Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Το ευ ζειν δεν αντέχει απέναντι στα … «κουτάκια» του μυαλού μας!

Πολλοί από μας μπερδεύουν την επιθυμία με το αίτημα. Ακούει κανείς κάποιον να λέει: «Θέλω παιδί» και από αυτήν τη εκφορά της ομιλίας συμπεραίνει ότι το «αντικείμενο» της επιθυμίας του εν λόγω υποκειμένου είναι το «παιδί». Έτσι, βγάζουμε το λογικό συμπέρασμα ότι  όλες οι «επιθυμίες» μας έχουν κάποιο αντικείμενο. Θεωρούμε, με άλλα λόγια, ότι δεν είναι διατυπωμένη η επιθυμία με την λέξη «θέλω». Απαιτείται και ένα «τι θέλεις», ως συμπλήρωμα.  Θεωρούμε ότι είναι διατυπωμένη ορθά η επιθυμία του υποκειμένου όταν διατυπώνεται με την φράση «θέλω αυτό».

Το λάθος μας σε αυτήν την προσέγγιση έγκειται στο ότι το «αυτό» - «το παιδί», στο συγκεκριμένο παράδειγμα – δεν αποτελεί τον «σκοπό», την στόχευση της επιθυμίας μας, αλλά το αίτιο της ύπαρξης της. Γιατί είναι, όμως, τόσο σημαντικό αυτό το λάθος; Τι κάνει σημαντική την διαφορά να προσεγγίσουμε το αντικείμενο «παιδί» ως αίτιο και όχι ως «σκοπό» της επιθυμίας;

Η σημαντικότητα έγκειται στο γεγονός ότι αν προσεγγίσουμε το αντικείμενο «παιδί» ως αίτιο της επιθυμίας τότε θα «ανακαλύψουμε» ότι το αίτιο μας οδηγεί στην δημιουργία ενός «σεναρίου» προκειμένου να φτάσουμε στην πράγμα  - το – ποίηση του. Αυτό το «σενάριο» το ονομάζουμε, στην καθομιλουμένη, «προϋποθέσεις».
 Ας πούμε, Προϋπόθεση 1η: ύπαρξη αγαπημένου συντρόφου. Προϋπόθεση 2η: ύπαρξη σταθερής εργασίας. Προϋπόθεση 3η: ύπαρξη ικανού εισοδήματος. Προϋπόθεση 4η: ύπαρξη ενός συγκεκριμένου σπιτιού ικανού να ανταπεξέρχεται στις «ανάγκες» της οικογένειας. Προϋπόθεση 5η: δυνατότητα να βρίσκεται κανείς, για ένα χρονικό διάστημα, ας πούμε 6 μήνες, κοντά στο νεογέννητο στο άμεσο διάστημα μετά την γέννηση. Προϋπόθεση 6η: η κατοικία της οικογένειας να είναι κοντά στο σπίτι των γονιών μου προκειμένου να είναι εύκολη η βοήθεια των τελευταίων άμα τη γεννήσει του παιδιού.
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε κατά αυτόν τον τρόπο και άλλες τέτοιας τάξεως «προϋποθέσεις». Είναι όλες υποκειμενικές και αυτό είναι ευνόητο. Όλες αυτές οι «προϋποθέσεις» συνιστούν το σκηνικό της επιθυμίας (φαντασιακό), και αποτελούν το πεδίο (φαντασίωση) εντός του οποίου το υποκείμενο της γλώσσας (συμβολικό) εντάσσει ένα πραγματικό αντικείμενο (πραγματικό) όπως είναι «το παιδί».

Παρατηρούμε λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο ανάλυσης, ότι η συνάντηση του φαντασιακού με το συμβολικό και το πραγματικό συνιστούν αυτό που ονομάζουμε «επιθυμία». Όλα αυτά βεβαίως, με το δεδομένο ότι την στιγμή που μιλάμε «το παιδί» είναι ανύπαρκτο. Ακόμα δεν υφίσταται. Αποτελεί έλλειψη. Για αυτό και το υποκείμενο της γλώσσας είναι ένα «εν ελλείψει» υποκείμενο.  

Γιατί το αντικείμενο «παιδί» είναι της τάξεως του πραγματικού ενώ οι «προϋποθέσεις» είναι της τάξεως του φαντασιακού;  
Η απάντηση είναι απλή: Το «παιδί» είναι πραγματικό με την έννοια ότι το σώμα του αναγνωρίζεται από όλους. Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του είναι αντικειμενική. Οι «προϋποθέσεις» όμως είναι εντελώς υποκειμενικές. Είναι τέτοιες που μόνο εγώ τις θέτω ως «προϋποθέσεις» για την ύπαρξη του «παιδιού».  
 Το «σενάριο» αυτό είναι όχι μόνο ένα για κάθε κλινική δομή αλλά επίσης ένα για κάθε υποκείμενο. Κάθε υποκείμενο δηλαδή έχει ειδική, μοναδική σχέση με την απόλαυση του. Η συγκεκριμένη φράση ήδη τοποθετεί την απόλαυση του υποκειμένου μέσα στην επιθυμία. Προσέξτε λίγο: Το «παιδί» είναι, πάνω από όλα, μια λέξη. Μια λέξη παρμένη από την γλώσσα, το συμβολικό. Αυτό σημαίνει ότι παραπέμπει αυτομάτως στο σημαινόμενο της. Το σημαινόμενο ανήκει στο φαντασιακό της γλώσσας (Άλλος) που μου δόθηκε και η οποία, από την στιγμή που αποκτήθηκε – με πολύ αγώνα – από μέρους μου, με εποίκησε. Με εποίκησε σε τέτοιο βαθμό ώστε η σημασία να «καταπίνει» το σημαίνον άμα τη εμφανίσει του τελευταίου. Αυτό άλλωστε το γεγονός είναι που τοποθετεί το υποκείμενο στην θέση του «υποκειμένου του σημαίνοντος». Το εντάσσει, δηλαδή, κάτω από την εξουσία του συμβολικού, του Άλλου. Έτσι, η «επιθυμία» του υποκειμένου δεν είναι παρά επιθυμία του Άλλου. Αυτό σημαίνει ότι ο Άλλος επιθυμεί! Πράγμα που σημαίνει ότι έχει και αυτός την έλλειψη του. Δεν είναι πλήρης[1]. Έχει τα όρια του. Όρια πέραν των οποίων ο Άλλος απολαμβάνει! Δηλαδή υπάρχει απόλαυση του Άλλου. Αυτήν την απόλαυση την ονομάζουμε «υπέρ-απόλαυση». Ενώ λοιπόν, η συμβολική τάξη «τοποθετεί» την απόλαυση σε μια θέση εκτός αυτής, η τελευταία δεν βρίσκεται ποτέ εκεί που την «θέλει» το συμβολικό!  Με αυτή την έννοια, δεν υπάρχει κανονικότητα της επιθυμίας. Κάθε επιθυμία είναι διαστροφική. Για τον καθένα, υπάρχει μια αταξία στο επίπεδο της απόλαυσης. Υπάρχει για όλους κάτι που δεν θα κανονικοποιηθεί ποτέ.

Έτσι, το «θέλω παιδί» δεν λέει όλη την αλήθεια. Εκείνο που δεν λέει, εκείνο που κρύβει, είναι ότι το «παιδί» μπορεί να υπάρξει μόνο «κάτω από προϋποθέσεις». Το «παιδί» αποτελεί το αίτιο – το μικρό αντικείμενο α, που λέει και η ψυχανάλυση πάνω στο οποίο δομεί το υποκείμενο το φαντασιωτικό του σενάριο – της επιθυμίας. Όμως, τι γίνεται με την πράγμα-το-ποίηση του όταν δεν συντρέξουν «τα υπόλοιπα κουτάκια» (για να χρησιμοποιήσω την έκφραση μιας αναλυόμενης η οποία έδωσε και την αφορμή για την δημιουργία της εν λόγω ανάρτησης) τα οποία αποτελούν τα στοιχεία της φαντασίωσης; Τι θα συμβεί αν δεν «πληρωθούν – στον απόλυτο βαθμό - τα κουτάκια που έχουμε εντός μας»;

Μια απάντηση έχω να δώσω σε αυτό το ερώτημα: Το ευ ζειν, η ευχαρίστηση, τα συμφέροντα του έμβιου για την επιβίωση του, εν πάσει περιπτώσει η διατήρηση του στην ζωή, δεν είναι βέβαιο ότι αντέχουν απέναντι σε αξίες – σε «κουτάκια» - που είναι από την δική τους πλευρά απόλυτες!


[1] Βλ. «Ο μεγάλος «Άλλος» - η συμβολική τάξη – η γλώσσα, δεν είναι πλήρης»,  https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2019/09/blog-post_11.html


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου