Δευτέρα 6 Μαΐου 2019

Ο χώρος και ο χρόνος στο «καθεστώς της επιθυμίας».

Τα πιο κοντινά πρόσωπα της οικογένειας καθίστανται, από την ερωτική – λιμπιντική άποψη, πρόσωπα απρόσιτα, τα πιο απομακρυσμένα. Αντίθετα από την ευκλείδεια αρχή όπου «η ευθεία αποτελεί την συντομότερη οδό μεταξύ δύο σημείων», στην ερωτική συνθήκη του χώρου αυτή η αρχή δεν ισχύει.

Στον ψυχικό χώρο, στον χώρο της λίμπιντο, αντίθετα από ότι συμβαίνει στον ευκλείδειο, συναντάμε ένα εμπόδιο.  Έναν φραγμό. Αυτός ο φραγμός έχει καθεστώς τομής, απαγόρευσης. Πρόκειται για ένα σημείο χωρίς πέρασμα. Αυτό το σημείο μπορεί να είναι η απαγόρευση της αιμομιξίας, αλλά που εν γένει είναι ένα εμπόδιο, ένα «όχι». Υπάρχει, έτσι, μια στενή σχέση στην ύπαρξη αυτού του εμποδίου και στην συγκρότηση του αντικειμένου της επιθυμίας. Πρόκειται για ένα σημείο που μπορεί να καταστήσει υποχρεωτική μια διαδρομή του παρακάτω τύπου:

Δηλαδή μια διαδρομή με παρακάμψεις, ελιγμούς, πολύ μακριά από μια ευθεία γραμμή η οποία μπορεί ακόμα και να ενσωματώσει έναν ολόκληρο λαβύρινθο προκειμένου να οδηγήσει στο αντικείμενο της επιθυμίας στο οποίο αποβλέπουμε.

Το εμπόδιο είναι παρόν σε όλες τις μεγάλες ερωτικές ιστορίες που δημιούργησαν τους μύθους και καλλιέργησαν την ευαισθησία μας, όπως η ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Για παράδειγμα η ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας μεταφέρει την μάχη του έρωτα εναντίον μιας οικογενειακής τάξης η οποία απαγορεύει το σημείο Α να συνδεθεί με το σημείο Β. Αυτή η οικογενειακή τάξη υποκαθιστά τον φραγμό, το εμπόδιο, την απαγόρευση στην οποία αναφέρομαι.

Αυτή η ερωτική συνθήκη του χώρου αναδεικνύεται στην νεύρωση. Για παράδειγμα, ο Ν, ένας ιδεοψυχαναγκαστικός καθηγητής στο επάγγελμα, συνδέεται ερωτικά με την Α, μια φοιτήτρια του. Μετά την παραμονή ενός χρονικού διαστήματος κάποιων μηνών σε αυτή την σχέση αποχωρεί από αυτήν με δική του πρωτοβουλία. Μετά την πάροδο μερικών εβδομάδων, πάλι με δική του πρωτοβουλία, επανέρχεται στην σχέση. Η σχέση διατηρείται για δύο ως τρεις μήνες και αυτή την φορά διαλύεται με πρωτοβουλία της Α τούτη την φορά. 

Έκτοτε η επιθυμία του Ν για την Α βαίνει εντονότερη με την πάροδο του χρόνου. Η Α κυριαρχεί στις σκέψεις του και η «απώλεια» τον ταλαιπωρεί. Η αγάπη του για εκείνη νιώθει να μεγαλώνει καθώς η Α γίνεται όλο και περισσότερο κυρίαρχη των σκέψεων του. Με βάση το εν λόγω παράδειγμα μπορούμε να ορίσουμε τον ιδεοψυχανγκασμό ως προσπάθεια να κατασταθεί μη προσβάσιμο το αντικείμενο – να καταστεί απρόσιτο, απροσπέλαστο προκειμένου να είναι επιθυμητό. Ο Ν πρέπει να χωρίσει από την γυναίκα που μπορεί να αγαπήσει, πρέπει να βρεθεί μακριά της ώστε να μπορέσει εκείνη να γίνει κυρίαρχη των σκέψεων του. Και για να μπορεί να την σκέφτεται δεν πρέπει να την βλέπει και να την αγγίζει. Εδώ, λοιπόν, έγκειται η προϋπόθεση της ψυχαναγκαστικής αγάπης: η αδυναμία πρόσβασης του αντικειμένου.

Το αντικείμενο, το σώμα του, αποτελεί τον τόπο απόλαυσης του. Ο ιδεοψυχαναγκαστικός αναβάλλει τον χρόνο, κωλυσιεργεί, αναλαμβάνει δηλαδή την αναστολή της απόλαυσης, χωρίς, προσέξτε, να την ακυρώνει. Ο στόχος είναι να κατασταθεί το αντικείμενο επιθυμητό. Εδώ έγκειται όλη του η αγωνία. Υπάρχει λοιπόν εδώ στην ερωτική συνθήκη του χρόνου μια ουσιώδης χρονική κατηγορία, η αναμονή, η οποία διατηρεί τον Άλλο σε εκκρεμή θέση.
Είναι κάπως διαφορετικός ο ερωτικός χώρος στην υστερία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην υστερία το αντικείμενο καθίσταται ασύλληπτο και ότι κάθε αντικείμενο στο οποίο αποκτώ πρόσβαση δεν είναι το αντικείμενο της επιθυμίας μου. Αν δηλαδή αποκτήσω πρόσβαση στο αντικείμενο αμέσως συνεπάγεται ότι παύει να ναι το αντικείμενο της επιθυμίας μου και μετατίθεται σε άλλη θέση, Β΄:
   
 Έτσι, το αντικείμενο μέσα στον χώρο τίθεται ως ασύλληπτο. Βρίσκεται πάντοτε αλλού: επιθυμώ το χαβιάρι υπό την προϋπόθεση να μην το έχω.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο μπορεί να εγγραφεί μια διαδικασία που λειτουργεί με βάση την διαφορά μεταξύ απόλαυσης και επιθυμίας, και η οποία συνίσταται στην αναστολή της απόλαυσης για να διατηρηθεί η επιθυμία. Πρόκειται για το κατεξοχήν εγχείρημα της υστερικής που συνίσταται στον διαχωρισμό επιθυμίας και απόλαυσης. Εισάγεται έτσι μια ερωτική διαστρωμάτωση του χρόνου, εξασφαλίζεται δηλαδή η χρονική συνέχεια της επιθυμίας μέσω της αναστολής της απόλαυσης. Θα έλεγα ότι αυτή είναι η χρονική ουσία της υστερικής. Εντέλει μπορεί αυτή η ουσία να μετατεθεί στο υποκείμενο και να οδηγήσει στην ψυχρότητα.

Έτσι, περιπλέκεται η χρονική διαστρωμάτωση στην υστερία: Από την οπτική της επιθυμίας έχουμε επιμήκυνση – συνέχεια, από την οπτική όμως της απόλαυσης έχουμε αναστολή, και επίσης μπορούμε να προβάλουμε  στον ορίζοντα την αιωνιότητα της ανικανοποίητης επιθυμίας. Αυτή η αιωνιότητα της ανικανοποίητης αγάπης κορυφώνεται στην λατρεία του νεκρού άνδρα, λατρεία που πρότυπο της είναι η χήρα.

Στο υστερικό υποκείμενο, το εμπόδιο, ο φραγμός, η απαγόρευση γίνεται κατά κάποιο τρόπο η διαφυγή του αντικειμένου. Αυτό το εμπόδιο το οποίο αναπαράστησα με μια διακοπή της πιο απλής διαδρομής, εκδηλώνεται ως διαφυγή του αντικειμένου, ως αντικείμενο που ξεγλιστράει. Αυτό που παρουσιάζω ως διαφυγή του αντικειμένου στην υστερική, μετατίθεται στο ίδιο το υποκείμενο που υπεκφεύγει, το υποκείμενο που προσπαθεί να μην κατέχει ποτέ μια πάγια θέση στον χώρο: «Θέλω να πιάνω μια μικρή γωνίτσα στον χώρο…» δηλώνει μια γνώριμη μου υστερική.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου