Με την «υπερηφάνεια» νοείται το θετικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος
ή κάποια όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα
την αυτοεπιβεβαίωσή. Αλλά σημαίνει και το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν
συνειδητοποιεί την αξία του ως άνθρωπος και πλήττεται όταν κάποιος προσβάλλει
την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Όμως εκπίπτει και στην αρνητική σημασία
όταν νοεί το συναίσθημα που ονομάζουμε αλαζονεία, δηλαδή το να θεωρεί κανείς
τον εαυτό του ανώτερο.
Παράγεται από το ρήμα
«υπερηφανεύομαι». Σύνθετο από την πρόθεση «υπέρ» και το ρήμα «φαίνομαι». Φαίνομαι είναι παθητική φωνή του
ενεργητικού «φαίνω». Ας δούμε το «Φαίνω»:
1. Καταρχήν σημαίνει λάμπω, ακτινοβολώ, ρίχνω
φως, φωτίζω, φέγγω.
2. Κατά δεύτερον σημαίνει
εμφανίζομαι, φανερώνομαι.
Στην μέση φωνή γίνεται
«Φαίνομαι». Σημαίνει είμαι ορατός, εμφανής, κάνω την εμφάνισή μου, αλλά
σημαίνει και «δίνω την εντύπωση».
«Θέλω να είμαι υπερήφανη». Το
«είμαι» δηλώνει ταυτότητα. Τρόπος ύπαρξης. Πρόκειται για ταύτιση. Ταυτίζομαι με
το φως, την λάμψη. «Θέλω να λάμπω υπερβολικά στα μάτια του άλλου» αυτό σημαίνει
«θέλω να είμαι υπερήφανη». Αυτό το «υπερβολικά» τονίζει την απόλαυση μου που
συνεπάγεται και απόλαυση του Άλλου αφού εκδηλώνεται «στα μάτια του». Το «θέλω»
κάνει φανερή την επιθυμία. Την έλλειψη. Πάει να πει ότι, την στιγμή που αρθρώνω
την φράση, «δεν είμαι υπερήφανη». Δεν υπάρχω ως τέτοια. Αντίθετα, τώρα
«ντρέπομαι». Αν το υπέρλαμπρο είναι ένα σημείο του χώρου τότε αυτό το σημείο
περιβάλλεται από το σκοτάδι. Όταν «ντρέπεσαι» βρίσκεσαι στον περιβάλλοντα του
σημείου χώρο και ποθείς να βρεθείς στο υπέρλαμπρο σημείο ώστε να μην ντρέπεσαι,
ώστε να σαι υπερήφανη.
Όμως, στο σκοτάδι δεν είναι
εύκολο να με βρει κάποιος. Ο χώρος που πιάνω δεν είναι εύκολο να είναι φανερός
στα μάτια του Άλλου! Όταν ο Άλλος ξέρει που θα με βρει, που θα βρει το σώμα
μου, είμαι εντοπίσιμος από τα μάτια του, έχει την δυνατότητα να απολαμβάνει το
βλέμμα του μέσω του σώματος μου! Έτσι, όταν λάμπω υπερβολικά, είμαι υπερήφανη
και "τραβώ" το βλέμμα του Άλλου πάνω μου επιτρέποντας του να με
απολαύσει. Φεύγοντας από το σημείο όπου λάμπω "σβήνω" το βλέμμα του
(άρα και την απόλαυση του). Φεύγοντας δεν του επιτρέπω να "καμαρώνει"
με μένα! Ο Άλλος είναι απαραίτητος σε μένα (ο Άλλος είναι οι αρχές, αξίες, ο
νόμος πάει να πει) από την μία (μένω στον Άλλο, τον έχω εντός μου), αλλά από
την άλλη μισώ την απόλαυση του, δεν θέλω να απολαμβάνει με μένα (φεύγω από τον
Άλλο να μην με βλέπει). Διχάζομαι: Να φύγω ή να μείνω; Ιδού η απορία. Ιδού ο
διχασμός μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου