Η
αναλυτική εμπειρία μας μαθαίνει ότι η σκέψη βρίσκεται ουσιαστικά σε αδιέξοδο
και ότι η πράξη πρέπει πάντα να βρει ένα πέρασμα για να εκπληρωθεί, να λάβει
χώρα.
«Τι νιώσατε όταν σας συνέβη αυτό το γεγονός;»
ρωτά ο αναλυτής την νεαρή, γύρω στα τριάντα, αναλυόμενη του. «Εεε, δεν ξέρω …να σας πω…» απαντά άμεσα.
Ακολουθεί ένας χρόνος σιωπής. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο αναλυτής επανέρχεται
«Λοιπόν, θα μιλήσετε, θα πείτε;». Η
αναλυόμενη απαντά «…μα περιμένετε λίγο …
σκέφτομαι …». Μετά από ορισμένα
δευτερόλεπτα, μπορεί ίσως και ένα λεπτό, συνεχίζει «… η αλήθεια είναι ότι …». Χρειάστηκε αρκετή σκέψη, έπρεπε να μεσολαβήσει
η πίεση του αναλυτή για να εκπληρωθεί η πράξη της ομιλίας. Αυτό το «δεν ξέρω»
που ύστερα από λίγο συνοδεύεται από το στερεότυπο «…η αλήθεια είναι …» αποτελεί
σήμα κατατεθέν της εν λόγω αναλυόμενης στην προσπάθεια που κάνει η πράξη της ομιλίας
της να βρει μια διέξοδο για να εκπληρωθεί. Είναι σίγουρο ότι υπάρχει η πρώτη
αντίδραση στην αρχική ερώτηση. Αυτή η πρώτη αντίδραση που συνιστά «πέρασμα στην
πράξη». Αυτή που συνήθως αποκαλούμε «αυθόρμητη». Αυτήν την πρώτη αντίδραση,
αυτό το πέρασμα στην πράξη, πρέπει να αναβάλλει, να παρεμποδίσει η αναλυόμενη.
Να το εμποδίσει αλλά και να το αναλύσει. Μεσολαβεί η ηθική, βλέπετε. Η ηθική
δεν αφορά πρωτίστως τις σκέψεις. Αφορά τις πράξεις, δηλαδή αυτό που διαπράττουμε
και το οποίο ενδέχεται να κριθεί. Γνωρίζουμε καλά, νομίζω, με ποια νευρωτική
μορφή μπορεί να έλθει στη σκέψη το ηθικό ζήτημα. Έτσι ώστε, το υποκείμενο
εμφανίζεται απασχολημένο ή μετέωρο αξιολογώντας αδιάκοπα την ορθότητα των
πράξεων του, της πράξης που πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει φτάνοντας μέχρι τον
ψυχαναγκασμό.
Το
πέρασμα στην πράξη αναβάλλεται, αναστέλλεται μέσω της σκέψης. Η σκέψη η οποία
βρισκόμενη σε αδιέξοδο διακόπτεται απότομα, ξαφνικά, υπό μορφή βιασύνης, καθώς
το υποκείμενο σπεύδει να δράσει. Γνωρίζουμε κλινικά αυτή την ανατροπή της αναστολής,
της αναβλητικότητας σε βιασύνη και σε αίσθημα επείγοντος χάρη στην
ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση.
Υπάρχει
λοιπόν, μια αντινομία ανάμεσα στην σκέψη και στην πράξη.
Αυτήν
την αντινομία κυριεύει σήμερα το ιδεώδες της ορθολογικής συμπεριφοράς: Έχουμε
σήμερα ιδιαίτερα μορφοποιημένο το ιδανικό ενός συγκεκριμένου τύπου πράξης, η
οποία θα ανταποκρίνονταν μονίμως σε έναν ώριμο επιστημονικό συλλογισμό – έτσι ώστε
η δράση να μπορεί να απορροφάται μέσα στην σκέψη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η
σκέψη είναι επιστημονική, μαθηματική ή απλώς λογική. Επομένως, θα ανταποκρίνονταν
στο ιδανικό της «υπολογισμένης δράσης» που τελικά εμφανίζεται ως το συμπέρασμα ενός
συλλογισμού, ως το πόρισμα μιας αποδεικτικής διαδικασίας.
Εδώ,
σε αυτό το σημείο, είναι που κάτι έχει να πει η κλινική του περάσματος στην
πράξη.
Ουσιαστικά,
αυτό που όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν είναι ότι το υποκείμενο της σκέψης, το
υποκείμενο που πρόκειται να δράσει, θέλει ουσιωδώς το δικό του καλό, το οποίο
σήμερα ταυτίζεται με το όφελος. Η «υπολογισμένη δράση» αποβλέπει στην
εκμηδένιση της πιθανότητας το υποκείμενο να βλάψει τον εαυτό του. Έτσι, αν κάτι
τέτοιο συμβεί τότε αυτό αποτελεί μια εξαίρεση!
Τελικά,
πρόκειται για την εξαίρεση ή για τον κανόνα της πράξης; Λοιπόν, η κλινική της πράξης
αμφισβητεί αυτό το αξίωμα, ότι το υποκείμενο της σκέψης θέλει το καλό του. Αν
υπάρχει κάτι που πραγματικά αντιτίθεται σε αυτό το ιδανικό είναι σίγουρα η
αυτοκαταστροφή. Επίσης, είναι σαφές ότι η ορθολογική συμπεριφορά, όσο
περισσότερο συνεχίζεται τόσο περισσότερο καταλήγει στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα,
σήμερα σε μεγαλύτερη κλίμακα αφού έχουμε συγκεντρώσει μέσα αυτοκαταστροφής που
υπερβαίνουν το άτομο και εξαπλώνονται στην ανθρωπότητα.
Στο
σημείο αυτό αρκεί να δείξω ότι υπάρχει κάτι στο υποκείμενο που ενδέχεται να μην
εργάζεται για το καλό του. Ενδέχεται να μην εργάζεται για το όφελος του, αλλά
αντίθετα να δουλεύει για την καταστροφή.
Το
σύμπτωμα. Εκείνο δηλαδή που το υποκείμενο θέλει. Εκείνο που το υποκείμενο
αγαπάει σαν τον εαυτό του. Το υποκείμενο προσκολλάται στο σύμπτωμα του, το
οποίο εντούτοις του κάνει κακό. Το λέω όσο πιο απλά μπορώ, πράγμα που
δικαιολογεί την εισαγωγή μιας ξεχωριστής έννοιας, της απόλαυσης, η οποία δεν
γίνεται να συγχέεται με την ευχαρίστηση. Το σύμπτωμα κάνει κακό στον οργανισμό,
στο σώμα, σε τέτοιο σημείο ώστε όταν αυτονομείται, η
απόλαυση φτάνει ως τον θάνατο.
Από
αυτήν την άποψη, ο ηρωισμός, η ηρωική αυτοκτονία – ο ηρωισμός που αποτελεί, για
την ψυχανάλυση, μια μετουσίωση – δεν αποκλείει την βούληση για απόλαυση,
αντίθετα την μαρτυράει, δηλαδή μπορεί κανείς για αυτό να θυσιάσει ακόμα και την
ζωή του. Πρόκειται για τον θρίαμβο της ενόρμησης του θανάτου ή, αν θέλετε, για
την απεγνωσμένη κατάφαση της απόλαυσης. Ήδη ως προς αυτό οφείλουμε να
διακρίνουμε την πράξη από την δράση, από την κινητικότητα. Είναι βέβαιο ότι η
αυτοκτονική πράξη δείχνει σαφώς τον πλήρη διαχωρισμό που μπορεί να συμβεί
ανάμεσα αφενός στον οργανισμό, στο σώμα, στα συμφέροντα του έμβιου για την
επιβίωση του, για το ευ ζην του, και αφετέρου στο άλλο πράγμα που το
διακατέχει, το κατατρύχει και, ενδεχομένως, το καταστρέφει. Αυτό σημαίνει ότι
ως προς το ευ ζην, η αυτοκτονία βρίσκεται στο παράδοξο σημείο – η αυτοκτονία
είτε παθολογική είτε ηρωική. Το ευ ζην, η ευχαρίστηση, το όφελος του ζώντος, η
διατήρηση του στην ζωή δεν είναι βέβαιο ότι αντέχουν απέναντι σε μια αξία που
είναι από την πλευρά της απόλυτη. Για τον λόγο αυτό η πράξη της αυτοχειρίας
συνιστά εν είδει βραχυκυκλώματος αυτήν την κεντρική ζώνη, που είναι ταυτόχρονα
αποκλεισμένη από τον υποκειμενικό κόσμο, ζώνη την οποία η ψυχανάλυση ονόμασε
απόλαυση.
Η
ψυχανάλυση ονομάζει πράξη εκείνο που στοχεύει στην καρδιά του Είναι, δηλαδή
στην απόλαυση. Η μοναδική πράξη που μπορεί να αποτελεί επιτυχημένη πράξη είναι
η αυτοκτονία! Η πράξη ως τέτοια αδιαφορεί για το μέλλον της, είναι εκτός
νοήματος, αδιαφορεί για το τι θα επέλθει στην συνέχεια. Κατά βάθος, μια πράξη
δεν έχει ιστορία, μια πράξη υφίσταται αφ’ εαυτού της. Ό,τι επακολουθεί είναι
ήδη κάποιος άλλος που θα το εκπληρώσει. Ο Καίσαρας πράγματι διάβηκε τον Ρουβικώνα.
Μην φανταστείτε όμως ότι Ρουβικώνας είναι κανένα ποτάμι τύπου Νιαγάρα. Πρόκειται
για ένα μικρό ρεύμα νερού εντελώς ασήμαντο. Δεν υπάρχει καμιά δυσκολία, σας διαβεβαιώ,
στο να προσπαθήσει κάποιος να τον διαβεί. Η αξία του έγκειται απλώς και μόνο
επειδή ήταν εκεί το επιτρεπόμενο όριο για το πέρασμα των στρατών εκτός Ιταλίας –
το όριο πέραν από το οποίο διέπραττε κανείς παράβαση. Από αυτήν την άποψη δεν
υπάρχει πράξη παρά μόνον αν υπάρχει υπέρβαση ενός σημαίνοντος ορίου. Έτσι, το «μετά»
της πράξης ένα άλλο υποκείμενο θα το εκπληρώσει. Ο Καίσαρας ένθεν και ο
Καίσαρας κακείθεν του Ρουβικώνα δεν είναι πλέον ο ίδιος Καίσαρας. Συνεπώς, το «ύστερα»
εξαφανίζεται, αφού εν συνεχεία αναγεννάται άλλος. Θα έλεγα ότι όταν υπάρχει
αληθινή πράξη – γεγονός που είναι δυστυχώς σπάνιο – την προφταίνει πάντοτε η εκ
των υστέρων σημασία.
Η
ουσία της σκέψης, όταν συλλαμβάνεται με βάση το ασυνείδητο είναι η Αμφιβολία.
Άπαξ και υπάρχει απώθηση σκεφτόμαστε μόνο μέσα από ένα «δεν ξέρω». Όπως ακριβώς
η εν λόγω αναλυόμενη με την οποία ξεκίνησα τούτο το σημείωμα. Στο επίπεδο της σκέψης
το υποκείμενο βρίσκεται ουσιωδώς σε απροσδιοριστία. Τίποτε πιο ανθρώπινο από
αυτό. Ως εκ τούτου η εν λόγω αναλυόμενη είναι εντελώς … ανθρώπινη.
Από
την άλλη, αν η ουσία της σκέψης είναι η Αμφιβολία, και την ενσαρκώνει η ιδεοληψία,
η ουσία της πράξης είναι η Βεβαιότητα, η Αμετακλητότητα.
Συνοψίζοντας: Η πράξη είναι
πάντα του «εαυτού» (αυτο….): αυτό – τιμωρίας, αυτό – καταστροφής κ.λπ. Με άλλα
λόγια, διαχωρίζεται από τον Άλλο. Μέσα στην πράξη το υποκείμενο αποσύρεται από
τα διφορούμενα της ομιλίας όπως και από κάθε διαλεκτική της αναγνώρισης,
διαγράφει τον Άλλο. Εξ ου ακριβώς και το διακύβευμα της πράξης είναι,
κυριολεκτικά, μη κωδικοποιήσιμο. Αυτό ισχύει για κάθε δράση επιτυχημένη ή μη, και
καλό είναι να το έχουμε κατά νου. Βρίσκεται έξω από τον κόσμο των υπολογισμών,
των ισοτιμιών και των συναλλαγών. Αποβλέπει στο οριστικό και στο αμετάκλητο.
Στοχεύει την απόλαυση του Άλλου η οποία υποτίθεται επιβλαβής. Αυτός ο μηχανισμός
αποτελεί ακριβώς την αρχή της ασυνείδητης ρίζας του ρατσισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου