Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

Η ερωτομανής ενοχλητική απέναντι στον βλάκα με το φετίχ!

 

Στην ερωτική μας σχέση έχουμε την αυταπάτη ότι σχετιζόμαστε με κάποιον άλλο, με κάποια άλλη προσωπικότητα. Νομίζουμε ότι συναντάμε μια προσωπικότητα που με την παρουσία της στην ζωή μας μας «γεμίζει», μας κάνει «καλύτερους».

Στην πραγματικότητα αυτό που συναντάμε είναι το μέσον της απόλαυσης μας. Το υποκείμενο που μας μιλάει έχει ένα σώμα το οποίο είναι εφοδιασμένο με όργανα αναπαραγωγής και εξαιτίας αυτού πάνω του θα τοποθετήσουμε την απόλαυση μας. Την δική μας απόλαυση, τον τρόπο δηλαδή που ικανοποιείται η δική μας ψυχή. Σε αυτή την διαδικασία η απόλαυση του άλλου όχι μόνο μας είναι άγνωστη αλλά μας αφήνει και αδιάφορους.

Σε μια ερωτική λοιπόν σχέση, έχουμε ένα υποκείμενο που έχει επιλέξει το γυναικείο φύλο ανεξαρτήτως από την βιολογία του και ένα υποκείμενο που έχει επιλέξει το ανδρικό με τον ίδιο τρόπο. Πως σχετίζονται λοιπόν τα δύο υποκείμενα; Σύμφωνα με όσα ανάφερα παραπάνω το άλλο φύλο αποτελεί ένα σώμα που μιλά και που πάνω σε αυτό μπορώ εγώ – ως υποκείμενο – να απολαύσω με τον δικό μου μοναδικό τρόπο, να ικανοποιήσω την ψυχή μου με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο. Με άλλα λόγια, το σώμα που μιλάει, το σώμα του Άλλου, αποτελεί τον παρτενέρ – σύμπτωμα μου. Όταν λοιπόν σχετίζονται ερωτικά δύο υποκείμενα τότε το κάθε ένα έρχεται σε επαφή με τον ιδιαίτερο τρόπο απόλαυσης του την οποία και προβάλλει στο σώμα του παρτενέρ του. Το σημαντικό και καθοριστικό σε αυτή την υπόθεση είναι ότι η απόλαυση του Άλλου, ο τρόπος ικανοποίησης της ψυχής του, μας είναι αφενός άγνωστη και αφετέρου δεν θέλουμε να ξέρουμε τίποτε για αυτή, μας είναι αδιάφορη!

Για να εξηγήσουμε λοιπόν την ερωτική σχέση σε συνέπεια με τον όρο «παρτενέρ – σύμπτωμα», πρέπει να προσεγγίσουμε τον τρόπο που απολαμβάνει, που ικανοποιεί την ψυχή του, ένα υποκείμενο που έχει επιλέξει για το Εγώ του το φύλο «άντρας» καθώς και εκείνο που έχει επιλέξει το φύλο «γυναίκα» ανεξάρτητα της βιολογικής του καταβολής.

Ο άνδρας, καταρχήν, απολαμβάνει, ικανοποιείται η ψυχή του, όταν η σύντροφος του ανταποκρίνεται σε ένα υπόδειγμα. Ένα υπόδειγμα πολύ – πολύ συγκεκριμένο και οριοθετημένο. Πρόκειται για ένα υπόδειγμα που απαιτεί την ύπαρξη μιας μικρής, πολύ μικρής, λεπτομέρειας. Μιας λεπτομέρειας που βρίσκεται εκτός του σώματος του και ανήκει στο σώμα του συντρόφου – παρτενέρ του.

«Ερωτεύθηκα το γλυκό της βλέμμα, που στο βάθος του όμως είχε κάτι το σκοτεινό, το πικρό!» εκμυστηρεύτηκε ένας άνδρας αναλυόμενος στον αναλυτή του προκειμένου να απαντήσει στην ερώτηση «τι ερωτεύθηκες στην γυναίκα σου;». Αυτή η λεπτομέρεια, η πολύ συγκεκριμένη, η απολύτως προσδιορίσιμη, αποτελεί το μικρό αντικείμενο – α του συγκεκριμένου αναλυόμενου, που εμπεριέχει όλη την επένδυση της ικανοποίησης της ψυχής του, την απόλαυση του, τοποθετείται από μέρους του στο μάτι της παρτενέρ του, και η οποία αποτελεί την αρχή – αιτία της φαντασίωσης του βάση της οποίας θα ερωτευθεί ο ίδιος την αγαπημένη του. Αυτό το είδος βλέμματος αποτελεί το φετίχ του άνδρα και είναι αυτό το φετίχ που θα τον οδηγήσει στην κατασκευή του σκηνικού της φαντασίωσης του που θα την ονομάσει «έρωτα». Αυτό το βλέμμα δεν έχει καμιά ανάγκη αντικειμενικής ύπαρξης. Μπορεί κανείς άλλος να μην το βλέπει. Μπορεί κάλλιστα να μην αντιλαμβάνεται την ύπαρξη του ούτε καν η παρτενέρ του! Αυτό όμως ουδόλως ενδιαφέρει τον συγκεκριμένο άνδρα. Του αρκεί ότι το βλέπει εκείνος! Είναι, βλέπετε, το δικό του μικρό αντικείμενο – α.

Όταν λέμε «του αρκεί» εννοούμε ότι «του φτάνει» για να την ερωτευθεί. Καταλαβαίνουμε ότι αν λείπει αυτή η συνθήκη – το μικρό αντικείμενο – α του – τότε ο ίδιος δεν μπορεί να καταφέρει το παραμικρό. Αυτή η αντρική απόλαυση που εντοπίζεται στο φετίχ μπορεί να υποστηριχθεί άνετα από την σιωπή. Αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται κανενός είδους λόγος για να γίνει εντοπίσιμη.

Είναι προφανές ότι πραγματοποιείται με απόλυτη καθαρότητα στην ανδρική ομοφυλοφιλία όπου ο παρτενέρ – σύμπτωμα μπορεί να αναγνωρισθεί και να αποπλανηθεί χωρίς λόγια. Το ίδιο πραγματοποιείται επίσης με την πόρνη. Είναι ολοφάνερη η πραγματοποίηση του στον αυνανισμό, στην μαλακία, που έχει για τον άνδρα μια πολύ πιο σημαντική θέση από ότι για την γυναίκα.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι για τον άνδρα η απόλαυση έχει πάντα κάτι το περιορισμένο, το περιγεγραμμένο, το εντοπισμένο, το απαριθμήσιμο. Αυτή η απόλαυση επιβάλλεται πάντα από τον άνδρα στον παρτενέρ – σύμπτωμα του. Αυτό το φετίχ, που είναι το μικρό αντικείμενο που εμπεριέχει όλη την λίμπιντο της απόλαυσης του, αποβλακώνει τον άνδρα. Τον καθιστά άξεστο στους τρόπους που το επιβάλλει στον παρτενέρ του. Και μιλώ για βλακεία διότι υποβιβάζει την αγάπη του σε ένα τόσο δα μικρό αντικείμενο. Για σκεφτείτε πόσο ηλίθια είναι η φράση «σε αγαπώ διότι έχεις ένα σκοτάδι στο βλέμμα σου ή ….διότι διαθέτεις ένα διάκενο ανάμεσα στα δύο μπροστινά σου δόντια!»  

Από την άλλη, η σιωπή που υποστηρίζει αυτή του την απόλαυση τον καθιστά ηλίθιο και για έναν ακόμα λόγο: τον κάνει να απέχει από την ομιλία. Γεγονός που σημαίνει ότι τον κάνει να απέχει από την αναγνώριση της έλλειψης του. Μια έλλειψη που σηματοδοτεί την ύπαρξη της επιθυμίας. Ο βλάκας, ο άξεστος, δεν αναγνωρίζει ότι ο ίδιος αποτελεί ένα εν ελλείψει ον, αυτός είναι ο «κανονικός» άνδρας, και γίνεται διαφορετικός μόνο στην  περίπτωση που έχει αναλυθεί.

Αλλά ας έλθουμε και στην γυναίκα, σε εκείνο το υποκείμενο που επέλεξε το φύλο «γυναίκα».  

 Για αυτήν η απόλαυση της, αυτό που ικανοποιεί την ψυχή της, είναι ο παρτενέρ της να της μιλάει. Όταν ο σύντροφος – παρτενέρ της μιλάει τότε γίνεται φανερό σε εκείνη ότι κάτι του λείπει, και αυτή η έλλειψη τον κάνει να μιλάει. Μιλώντας της της παραχωρεί την έλλειψη του, δηλαδή την ερωτεύεται. Έρωτας, άλλωστε, είναι να δίνει κανείς εκείνο που δεν έχει! Ο άνδρας μιλώντας της δίνει σε εκείνη την έλλειψη του. Άρα την αγαπάει. Αυτή η αγάπη, ο έρωτας του άνδρα, αποτελεί την απόλαυση της, εκείνο που αφήνει την ψυχή της ικανοποιημένη.

Μπορούμε να καταλάβουμε την γυναικεία απαίτηση για έρωτα, τον κεντρικό ρόλο της αγάπης στην γυναικεία σεξουαλικότητα, αν σκεφτούμε ότι τα έφηβα κορίτσια ασχολούνται πάντα με τον έρωτα. Διηγούνται τα όνειρα τους, τις φαντασιοκοπίες τους και τις ερωτικές φαντασιώσεις τους στον εξεταστή τους ακριβώς στην ίδια αναλογία που τα αγόρια μετρούν τα κορίτσια με τα οποία έχουν πάει. Είναι αλήθεια πλέον ότι το ποσοστό εκείνων που πάνε στο γάμο παρθένες έχει πέσει σε σύγκριση με παλιότερες εποχές, αλλά είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε το γιατί κάνουν έρωτα πριν από τον γάμο. Κάνουν έρωτα από αγάπη και όταν προσπαθούν να διαχωρίσουν την σεξουαλική πράξη από την αγάπη για να κάνουν όπως τα αγόρια, αυτό αποδεικνύεται προβληματικό τόσο για τις ίδιες όσο και για τα αγόρια!

Συνεπώς, για τον παρτενέρ του θηλυκού σώματος που μιλάει υπάρχουν δύο αξιώματα που πρέπει, που οφείλουμε να χουμε κατά νου αν δεν θέλουμε να αποβλακωθούμε. Πρώτον, για να αγαπάμε είναι απαραίτητο να μιλάμε, η αγάπη είναι αδιανόητη χωρίς τον λόγο. Αν μιλάμε για αγάπη τόσο το καλύτερο, αλλά δεν είναι και απαραίτητο εφόσον υπάρχουν γυναίκες που είναι πολύ ικανοποιημένες αν ο σύντροφος τους τις επικρίνει. Αρκεί να μιλάει. Το πραγματικό πρόβλημα από την πλευρά της γυναίκας είναι να εξαναγκάσει τον άνδρα να μιλήσει, αντί να βλέπει τηλεόραση, να διαβάζει εφημερίδα ή να πηγαίνει στο γήπεδο. Οι πιο έξυπνες πηγαίνουν μαζί του στον ποδοσφαιρικό αγώνα και προσποιούνται ότι έχουν τα ίδια συναισθήματα με εκείνον ανάλογα με την έκβαση του αγώνα ή την διακύμανση του σκορ! Συν τοις άλλοις είναι καλύτερο για τον άνδρα να μιλάει, γιατί αν δεν μιλάει αυτός θα μιλάει εκείνη και θα μιλάει για να διεκδικεί το να της μιλάει εκείνος.

Δεύτερο αξίωμα, για να απολαύσεις είναι απαραίτητο να αγαπάς. Αυτή είναι μια αληθινή ανάγκη της θηλυκής πλευράς και θα μπορούσαμε να γράψουμε την ακολουθία: μιλάει, αγαπάει, απολαμβάνει. Η υστερική επιβεβαιώνει ότι από την πλευρά της δεν είναι δυνατή η απόλαυση παρά μονάχα αν υπάρχουν λόγια, και κατά προτίμηση λόγια αγάπης.

Ο άντρας με την σειρά του απολαμβάνει χωρίς λόγια, όπως είπα απολαμβάνει στην σιωπή και χωρίς έρωτα, όμως στο βάθος απολαμβάνει, ικανοποιεί την ψυχή του, κατά ένα μόνο μικρό ποσοστό. Ενώ η απόλαυση της γυναίκας βρίσκεται στον έρωτα και η τάση της ερωτομανίας της, της αγάπης της, είναι προς το άπειρο σε αντίθεση με εκείνη του άνδρα που είναι πάντα περιορισμένη και περιχαρακωμένη στο μικρό αντικείμενο – α του!

Το αποτέλεσμα είναι ότι ο άνδρας είναι πάντοτε ένα τέρας και η γυναίκα μια ενοχλητική. Κατά βάθος η ενοχλητική ερωτομανής είναι εκείνη που δεν μπορεί να αποφύγει την ερώτηση «μ’ αγαπάς;» διερευνώντας έτσι την αγάπη του άλλου, αφού εκείνη απολαμβάνει διά της αγάπης. Μπορεί ακόμα και να συμβεί ο σύντροφος της να μιλάει άσχημα για εκείνη ή και να την προσβάλλει, όμως αυτό δεν μετράει σημασία έχει να μιλάει για εκείνη.

Συμπερασματικά: Η γυναίκα τείνει να γίνεται το φετίχ στην σχέση του ζεύγους, τείνει να γίνεται το σύμπτωμα του άνδρα παρτενέρ της, νιώθει υποχρεωμένη να καλύπτεται, να μεταμφιέζεται και να τονίζει το προσποιητό της. Την ίδια στιγμή που η ίδια καθιστά τον σύντροφο της ένα εν ελλείψει υποκείμενο που ως τέτοιο την αγαπά απεριόριστα και που μόλις και μετά βίας ο ίδιος μπορεί να καλύψει το απεριόριστο του έρωτα που έχει ανάγκη για να απολαύσει η ίδια.

Όπως είναι γνωστό, το μυστικό του γυναικείου μαζοχισμού είναι η ερωτομανία. Εκείνο που μετράει δεν είναι το γεγονός ότι εκείνος την χτυπάει. Εκείνο που μετράει είναι ότι εκείνη είναι το αντικείμενο του, η παρτενέρ – σύμπτωμα του, και αν αυτό την καταστρέφει, την λεηλατεί, την αρπάζει και την σηκώνει, ακόμη καλύτερα.           

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

Γιατί η υστερική εμπνέει τον αναλυτή;

 

Το υστερικό υποκείμενο αποτελεί ένα ερώτημα από μόνο του. Αυτό συμβαίνει διότι είναι ο μόνος τύπος υποκειμένου που υπογραμμίζει και επιδεικνύει την απουσία ενός σημαίνοντος που να ταυτοποιεί την ύπαρξη του.

Υπάρχει, ας πούμε, «η καθηγήτρια». Μόνο που δεν είναι αρκετά καλή. Υπάρχει «η διαφημίστρια». Μόνο που και αυτή δεν είναι αρκετά καλή. Υπάρχει «η πωλήτρια». Μόνο που «οφείλει» να κάνει κάτι παραπάνω από την πώληση για να είναι καλή!

Το σημαίνον ταυτοποίησης στην υστερία λείπει, απουσιάζει. Αυτή η απουσία εκδηλώνεται με ταραχή, επίσης με μετακινήσεις (έτσι ώστε να μην με βρίσκουν), με ταξίδια όπου τάχα αναζητείται το «καινούργιο», το «νέο», γενικά με το να μην είναι κανένας και μη βρίσκεται πουθενά!

Όσο επιτυχημένες και αν είναι στην κοινωνική τους ζωή οι υστερικές γυναίκες που συναντάμε στην ψυχανάλυση πάσχουν, υποφέρουν από εκείνο το συναίσθημα του κενού, της έλλειψης ταυτότητας. Εν τέλει, η υστερία γίνεται φανερή μέσα από ένα κενό ταύτισης το οποίο το υποκείμενο μετασχηματίζει σε ένα διαρκές ερώτημα αποτεινόμενο προς τον άλλο, στον οποιοδήποτε βρίσκεται στην θέση του κυρίου της γνώσης.

Κοιτάξτε την ανάδειξη αυτού του κενού στην περίπτωση του φόβου της υστερικής απέναντι στην αρρώστια. «Φοβάμαι την αρρώστια…» σου λέει «…γιατί βρίσκεται από την μεριά του θανάτου!» Αν εσύ επιμείνεις ότι «δεν είναι ο θάνατος που φοβάσαι αλλά την εγκατάλειψη του άλλου κατά την διάρκεια της αρρώστιας, που είναι διαφορετικό από τον θάνατο» τότε η υστερική θα σου απαντήσει «Πιο πολύ ότι μπορεί να χρειαστώ κάτι και να είμαι επιβαρυντική φοβάμαι.» Επίσης το διαρκές παράπονο προς τον σύντροφο είναι ότι «θα πάθω κάτι και εσύ δεν θα το ξέρεις καν».

Στην αρρώστια της υστερικής έχουμε ότι η φροντίδα του σώματος λίγο ως πολύ «περνάει» από τα χέρια του άλλου. Επειδή η υστερική δεν αξίζει για τον άλλο μιας και δεν υπάρχει σημαίνον που να ταυτοποιεί την αξία της σε εκείνη (κενό), η φροντίδα του σώματος της είναι βάρος για τον άλλο. Ακόμα και όταν ο άλλος την φροντίσει «χαμαλίκι» κάνει. Δεν φροντίζει κάτι που αξίζει. Η απειλή της εγκατάλειψης στην περίπτωση που δεν κάνει ούτε το χαμαλίκι του, ο άλλος αναδεικνύει το κενό της υστερικής. Προσέξτε, ότι ανάλογη θα ναι και η στάση της υστερικής απέναντι στην αρρώστια του άλλου!

Είναι αλήθεια ότι η υστερία αποτελεί πάντα μια πρόκληση. Αυτό που είναι επίσης σαφές είναι ότι το κύριο ρεύμα της Αμερικάνικης Ψυχανάλυσης έχει οπισθοχωρήσει σε σχέση με την υστερία. Η Αμερικάνικη Ψυχανάλυση έχει παραπέμψει τις υστερικές στα νοσοκομεία και αναφέρεται στην υστερική νεύρωση με τον όρο «μεταιχμιακή».  «Η ανάλυση δεν είναι για σας» τους λέει. Με λίγα λόγια, η Αμερικάνικη Ψυχανάλυση βρίσκεται σε αδιέξοδο γιατί εκτρέπεται από την πορεία της υποχωρώντας μπροστά στην πρόκληση της υστερίας.

Οι ψυχαναγκαστικοί, εφόσον δεν διαταράσσετε την τάξη πραγμάτων, εφόσον παραμένετε στην θέση σας είναι ικανοποιημένοι, επειδή το κάθε τι είναι ήδη νεκρό για σας, δεν υπάρχουν εκπλήξεις! Όμως με αυτή την έννοια μια τέτοια στάση δεν συνιστά καμιά εξέλιξη στην μάθηση. Αντίθετα στην εξέλιξη της μάθησης συνδράμει ιστορικά η υστερική υπογραμμίζοντας το έλλειμα γνώσης καθεαυτό.

Θεωρώ ότι η γενικότερη ψυχαναγκαστικοποίηση της Αμερικάνικης Ψυχανάλυσης συνάδει με την  δυσκολία για την παραγωγή μάθησης.           

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

ΣΤΗΝ ΕΝΤΑΤΙΚΗ…

 

Πόσο διαφορετικό καθεστώς λοιπόν, πόσο διαφορετική είναι η «ατμόσφαιρα» ενός δωματίου της εντατικής ενός νοσοκομείου από εκείνο το δωμάτιο όπου η ψυχανάλυση δεσπόζει!

Η Επιθυμία του «ειδικού» είναι κυρίαρχη. Δεσπόζει πάνω από τα κεφάλια των ασθενών. Η εξουσία στην «ειδικότητα» είναι κυρίαρχη. Τώρα σκέφτομαι, σε αυτό το δωμάτιο δεν μπορείς να χεις κάποια θέση παρά στην εξουσιαστική δομή της αλυσίδας: «Είσαι κάτω από αυτόν και πάνω από τον άλλον». Η Επιθυμία που δεσπόζει είναι εκείνη της διοίκησης. Ούτε καν των «ειδικών». Όλοι «κάνουν την δουλειά τους». Δηλαδή, πραγματοποιούν την επιθυμία του Άλλου (της Διοίκησης). Προσέξτε την επιθυμία της Διοίκησης: Έχεις το καλώδιο με το οξυγόνο στα ρουθούνια σου, παράλληλα έχεις την μάσκα με τις εισπνοές και είσαι υποχρεωμένος να φοράς και την μάσκα για covid – 19. Η επιθυμία του ασθενούς … αυτή έχει πάει περίπατο να πάρει τον αέρα της.

Και τώρα έχουμε και την επιθυμία του «ειδικού». Του υποκειμένου που είναι ο «ειδικός». Αυτός είτε είναι ταυτισμένος μεν την επιθυμία της Διοίκησης οπότε έχει την εμφάνιση ενός κορδωμένου χαρτογιακά ατενίζοντας με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας ενώ, κατά κανόνα, κουφαίνεται κατά την διάρκεια της βάρδιας του είτε …. γαμωσταυρίζει!  «Δεν έχω ζωή…» δηλώνει η γιατρίνα – επιμελήτρια «…από χθες εφημερία, σήμερα στις 3:00  το απόγευμα δίνω μάθημα, αδιάβαστη, μετά πάλι εδώ, είμαι 31 χρονών και δεν έχω ζήσει τίποτε!».  

Το ομολογεί λοιπόν: ο «ειδικός» δεν ζει! Ποιος ζει στην θέση του; Μα ο Άλλος της Διοίκησης – του Συστήματος. Και ξέρετε ότι ο Άλλος της Διοίκησης δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε τόσο για την επιθυμία του «ειδικού» όσο και για την επιθυμία του ασθενή.       

Και από empaphy πως πάμε; Ο Άλλος της Διοίκησης δεν χαρακτηρίζεται, ούτε τόσο δα, ούτε στο ελάχιστο βρε αδελφέ, από συνδιαίσθηση (empathy);

Κοιτάξτε, την empathy, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορούμε να την ονομάσουμε «κατανόηση». Βεβαίως, η ψυχολογία του Εγώ – και πιο συγκεκριμένα ο Κόχουτ – θέλει να το ανάγει σε πιο βαθυστόχαστη έννοια: συνδιαίσθηση! Σας παραθέτω τον ορισμό, πιο κάτω, προκειμένου να χετε μια εικόνα.


 

Ότι πάντως και αν επιθυμεί ο Κόχουτ μόνο για κατανόηση μπορούμε – και πάλι πολύ προσεχτικά – να μιλήσουμε. Πολύ προσεκτικά διότι ο αναλυτής ερμηνεύει. Κατανοεί μεν αλλά η θέση του δεν είναι εκείνη της επιδοκιμασίας. Στην πραγματικότητα είναι μια θέση επιδοκιμασίας αλλά υπό αναστολή. Ο λόγος είναι απλός, επειδή ο αναλυτής δεν γνωρίζει τι σημαίνει ο λόγος του αναλυόμενου. Έτσι, τον ερμηνεύει. Το λάθος στην κατανόηση είναι επίκαιρο λοιπόν.  Κοιτάξτε για παράδειγμα μια περίπτωση όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Κόχουτ. Αναφέρεται σε έναν ασθενή που ένιωσε σε μεγάλο βαθμό να τον συναισθάνεται και να τον κατανοεί. Πρόκειται για έναν ασθενή που πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας μόνος, παραμελημένος από τους γονείς του οι οποίοι συχνά έφευγαν μακριά. Μια ανάμνηση επανερχόταν συνέχεια στον αναλυόμενο, εκείνη που το αγόρι ήταν σε ένα δωμάτιο στο κρεβάτι του και η μητέρα του το αποχαιρετούσε φεύγοντας για έναν χορό μεταμφιεσμένων. Ήταν μεταμφιεσμένη σε Μαντάμ ντε Πομπαντούρ και πλησίαζε να τον φιλήσει πριν φύγει. Γράφει ο Κόχουτ «…ένιωθα να πλημμυρίζω από συμπόνια κάθε φορά που αναδυόταν αυτή η ανάμνηση έτσι κάποια στιγμή μοιράσθηκα με τον ασθενή μου τα συναισθήματα μου με την πεποίθηση ότι χρειαζόταν αυτή την άμεση έκφραση συναισθηματικής κατανόησης από μέρους μου προκειμένου να κάνει ένα βήμα μπρος και να υπερκεράσει ένα αίσθημα εγκατάλειψης που ερχόταν από παλιά». Πράγματι, με ειλικρίνεια ο Κόχουτ  ξεδιπλώνει τον εαυτό του ως ένα συμπονετικό αντικείμενο εαυτού για τον ασθενή ο οποίος όμως γνωρίζει ότι η ερμηνεία του Κόχουτ ήταν άσχετη με την σημασία της ανάμνησης για τον ασθενή! Με άλλα λόγια, ο Κόχουτ συμπονούσε κάποιον που όχι μόνο δεν χρειάζονταν καμιά συμπόνια αλλά, αντίθετα, η ανάμνηση ήταν μια πολύ θελκτική συγκίνηση για τον ασθενή αφού αφορούσε μια περίοδο που οι γονείς του ήταν ακόμα νέοι και απολάμβαναν ο ένας τον άλλο μέσω των διάφορων κοινωνικών εκδηλώσεων!

Ο Κόχουτ συνεχίζει: «…ποτέ δεν κατανόησα την αληθινή φύση των γονεϊκών μορφών. Ο πατέρας, ντυμένος ως ιππότης, αποδείχτηκε ότι ήταν μια πολύ πιο σημαντική πτυχή της ανάμνησης από ότι είχα ποτέ υποπτευθεί». Μέσα από αυτό ο Κόχουτ μας δίνει ένα καταπληκτικό παράδειγμα του πως η συνδιαισθησία (empathy) κατά την διάρκεια της ψυχανάλυσης μπορεί να αποτελέσει την πιο παραπλανητική στάση.

1. Η ανάμνηση σήμαινε ακριβώς το αντίθετο από ότι ο Κόχουτ είχε υποθέσει.

2. Ο Κόχουτ ερμηνεύοντας την ανάμνηση ως αποχωρισμό από την μητέρα έχασε το κεντρικό ζητούμενο: η κεντρική φιγούρα δεν ήταν η Μαντάμ ντε Πομπαντούρ. Ήταν ο πατέρας, ως αρματωμένος ιππότης, που αποτελούσε τον νόμιμο κάτοχο αυτής της όμορφης μητέρας. Ως κάτοχος την παίρνει και εκείνη του δίνεται θέλοντας τον περισσότερο από το αγόρι της μια ακόμα είναι νέα και όμορφη Γυναίκα.  

Προφανώς τέτοια περιστατικά οδήγησαν τον αναλυόμενο να πάψει να αποτελεί το επιθυμητό αντικείμενο για την μητέρα και άρα στον ευνουχισμό του στρεφόμενος προς τον πατέρα. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ο ευνουχισμένος γιος με γλύκα αναπολεί την στιγμή η οποία είναι πολύ θελκτική για εκείνον πια και όχι με την θλίψη της απειλής της εγκατάλειψης που χρειάζεται παρηγοριά και συμπόνια σύμφωνα με τον παρερμηνεύοντα Κόχουτ.

Η κατανόηση λοιπόν, είναι συνήθως αποτυχημένη ακόμα και όταν προσφέρεσαι ως ο κατανοών. Πολλώ δε μάλλον όταν δεν είναι καν στις προθέσεις σου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Διοίκησης της εντατικής.