Τρίτη 2 Αυγούστου 2022

Τι άσχημος που είσαι…!

 

Μια κοπέλα, εδώ και αρκετό καιρό, ήλθε στην ανάλυση και παρακολουθώντας την ιστορία της μου ήλθε – σχεδόν από την πρώτη στιγμή – στο νου μου η Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Πρόκειται για έναν νέο άνθρωπο που ακόμα δεν έχει «μπει» στα τριάντα. Η συγκεκριμένη κοπέλα επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα να συνδέεται με έναν άνδρα με μια ερωτική σχέση που είναι, εν πολλοίς, επιζήμια για τον εαυτό της. Η αναλυόμενη γνωρίζει πολύ καλά ότι με αυτόν τον άντρα η ζημιά που θα υποστεί το σώμα της μπορεί και να είναι ανεπανόρθωτη. Παρόλα αυτά  δεν πτοείται, επιμένει.

Αυτή η διαπίστωση με έκανε να παραλληλίσω την στάση της με εκείνη της Αντιγόνης του Σοφοκλή.

Όλοι γνωρίζουμε την ιστορία: 

  Σε μια μονομαχία, σκοτώνονται τα δυο αδέλφια της Αντιγόνης, ο Πολυνείκης και ο Ετεοκλής. Ο μεν πρώτος ως εχθρός, ο δε δεύτερος υπέρ της πατρίδας. Ο άρχων Κρέων θέλει να αποδώσει τιμές ταφής στον Ετεοκλή, ενώ αντίθετα αρνείται ακόμη και το θάψιμο για τον δεύτερο, τον Πολυνείκη, και θέλει να αφήσει το σώμα του βορά στα σκυλιά. Η Αντιγόνη επικαλούμενη τους άγραφους νόμους, τη Δίκη, αντιπαρατίθεται στον Κρέοντα, θάβει τον αδελφό της και τιμωρείται να κλειστεί ζωντανή στη σπηλιά του θανάτου. Στη συνέχεια, τόσο ο Αίμων, γιος του Κρέοντα και αρραβωνιαστικός της Αντιγόνης, όσο και η μητέρα του αυτοκτονούν, ο πρώτος κρατώντας στα χέρια του τη νεκρή Αντιγόνη και η δεύτερη μαθαίνοντας το θάνατο του παιδιού της.

Σε μια πρώτη ανάγνωση της ιστορίας μπορούμε να πούμε το πολύ προφανές: πρόκειται, απλά, για ένα δίκαιο που αντιπαραβάλλεται σε ένα άλλο, δηλαδή το δίκαιο του Κρέοντα, που δεν θέλει να ταφεί ο Πολυνείκης επειδή είναι εχθρός της πατρίδας και το δίκαιο των άγραφων νόμων, της Δίκης, που προστάζει την ταφή των νεκρών, δίκαιο το οποίο προασπίζεται η Αντιγόνη για τον αδελφό της.

Όμως, διαβάζοντας κανείς, με μεγαλύτερη προσήλωση, την ιστορία αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται μόνο για αυτό.

  «Αν επρόκειτο για ένα σύζυγο θα μπορούσα να βρω έναν άλλο, αν επρόκειτο για ένα παιδί θα μπορούσα να κάνω ένα άλλο, αλλά πρόκειται για τον αδελφό μου». Ομολογεί η ηρωίδα μας.

Αυτό σημαίνει ότι: επειδή «αδελφό» δεν μπορεί να έχει άλλον, ωθείται στο έσχατο όριο να παραβεί τον Νόμο του Κρέοντα και να οδηγήσει τον εαυτό της στον θάνατο!

Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται δηλαδή μόνον για μια στείρα αντιπαραβολή δύναμης η οποία θα τοποθετούσε την Αντιγόνη σε αντιπαράθεση προς τον Κρέοντα. Υπάρχει κάτι άλλο που είναι ιδιαιτέρως σημαντικό στη στάση της Αντιγόνης. Τι είναι αυτό;

Η Αντιγόνη διακατέχεται από ένα πάθος. Γνωρίζουμε όλοι, ότι ο έρωτας είναι ο πιο σημαντικός και πολυσύχναστος δαίμων που πέφτει στον άνθρωπο, παρά τη θέλησή του. Και όπως κάθε δαίμων έτσι και αυτός έχει τη δύναμη να θολώνει το μυαλό, να παραπλάνα. Ποια είναι η πλάνη; Μα, ένα καλό που σχετίζεται αποκλειστικά και μόνον με την επιθυμία της, και που καταλαμβάνει την θέση του κακού, του επιζήμιου για το σώμα της.

Η Αντιγόνη, λοιπόν, όπως και η αναλυόμενη κοπέλα διακατέχεται από ένα πάθος και μέσα από την υποκειμενική της θέση είναι που οδηγείται, όπως κάθε ήρωας, σε ένα όριο, και όχι μόνο. Το όριο αυτό ονομάζεται «άτη». Η Αντιγόνη ξεπερνάει αυτό το όριο, ξεπερνά την άτη.

Η «άτη» με μικρό άλφα, είναι μια σύγχυση φρενών, μια διαταραγμένη κατάσταση ψυχής, μια απερίσκεπτος ορμή προερχόμενη εκ πλάνης αποσταλμένη από τους θεούς, ως επί το πλείστον για τιμωρία ενόχου θρασύτητας. Μια δεύτερη σημασία της είναι η απερίσκεπτος ενοχή ή η αμαρτία, διαφέρει όμως από του να είναι ένα απλό πάθημα. Σε κάθε περίπτωση η άτη είναι καρπός της ύβρεως, της υπερβολής.

Βεβαίως υπάρχει και η «Άτη», με το άλφα κεφαλαίο. Η Άτη ή (Αάτη), που το όνομά της σημαίνει τύφλωση και συμφορά. Θεά της βλάβης και της συμφοράς η Άτη στέλνεται από τους θεούς και προκαλεί «πνευματική τύφλωση στον ήρωα του έπους ή της τραγωδίας, ώστε να οδηγηθεί μόνος του στην καταστροφή».

Στις περισσότερες των περιπτώσεων η άτη μεταφράζεται ως συμφορά, ή μεγάλος πόνος, βάσανο και δυστυχία. Αυτή δηλαδή είναι η επικρατούσα ερμηνευτική προσέγγιση.

Η ψυχανάλυση με τη σειρά της «διαβάζει» κάτι διαφορετικό από τη συμφορά και την πλάνη ή, για την ακρίβεια, μέσα από την ανάγνωσή της αναδεικνύει το απόλυτο της επιθυμίας που είναι πέραν του αγαθού και του ωραίου – τα δυο τελευταία δεν συνιστούν παρά ένα πέπλο που τοποθετείται μπροστά από την επιθυμία για να την καλύψει.

 Στην ψυχή υπάρχουν δύο φραγμοί απέναντι στο αφόρητο, για τον άνθρωπο, Πραγματικό. Δύο φραγμοί «σταματούν» τον άνθρωπο, την επιθυμία του, από το να υπερβεί τα όρια του και να βρεθεί στην περιοχή του θανάτου συγκρουόμενος με το Πραγματικό. Ο ένας είναι συμβολικός. Αφορά το «ορθό» και το «λάθος». Ο άλλος είναι φαντασιακός. Αφορά το «ωραίο» και το «άσχημο». Επειδή ο πρώτος είναι, πιστεύω, εύκολα κατανοητός θα δώσω ένα παράδειγμα του δεύτερου:

 Η «Συνοικία το όνειρο» από τις αξιολογότερες ταινίες που έχει να παρουσιάσει ο Ελληνικός κινηματογράφος[1]. Το σενάριο υπογράφουν ο Κοτζιάς και ο Λειβαδίτης. Η μουσική είναι του Μίκη Θεοδωράκη.

Σε αυτήν την ταινία διαδραματίζεται η ακόλουθη σκηνή που θα δοκιμάσω να σας μεταφέρω γραπτώς. Ιδού:

Η Αλίκη Γεωργούλη (Στέφη) χορεύει μόνη της. Ο Ανδρονίδης την κοιτά με λάγνο βλέμμα… Απευθυνόμενος τότε προς τον Θανάση Μυλωνά (Λάκη) που είναι βαθιά χωμένος σε μια πολυθρόνα τον ρωτά:

- Καλό κομμάτι … που την ψώνισες; (Ανδρονίδης)

- Από τον Μπούλη που κάνει τον σκηνοθέτη… (Μυλωνας)

- Ψώνιο του κινηματογράφου… (Ανδρονίδης)

- Μου συστήθηκε για κόρη στρατηγού…χα, χα, χα … (γελούν ειρωνικά)

- Γιατί γελάτε εσείς …; (Γεωργούλη)

- Δούλος σας Στρατηγίνα μου …(Ανδρονίδης)

Γελάνε και η ειρωνεία ξεχειλίζει μέσα στα γέλια τους. Η κάμερα εστιάζει στο ειρωνικό χαιρέκακα γελαστό πρόσωπο του Ανδρονίδη όπου διακρίνεται το ανοιγμένο διάπλατα στόμα του να χαχανίζει… Τότε έρχεται η ατάκα με την ανάλογη γκριμάτσα απέχθειας από την Στέφη:

- Τι άσχημος που είσαι …!  (Γεωργούλη)

…και το γέλιο, μαζί και η ειρωνεία, με μιας εξαφανίζονται στο λεπτό!

Η ασχήμια σηματοδοτεί ότι έχετε περάσει τα όρια. Έχετε περάσει την άτη. Σημαίνει βρίσκεστε στον τόπο του αφόρητου. Σημαίνει ότι δεν μπορείτε να μείνετε για πολύ στον τόπο αυτό διότι ο θάνατος επέρχεται τάχιστα.

Ο φαντασιακός φραγμός, το σύνορο πέραν του οποίου κυριαρχεί το αφόρητο που συνδέεται με την ασχήμια και τον θάνατο όταν παραμείνει κανείς για πολύ χρόνο στον τόπο αυτό, είναι το Ωραίο. Ας θυμηθούμε αυτή τη σαγηνευτική εικόνα της Αντιγόνης, μετά την απόφασή της να μην υποχωρήσει σε τίποτα και να αποδεχτεί την τιμωρία του Κρέοντα, δηλαδή να θαφτεί ζωντανή στον τάφο. Αυτή η σαγηνευτική εικόνα, η Ωραία εικόνα, συγκινεί τον θεατή ο οποίος βλέπει τον Μπελογιάννη μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα να απευθύνεται στον παπά λέγοντας του: «Τίποτε Πάτερ, μια ευχή μόνο … Νάμαστε εμείς οι τελευταίοι!».  Αυτή η σαγήνη προκαλείται στην τελική στιγμή κάθε ήρωα. Όπως είχα επισημάνει παλιότερα[2] «Το ευ ζειν, η ευχαρίστηση, τα συμφέροντα του έμβιου για την επιβίωση του, εν πάσει περιπτώσει η διατήρηση του στην ζωή, δεν είναι βέβαιο ότι αντέχουν απέναντι σε αξίες – σε «κουτάκια» - που είναι από την δική τους πλευρά απόλυτες!».

Έτσι, ο Λακάν επισημαίνει ότι «το ωραίο αφυπνίζει την επιθυμία» (Lacan, 1986) εξηγώντας συγχρόνως την δύναμη της λάμψης αυτής της εικόνας.   

   Εκείνο που επισημαίνω είναι ότι μέσα από τις προθέσεις «προς» την άτην και «εκτός» της άτης καθορίζεται ένα όριο και με αυτή τη λογική, ένας τόπος. Μπορούμε να «βαδίζουμε» προς την άτη ή να βρεθούμε πέραν της άτης, «εκτός της άτης». Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το όριο, ο φραγμός με την έννοια ενός τόπου είναι η άτη και με αυτή τη λογική «προς άτας» σημαίνει πηγαίνω να συναντήσω την άτην, ενώ «εκτός άτας» σημαίνει ότι έχω υπερβεί, έχω διασχίσει το όριο της άτης.

Ιδού εν κατακλείδι ο τόπος της Αντιγόνης. Η επιθυμία της στοχεύει κάτι πέραν της άτης.

Σ’ αυτή την ανάγνωση υπάρχει μεν η πλάνη που επιφέρει η άτη αλλά αυτή η πλάνη συνδέεται με μια προσωπική αξία της Αντιγόνης, ένα καλό που σχετίζεται αποκλειστικά και μόνον με την επιθυμία της. Η δύναμη και το βάρος αυτού του καλού είναι το χαρακτηριστικό που επιτρέπει στην Αντιγόνη να διαβεί το φραγμό της άτης.

Το ζητούμενο είναι περί ποιας επιθυμίας πρόκειται και ποιας επιθυμίας πληρώνει το τίμημα η Αντιγόνη, ένα τίμημα θανάτου. Η Αντιγόνη θα πει ότι πρόκειται για την μέριμνα του οίκου της, και πιο ειδικά θα αναφερθεί στον αδελφό της

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι κάτω από το σημαίνον αδελφός, υπάρχει ένας απόλυτος και αδιάλλακτος χαρακτήρας. Η επιθυμία της Αντιγόνης είναι μεν αρθρωμένη συμβολικά, αλλά συγχρόνως παγιώνεται κάτω από αυτό το σημαίνον. Η συμβολική αλυσίδα, με την διαλεκτική της ιδιότητα να μετατίθεται από σημαίνον σε σημαίνον, δεν συνεχίζει τη διαδρομή της. Παγιώνεται και σταματάει στο σημαίνον «αδελφός», που βρίσκεται στο όριο της φαντασίωσης και της απόλαυσης ως πραγματικής.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει με την αναλυόμενη που σας περιέγραψα στην αρχή της ανάλυσης. Πρόκειται για μια σύγχρονη Αντιγόνη που η σαγήνη που μας κατακλύζει όταν θωρούμε την εικόνα της οφείλεται στο ότι η επιθυμία της βρίσκεται στην υπερβολή, στον τόπο «εκτός» της άτης.    



[1] «Αυτή η ταινία δεν με αφορά, δεν με αντιπροσωπεύει. Για μένα τελείωσε στη λογοκρισία της». Είναι σχεδόν τραγική ειρωνεία που ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής μιας ταινίας τόσο σημαντικής για την Ιστορία της χώρας μας όσο η «Συνοικία το Ονειρο» (1961) αναφερόταν σε αυτήν πάντοτε με λύπη. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης δεν ξέφυγε ποτέ από τη μαύρη σκιά της «σφαγής» που ακολούθησε τη δημιουργία της δεύτερης και τελευταίας ταινίας που σκηνοθέτησε.

Τι ήταν όμως αυτό που είχε προκαλέσει το μένος του κράτους και των αρχών; Ηταν η «ενοχλητική» εικόνα μιας φτωχογειτονιάς της Αθήνας, του Ασύρματου. Μιας παραγκούπολης ανάμεσα στον λόφο του Φιλοπάππου και τα Ανω Πετράλωνα. Το κέντρο του κόσμου για τους κατοίκους της, οι οποίοι με κάθε τρόπο προσπαθούν να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την ανέχεια, χωρίς ωστόσο να χάσουν την αξιοπρέπειά τους.

Η ταινία γυρίστηκε με αρκετές δυσκολίες. Ο Αλεξανδράκης χρησιμοποιεί όλα τα χρήματα που έπαιρνε από τις ταινίες του Φίνου, ο Κοτζιάς βάζει υποθήκη το σπίτι του και η Γεωργούλη δανείζεται από τους φίλους της. Μετά την προβολή της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, η ταινία θα απαγορευτεί από τη λογοκρισία. Οι αντιδράσεις θα είναι έντονες ώστε να επιτραπεί η προβολή της στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η Ελένη Βλάχου θα μεσολαβήσει στον Καραμανλή και τελικά θα δοθεί η άδεια. Τα επίμαχα σημεία που «ενοχλούν» την κυβέρνηση θα κοπούν και θα χαθούν. Οι χωροφύλακες καταγράφουν  τους θεατές έξω από τον κινηματογράφο. Ο θρίαμβος μετατρέπεται σε οργή και θλίψη.

Ο Αλεξανδράκης δεν πτοείται. Θέλει να συνεχίσει να αγωνίζεται. Δεν τον ακολουθούν παρά λίγοι. Ο φόβος είναι μεγάλος. Με την Γεωργούλη θα φτιάξουν τον δικό τους θίασο και θα τον στεγάσουν στο Θέατρο Άλφα. Εκεί τα πράγματα γίνονται πιο άγρια. Κυβερνητικά τσιράκια παριστάνουν τους ζητιάνους έξω από το θέατρο και τρομοκρατούν τον κόσμο. Η Γεωργούλη και ο Αλεξανδράκης βρίσκονται συχνά στη ασφάλεια για ανακρίσεις. Οχτώ χρόνια θα μείνουν μαζί αγωνιζόμενοι για τα κοινά τους όνειρα. Κι όταν θα νιώσουν ότι ο έρωτας δεν υπάρχει πια θα χωρίσουν.     

 [2] Βλ. «Το ευ ζειν δεν αντέχει απέναντι στα … «κουτάκια» του μυαλού μας!», Δευτέρα , 2 Δεκεμβρίου, 2019,  https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2019/12/blog-post.html

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου