκειται για έναν εξαντλητικό αγώνα του ενός εναντίον
όλων. Όλοι είναι εχθροί. Δεν υπάρχουν φίλοι, μόνο αντίζηλοι. Η ηθική «οφείλει»
να απουσιάζει. Η παρουσία της αποτελεί μειονέκτημα για το υποκείμενο. Προσόντα
είναι η σκλήρυνση της υπομονής, η οξύνοια. Ευφυία είναι η ραδιουργία και η
πονηρία.
«Αντίθετα
αξίζει να προσέξουμε αυτό το γεγονός: έρχεται στο φως η ύπαρξη δυο κατηγοριών
ανθρώπων σαφώς ξεχωριστών: αυτοί που
σώθηκαν και αυτοί που βούλιαξαν. ‘Άλλα ζεύγη αντιθέτων – οι καλοί και οι
κακοί, οι σώφρονες και οι ανόητοι, οι δειλοί και οι θαρραλέοι, οι τυχεροί και
οι άτυχοι – είναι λιγότερο σαφή,
αναφέρονται μάλλον σε επίκτητα χαρακτηριστικά και σαφώς επιτρέπουν περισσότερες
και πιο σύνθετες διαβαθμίσεις.
Στην
κανονική ζωή αυτή η διάκριση είναι πολύ
λιγότερο προφανής. Είναι πιο δύσκολο να χαθεί ο άνθρωπος στην κανονική ζωή,
επειδή δεν είναι μόνος του αλλά στην άνοδο και στην πτώση του είναι
συνδεδεμένος με την τύχη των γύρω του. Για τον λόγο αυτό είναι σπάνιο κάποιος
να αποκτά απεριόριστη δύναμη ή να βαδίζει από ήττα σε ήττα ως την καταστροφή.
Αλλά
και οι νόμοι μετριάζουν την πιθανότητα ενός ναυαγίου, καθώς και η ηθική
συνείδηση που λειτουργεί ως εσωτερικός νόμος. Γιατί πράγματι, πολιτισμένη θεωρείται μια χώρα όταν οι πιο σοφοί και
αποτελεσματικοί νόμοι της είναι ακριβώς εκείνοι που εμποδίζουν τον δυστυχή να
γίνεται πιο δυστυχής και τον ισχυρό να γίνεται ισχυρότερος.
Εδώ,
όμως, ο αγώνας για την επιβίωση είναι ανελέητος, γιατί ο καθένας είναι απελπιστικά μόνος του. Εάν κάποιος τρεκλίζει δεν θα
βρει κανέναν να του απλώσει χέρι βοηθείας αλλά πολλούς που θα του καταφέρουν
ένα χτύπημα στα πλευρά, γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται εάν ένας επιπλέον «μουσουλμάνος[1]»
σέρνεται κάθε μέρα στην δουλειά. Και αυτός που με κάποιο θαύμα πανουργίας και άγριας υπομονής θα επινοήσει μια καινούργια
απάτη για να ξεφύγει από την βαριά δουλειά, μια νέα τέχνη που θα αποδώσει
μερικά γραμμάρια ψωμί, θα κάνει το παν για να κρατήσει μυστικό τον τρόπο και για αυτό θα τον σέβονται όλοι και θα τον
εκτιμούν και θα έχει εξαιρετικό προσωπικό όφελος. Θα αποκτήσει δύναμη και επομένως θα τον φοβούνται και, εκ προοιμίου, αυτός
που προκαλεί φόβο έχει ελπίδες να επιβιώσει.
Στην
ζωή και στην ιστορία μοιάζει να επικρατεί μερικές φορές ένας νόμος απάνθρωπος
που ακούγεται ως εξής: Αυτός που έχει θα
λάβει, Αυτός που δεν έχει θα του αφαιρεθεί. Στο Λάγκερ ο νόμος της αδικίας
είναι σε πλήρη ισχύ και αποδεκτός από όλους. Με τους ικανούς, τους δυνατούς
και τους ραδιούργους, οι ίδιοι οι αρχηγοί διατηρούν ευχαρίστως σχέσεις, μερικές
φορές φιλικές, επειδή ελπίζουν ότι αργότερα ίσως αποκομίσουν κάποιο όφελος.
Αλλά δεν αξίζει τον κόπο να μιλάς στους μουσουλμάνους, στους διαλυμένους
ανθρώπους, γιατί θα άρχιζαν να παραπονιούνται και θα διηγούνταν τι έτρωγαν
σπίτι τους. Ακόμα λιγότερο αξίζει να τους κάνεις φίλους γιατί δεν διαθέτουν
λαμπρές γνωριμίες, δεν τρώνε τίποτα έξτρα, δεν δουλεύουν σε προνομιακά Κομμάντο
και δεν ξέρουν κανέναν μυστικό τρόπο «οργάνωσης». Και τέλος όλοι ξέρουν ότι
είναι περαστικοί από εδώ και σε μια εβδομάδα θα απομείνει από αυτούς μόνο μια
χούφτα στάχτης σε κάποιον κοντινό αγρό[2]
και ένα νούμερο ξεθωριασμένο σε κάποια λίστα. Αν και συγχωνευμένοι και
παρασυρμένοι διαρκώς από το αμέτρητο πλήθος των ομοίων τους, υποφέρουν και
βυθίζονται σε μια θολή και κλειστή μοναξιά, πεθαίνουν ή εξαφανίζονται μέσα στην
μοναξιά χωρίς να αφήσουν ίχνη στην μνήμη κανενός».
Σελ. 108 – 109.
Πολύ
– πολύ ενδιαφέρον αυτό το τελευταίο απόσπασμα. Σε τι χωρίζονται τα υποκείμενα
που ζουν σε καθεστώς επιβίωσης; Σε εκείνα που «σώθηκαν» και σε εκείνα που «βούλιαξαν»!
Αυτή είναι η μοναδική διάκριση! Εκείνα που «σώθηκαν» (επέζησαν, πάει να πει)
είναι αξιοσέβαστα και άξια εκτίμησης. Αυτά αποπνέουν τον φόβο στους άλλους γιατί
είναι … δυνατά. Παράξενος ορισμός της «δύναμης», μα την αλήθεια θα μου πείτε
κάποιοι. Ιδιότυπος θα σας απαντήσω. Όλο το θέμα είναι να μην γίνει κανείς … «μουσουλμάνος».
Αυτό τον καθιστά … άνθρωπο. Παράξενη η έννοια της «ανθρωπιάς» θα μου πείτε.
Ιδιότυπη θα σας απαντήσω. Όσο για τον νόμο ζωής που επικρατεί στο καθεστώς
επιβίωσης: «Αυτός που έχει θα λάβει, Αυτός που δεν έχει θα του αφαιρεθεί»
πόσο διαφορετικός είναι αλήθεια από τον αντίστοιχο του στο καθεστώς της επιθυμίας!
Αφήνω σε σας τον επίλογο
και τα συμπεράσματα. Εγώ απλώς δύο ερωτήματα θέτω αντί επιλόγου: πως είναι
δυνατόν να επικοινωνήσουν δυο υποκείμενα που ανήκουν στα δύο διαφορετικά
καθεστώτα που μόλις ανάφερα; Πως είναι δυνατόν να αγαπηθούν;
[1] Στην
αργκό του στρατοπέδου, «μουσουλμάνος» (άγνωστο για ποιον λόγο) ονομάζονταν ο
κρατούμενος σε κατάσταση λιμοκτονίας. Το σώμα του «μουσουλμάνου» έμοιαζε με
σκελετό. Τα συμπτώματα της αρρώστιας από την ασιτία ήταν η απάθεια και η υπνηλία.
Την σωματική κατάπτωση συνόδευε η πλήρης ψυχική κατάρρευση.
[2] Στο
στρατόπεδο διεδίδετο ότι οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν
την στάχτη των κρεματορίων ως λίπασμα στους αγρούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου