Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

Καλό το παραμύθι αλλά … δεν έχει δράκο!

Βεβαίως και είμαστε βιολογικά όντα. Βεβαίως και υπάρχουν βιολογικοί καθορισμοί. Τότε γιατί να μην πούμε ότι υπάρχουν ένστικτα επιβίωσης και σεξουαλικές ορμές, επίσης πείνα, δίψα και ούτω καθεξής;

Το πρόβλημα είναι το εξής: σε τι συνίσταται αυτό το πράγμα που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «ανθρώπινο είδος», ας μου επιτρέψετε την έκφραση. Το ανθρώπινο ον γεννιέται εξαιρετικά ανώριμο. Αυτό πάει να πει ότι είναι εξαρτημένο για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από το περιβάλλον του και από άλλα όντα για να μεγαλώσει, συγκριτικά με άλλα ζώα. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα χρειάζεται να απευθυνθεί σε κάποιον άλλο, χρειάζεται να καλέσει τον άλλο, χρειάζεται να παρακαλέσει.

Γνωρίζετε, για παράδειγμα, ότι ακόμα και οι κραυγές του νεογέννητου δεν είναι καθόλου φυσικές. Γίνονται πολύ γρήγορα μέρος της γλώσσας. Γνωρίζετε, ενδεχομένως, ότι έχουν γίνει παρατηρήσεις σχετικά με τους ηχητικούς τύπους των πολύ μικρών παιδιών, ηλικίας λίγων ημερών, λίγων μηνών. Από την ηλικία των τριών μηνών ο τύπος του ήχου διαφέρει ανάλογα με την γλώσσα. Το κλάμα του μωρού έχει προτυποποιηθεί ανάλογα με την γλώσσα του ήδη από την ηλικία των τριών μηνών.

Εξαρχής η ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών για την επιβίωση καθιστούν αναγκαίο το κάλεσμα του άλλου. Με αυτήν την έννοια, οι βιολογικές ανάγκες είναι ήδη τροποποιημένες, επειδή, όπως γνωρίζετε καλά, σημαντικότερο και από την ικανοποίηση της ίδιας της δίψας είναι ο άλλος να ανταποκριθεί στο κάλεσμα. Σημαντικότερο και από την ικανοποίηση των υλικών αναγκών επιβίωσης είναι το κάλεσμα για αγάπη και η απόκριση της αγάπης. Όπως συνήθιζε να λέει ο Βίκτωρ Ουγκώ « Η μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή είναι η πεποίθηση ότι μας αγαπούν».

Μπορεί να πιστέψει κανείς από μας ότι αυτό που ονομάζουμε «επιθυμία» αποτελεί βιολογική βαθμίδα; Η επιθυμία παραμένει αναλλοίωτη. Οι «ενορμήσεις» επιμένουν, παραμένουν χωρίς ποτέ να κάμπτονται. Δεν υπάρχει καμιά βιολογική ανάγκη επιβίωσης που να είναι τέτοιου τύπου. Έτσι, μπορούμε να ισχυριστούμε, όπως ο φιλόσοφος Χέγκελ, ότι ο άνθρωπος είναι ένα άρρωστο ζώο. Αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι οι ανάγκες επιβίωσης του είναι ήδη μεταλλαγμένες και φιλτραρισμένες μέσα από την αναγκαιότητα κλήτευσης του άλλου προκειμένου να ικανοποιηθούν. Κάτι στον άνθρωπο είναι παρεκκλίνον και τον κάνει να μοιάζει σαν να μην μπορεί να φτάσει στην πλήρη ικανοποίηση. Γίνεται τόσος λόγος στην κοινωνία μας για την «πλήρη ικανοποίηση, ειδάλλως θα είστε ξοφλημένοι». Τελείως αντίθετα, η ψυχανάλυση δεν πιστεύει, δεν πίστεψε ποτέ, στην επιδίωξη της ευτυχίας. Πιστεύει σε κάτι άλλο: η πλέον αγαπημένη σας απόλαυση δεν σας φέρνει ευτυχία, η ασυνείδητη ικανοποίηση των ενορμήσεων αντιβαίνει στην ευχαρίστηση. Αυτός είναι ο λόγος που απολαμβάνετε τα συμπτώματα σας, και, ακόμη και αν ερμηνευτούν, τα διατηρείτε επειδή μέσα σε όλο αυτόν τον πόνο απολαμβάνετε κάτι που δεν είναι ευτυχία αλλά μια ασυνείδητη ευχαρίστηση. Η ιδέα του μαζοχισμού, του ασυνείδητου μαζοχισμού, δεν έχει ποτέ αφομοιωθεί εντελώς από τους ψυχαναλυτές. Ο λόγος είναι επειδή θέλουν να πιστεύουν στην έννοια του «καλού». Θέλουν να πιστεύουν στην αρμονία. Θέλουν να πιστεύουν ότι το τέλος της ανάλυσης φέρνει αρμονία, ευτυχία, γεννητική δραστηριότητα.

Μάλλον έχει δίκιο κάποιος που άκουσα πρόσφατα να λέει «Η ευτυχία μου είμαι εγώ. Όχι εσύ. Όχι μόνο γιατί εσύ μπορεί να είσαι περαστική, αλλά και επειδή θέλεις να είμαι αυτό που δεν είμαι».

Δεν γνωρίζω σε τι χρησιμεύουν όλες αυτές οι ιστορίες περί γεννητικής δραστηριότητας. Ίσως για λαβ στόρι … αλλά, ξέρετε, αυτό δεν είναι ζωή!   

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Θέλω, στα αλήθεια, να μαι υπερήφανη;

Με την «υπερηφάνεια» νοείται το θετικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος ή κάποια όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αυτοεπιβεβαίωσή. Αλλά σημαίνει και το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί την αξία του ως άνθρωπος και πλήττεται όταν κάποιος προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Όμως εκπίπτει και στην αρνητική σημασία όταν νοεί το συναίσθημα που ονομάζουμε αλαζονεία, δηλαδή το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του ανώτερο.

Παράγεται από το ρήμα «υπερηφανεύομαι». Σύνθετο από την πρόθεση «υπέρ» και το ρήμα  «φαίνομαι». Φαίνομαι είναι παθητική φωνή του ενεργητικού «φαίνω». Ας δούμε το «Φαίνω»:
1.  Καταρχήν σημαίνει λάμπω, ακτινοβολώ, ρίχνω φως, φωτίζω, φέγγω.
2. Κατά δεύτερον σημαίνει εμφανίζομαι, φανερώνομαι.
Στην μέση φωνή γίνεται «Φαίνομαι». Σημαίνει είμαι ορατός, εμφανής, κάνω την εμφάνισή μου, αλλά σημαίνει και «δίνω την εντύπωση».

«Θέλω να είμαι υπερήφανη». Το «είμαι» δηλώνει ταυτότητα. Τρόπος ύπαρξης. Πρόκειται για ταύτιση. Ταυτίζομαι με το φως, την λάμψη. «Θέλω να λάμπω υπερβολικά στα μάτια του άλλου» αυτό σημαίνει «θέλω να είμαι υπερήφανη». Αυτό το «υπερβολικά» τονίζει την απόλαυση μου που συνεπάγεται και απόλαυση του Άλλου αφού εκδηλώνεται «στα μάτια του». Το «θέλω» κάνει φανερή την επιθυμία. Την έλλειψη. Πάει να πει ότι, την στιγμή που αρθρώνω την φράση, «δεν είμαι υπερήφανη». Δεν υπάρχω ως τέτοια. Αντίθετα, τώρα «ντρέπομαι». Αν το υπέρλαμπρο είναι ένα σημείο του χώρου τότε αυτό το σημείο περιβάλλεται από το σκοτάδι. Όταν «ντρέπεσαι» βρίσκεσαι στον περιβάλλοντα του σημείου χώρο και ποθείς να βρεθείς στο υπέρλαμπρο σημείο ώστε να μην ντρέπεσαι, ώστε να σαι υπερήφανη.

  Όμως, στο σκοτάδι δεν είναι εύκολο να με βρει κάποιος. Ο χώρος που πιάνω δεν είναι εύκολο να είναι φανερός στα μάτια του Άλλου! Όταν ο Άλλος ξέρει που θα με βρει, που θα βρει το σώμα μου, είμαι εντοπίσιμος από τα μάτια του, έχει την δυνατότητα να απολαμβάνει το βλέμμα του μέσω του σώματος μου! Έτσι, όταν λάμπω υπερβολικά, είμαι υπερήφανη και "τραβώ" το βλέμμα του Άλλου πάνω μου επιτρέποντας του να με απολαύσει. Φεύγοντας από το σημείο όπου λάμπω "σβήνω" το βλέμμα του (άρα και την απόλαυση του). Φεύγοντας δεν του επιτρέπω να "καμαρώνει" με μένα! Ο Άλλος είναι απαραίτητος σε μένα (ο Άλλος είναι οι αρχές, αξίες, ο νόμος πάει να πει) από την μία (μένω στον Άλλο, τον έχω εντός μου), αλλά από την άλλη μισώ την απόλαυση του, δεν θέλω να απολαμβάνει με μένα (φεύγω από τον Άλλο να μην με βλέπει). Διχάζομαι: Να φύγω ή να μείνω; Ιδού η απορία. Ιδού ο διχασμός μου.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Υπάρχει ένα παρόν του μέλλοντος και ένα παρόν του παρελθόντος!

Το παρόν συμπίπτει με τη στιγμή που μιλάμε.

Το παρελθόν δεν είναι ένα ον. Το παρελθόν διέπεται από το «δεν είναι πια». Ό,τι πέρασε δεν ζει πια. Είναι νεκρό. Είναι Μηδέν.
Το μέλλον επίσης δεν είναι ον. Το μέλλον διέπεται από το «δεν είναι ακόμη». Ό,τι πρόκειται να έλθει δεν είναι εδώ. Είναι ομοίως Μηδέν.
Το παρόν αποτελεί το μόνο καταφύγιο του Είναι. Το παρόν είναι το μόνο που υπάρχει. Το μόνο που ζει. Δεν είναι μηδέν. Είναι Ένα.

Αλλά πόσο χρόνο διαρκεί το παρόν; Το πρόβλημα είναι ότι το παρόν δεν διαρκεί. Το πρόβλημα καθίσταται «πρόβλημα» για το υποκείμενο της γλώσσας. Προσπαθούμε να υπηρετήσουμε την γλώσσα. Προσπαθούμε να ακολουθήσουμε τους νόμους και τους κανόνες που μας επιβάλλει. Θυμάμαι ακόμα μια πολύ καλή μου φίλη η οποία όταν ξεκίναγα μια φράση λέγοντας της «Το Σαββάτο …» πάντα έσπευδε να με διακόψει για να με διορθώσει «Όχι, Σαββάτο … Σάββατο είναι το σωστό!». Σκεφτόμουν «δίκιο έχει, αλλά να, δεν είναι εκεί το νόημα που θέλω να της μεταφέρω.» Και εκνευριζόμουν εντός μου γιατί πάντα είχα την αίσθηση ότι «κοίταγε» τους τύπους (το σωστό, τους γραμματικούς κανόνες, πάει να πει) και αυτό με έκανε να πιστεύω ότι δεν την ενδιέφερε η ουσία των όσων ήθελα να της πω. Έτσι, σε πρώτη ευκαιρία της επέστρεφα έναν χαρακτηρισμό: «Καλά τώρα, μιλάς και εσύ, η αγράμματη!».

Ναι, θέλουμε να υπηρετούμε την γλώσσα – υποκείμενα της είμαστε άλλωστε – αλλά από την άλλη θέλουμε να εκφράσουμε αυτό που είναι στην ψυχή μας. Το παρόν της γλώσσας είναι στιγμιαίο. Μιλάμε, και τι σημαίνει αυτό; Ότι διανύουμε την σημαίνουσα αλυσίδα των λέξεων της φράσης μας. Τι σημαίνει εκείνο το «διανύουμε»; Το υποκείμενο που είμαστε όλοι μας «περνάει» από λέξη σε λέξη, από φράση σε φράση. Λέγοντας την λέξη, αυτή καθίσταται παρελθούσα. Παρούσα γίνεται η μέχρι πριν από λίγο επόμενη λέξη. Αυτή που, κατά την διάρκεια που εκφέρονταν η προηγούμενη, είχε τον χαρακτήρα της μέλλουσας. Έτσι, συνεχίζουμε να αρθρώνουμε τις λέξεις μας, τις φράσεις μας κατά την διάρκεια που συντελείται η πράξη του λόγου. Το υποκείμενο, κατά αυτόν τον τρόπο, μετακινείται μέσα στην σημαίνουσα αλυσίδα και ως υποκείμενο της επιθυμίας «ζει» μόνο ένα στιγμιαίο παρόν. Ένα στιγμιαίο «Ένα». Θλίβεται από το γεγονός ότι αυτό το «Ένα» έχει διάρκεια μιας στιγμής ενώ  τα «Μηδέν» του παρελθόντος και εκείνα του μέλλοντος διαρκούν. Διαρκούν πολύ περισσότερο. Πόσο, αλήθεια, θα θέλαμε να συμβαίνει το αντίθετο! Πόσες φορές, άραγε, δεν ευχηθήκαμε μέσω του στόματος της Ρένας Κουμιώτη «αχ, ας μην τέλειωνε ποτέ ετούτη η νύχτα, θεέ μου!». Αυτό είναι το πρόβλημα του υποκειμένου του σημαίνοντος, της γλώσσας, του Άλλου, πείτε το όπως σας αρέσει.

Ο χρόνος δεν αφήνει ποτέ το Είναι εν ειρήνη, αλλά ούτε και το Μηδέν. Ο χρόνος τρέφει αδιάκοπα την ανησυχία όπως και την νοσταλγία. Την ανησυχία για αυτό που θα είναι και την νοσταλγία για αυτό που ήταν! Αυτό είναι που ανάγκασε τον Λακάν να πει: «Ο χρόνος της ομιλίας θέλει χρόνο. Έχει μια διάσταση μέσα στον χρόνο, μια συνεκτικότητα. Δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να ικανοποιηθούμε με ένα στιγμιαίο παρόν. Όλη μας η εμπειρία πηγαίνει κόντρα σε αυτό». Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα συνεκτικό παρόν, όχι μόνο το στιγμιαίο. Χρειαζόμαστε ένα συνεκτικό παρόν που να διαρκεί. Να ανταποκρίνεται στο βίωμα μας. Να διαρκεί λίγο παραπάνω. Να διαρκεί όσο απαιτείται για να μιλάει η ψυχή μας και όχι μόνο η … γραμματική!
Λέω να «μιλάει η ψυχούλα μας» και εννοώ να μπορεί να εκφράσει τα πάθη της, τις συγκινήσεις της, τα συναισθήματα της. Ένα παρόν που θα επιτρέψει σε όλα αυτά να διαρκέσουν, να επιμηκυνθούν.

Σε αυτή την κατεύθυνση φιλοδοξούν να προσφέρουν όσα θα εξακολουθήσω να γράφω στην συνέχεια.
Για προσέξτε παρακαλώ, τις παρακάτω προτάσεις:

1. Ταξίδεψα δέκα ώρες για να σε συναντήσω [αόριστος].
2. Θα ταξιδέψω δέκα ώρες για να σε συναντήσω [μέλλοντας συνοπτικός].
3. Ταξίδευα δέκα ώρες για να σε συναντήσω [παρατατικός].
4. Θα ταξιδεύω δέκα ώρες για να σε συναντήσω [μέλλοντας εξακολουθητικός].     

Στις προτάσεις 1 και 3, το ομιλόν παρουσιάζει ένα γεγονός που συνέβη στο παρελθόν. Τα ρήματα «ταξίδεψα» και «ταξίδευα» αντιστοιχούν στον αόριστο και τον παρατατικό.

Η διαφορά των δύο ρηματικών χρόνων δεν βρίσκεται στη διάρκεια του ταξιδιού. Το ταξίδι είχε χρονική διάρκεια δέκα ωρών –κι αυτό δεν αλλάζει.

Η διαφορά τους βρίσκεται στην οπτική γωνία από την οποία το ομιλόν βλέπει το γεγονός, και στον τρόπο με τον οποίο το ίδιο βίωσε τη διάρκειά του.
Το ίδιο ισχύει και τις προτάσεις 2 και 4. Τα ρήματα «θα ταξιδέψω» και «θα ταξιδεύω» δεν αλλάζουν τη διάρκεια του γεγονότος. Αλλάζουν την οπτική γωνία από την οποία το ομιλόν βλέπει το γεγονός.

Ας εξηγηθώ καλύτερα σχετικά με την φράση «οπτική γωνία»:

 Με τους ρηματικούς τύπους «ταξίδεψα» (αόριστος) και «θα ταξιδέψω» (μέλλοντας συνοπτικός), το ομιλόν βλέπει το γεγονός σαν μια ολότητα --σαν ένα συμπαγές σύνολο. Δεν ενδιαφέρεται για τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, δηλαδή για κάποια ξεχωριστά στάδια της εξέλιξής του. Θα λέγαμε ότι προσπαθεί να… συμπιέσει το γεγονός: Αυτή η οπτική γωνία εκφράζει την συνοπτική θεώρηση του γεγονότος.

Όταν λέμε λοιπόν ότι το ομιλόν χρησιμοποιεί τον αόριστο ή τον συνοπτικό μέλλοντα δεν προσπαθεί μόνο να τοποθετήσει ένα γεγονός στο παρελθόν ή στο μέλλον. Μας δείχνει και με ποιο τρόπο το αντιμετωπίζει. Αν παρομοιάζαμε το ταξίδι με κείμενο, θα λέγαμε ότι, με τους συνοπτικούς χρόνους, το ομιλόν παρουσιάζει μια περίληψή του!

Από την άλλη, με τους ρηματικούς τύπους "ταξίδευα' (παρατατικός) και "θα ταξιδεύω" (μέλλοντας εξακολουθητικός), το ομιλόν βλέπει το γεγονός από διαφορετική οπτική γωνία: Βλέπει να ξεδιπλώνεται μπροστά του η πορεία του ταξιδιού.

Είναι σαν να ζει σχεδόν κάθε στιγμή του. Το ομιλόν δεν προσπαθεί να τονίσει την αρχή ή το τέλος του ταξιδιού, αλλά τα στάδια της εξέλιξής του. Αυτή η οπτική γωνία εκφράζει την εξακολουθητική (την εξελικτική) θεώρηση του γεγονότος.

Το ομιλόν, με τον παρατατικό ή τον εξακολουθητικό μέλλοντα, τοποθετεί το γεγονός στο παρελθόν ή στο μέλλον και ταυτόχρονα μας δείχνει με ποιο τρόπο το αντιμετωπίζει. Αν το ταξίδι έμοιαζε με κείμενο, θα λέγαμε ότι το ομιλόν έχει τη διάθεση να παραθέσει όλες τις λεπτομέρειες.

Συμπέρασμα: Όταν λοιπόν χρησιμοποιούμε τους ρηματικούς χρόνους, δεν τοποθετούμε απλώς ένα γεγονός στον άξονα του χρόνου. Παρουσιάζουμε και την άποψή μας γι’ αυτό. Δηλαδή την οπτική γωνία από την οποία το προσεγγίζουμε.

Σε αυτό το σημείο θα θυμίσω ένα κείμενο στο οποίο και σας παραπέμπω. Πρόκειται για ένα κείμενο που, κατά την γνώμη μου, αποτελεί ίσως την πιο συγκινητική αναφορά σχετικά με τον χρόνο: την όλο πάθος αναζήτηση του Αγίου Αυγουστίνου στο 9ο Βιβλίο των «Εξομολογήσεων», όπου ρωτά ενώπιον του αιώνιου Θεού: «Τι είναι ο χρόνος;». Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό ερώτημα. Ο Άγιος Αυγουστίνος εξηγεί ότι υπάρχει ένα παρόν του μέλλοντος, ένα παρόν του παρελθόντος και ένα παρόν του παρόντος. Το παρόν του μέλλοντος είναι «η αναμονή». Το παρόν του παρελθόντος είναι «η ανάμνηση». Και συνεχίζει: «Ποιος είναι ο τόπος όπου εκτυλίσσεται το παρόν; Είναι η ψυχή!». Προσθέτει, με άλλα λόγια, την ψυχή ως τόπο του χρόνου.

Ο χρόνος, αγαπητοί φίλοι και φίλες, συγκροτείται ΜΟΝΟ μέσα στην ψυχή. Αυτό το γεγονός προϋποθέτει ότι αποδίδουμε στην ψυχή μια μυστηριώδη διάσταση, μια μυστηριώδη έκταση, ώστε να μπορεί να συμπεριλάβει το μέλλον και το παρελθόν.

Σας προτείνω, λοιπόν, να αντιληφθείτε την εξακολουθητική θεώρηση των γεγονότων.