Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2022

Άραγε τον άνθρωπο που αγαπώ τον επιθυμώ, κιόλας;

 

Αγάπη και επιθυμία λοιπόν, δύο έννοιες που σχεδόν όλοι μας τις συγχέουμε.

Άραγε τον άνθρωπο που αγαπώ τον επιθυμώ; Είτε ανάποδα, εκείνον που επιθυμώ τον αγαπώ κιόλας;

Λοιπόν, η αγάπη είναι μια απατηλή φαντασίωση ένωσης με τον αγαπημένο. Ο αγαπημένος είναι παρών και εγώ νιώθω ενωμένος μαζί του. Σε ποια βάση συμβαίνει αυτή η ένωση; Στην αγάπη μου δεν στοχεύω σε εκείνο που διαθέτει ο αγαπημένος αλλά σε εκείνο που λείπει από μένα. Η δική μου έλλειψη είναι εκείνη που έχει σημασία. Αυτή μου την έλλειψη την τοποθετώ στον Άλλο και έτσι τον καθιστώ αγαπημένο. Αυτή μου την έλλειψη ζητώ εκείνος να καλύψει. Βεβαίως, και δεν θα ρωτήσω τον Άλλο αν χρειάζεται την δική μου έλλειψη. Αν την θέλει. Έχω ανάγκη να το κάνω και θα το κάνω. Ως προς αυτό η αγάπη μου είναι επιθετική[1] απέναντι του.

Έγραψα «απατηλή φαντασίωση» διότι αφού το να αγαπάς σημαίνει, κατ' ουσία, να θέλεις να αγαπηθείς. Αυτή ακριβώς η αμοιβαιότητα μεταξύ του «να αγαπάς» και του «να αγαπιέσαι» συνιστά τον απατηλό χαρακτήρα της αγάπης.

Τι κάνουμε, λοιπόν, στην περίπτωση της αγάπης; Τι εννοούμε όταν λέμε στον Άλλο «αγάπησε με»;

Προσπαθούμε να γεμίσουμε το ανυπόφορο χάσμα, το άνοιγμα της επιθυμίας του Άλλου. Προσφέρουμε τον εαυτό μας ως το αντικείμενο της επιθυμίας του. Στην ουσία, ισχυριζόμαστε ότι εμείς αποτελούμε την απάντηση στην έλλειψη του. Υπό την έννοια αυτή η αγάπη είναι μια ερμηνεία της επιθυμίας του Άλλου: η απάντηση της αγάπης είναι «Είμαι αυτό που σου λείπει…με την αφοσίωση μου σε σένα, με τη θυσία μου για σένα, θα σε γεμίσω, θα σε ολοκληρώσω». Συνεπώς, η κίνηση της αγάπης είναι διπλή: το υποκείμενο συμπληρώνει τη δική του έλλειψη προσφέροντας τον εαυτό του στον Άλλον. Η εξαπάτηση που ενέχει η αγάπη συνίσταται στην ιδέα ότι αυτή η αλληλοεπικάλυψη δυο ελλείψεων ακυρώνει την έλλειψη ως τέτοια σε μια αμοιβαία πλήρωση.

Γίνεται φανερό, από όσα μέχρι τώρα ανάφερα, ότι η αγάπη αντιτίθεται στην επιθυμία. Η επιθυμία για να υπάρχει ως τέτοια έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την έλλειψη, το κενό. Το αντικείμενο της είναι το «χαμένο» αντικείμενο: ένα χαμένο αντικείμενο από τη στιγμή που το υποκείμενο εισάγεται στη ζωή δια μέσω του σημαίνοντος που του απευθύνουν οι γονείς, μια λειτουργία (της γλώσσας) που επιφέρει τον ευνουχισμό δηλαδή την απώλεια απόλαυσης, ένα κόστος που υποφέρει όποιος εισάγεται στον κοινωνικό δεσμό. Τι χάσαμε κατά την διάρκεια του ευνουχισμού; Μα την απόλαυση μας. Αυτό είναι το «χαμένο» αντικείμενο.

Το ίχνος αυτής της απώλειας θα είναι από εδώ και στο εξής αυτό που θα μας σημαδεύει σε όλη μας τη ζωή, αυτό το σημάδι, που ψυχανάλυση ονομάζει "έλλειψη στο είναι", είναι εκείνο το οποίο μας καθιστά «υποκείμενα της επιθυμίας» και μας «επιβάλλει», από εδώ και πέρα, να προσπαθήσουμε να βρούμε στον Άλλο αυτό το «χαμένο» αντικείμενο, το οποίο ούτε ξέρουμε ποιο είναι! Ένας Άλλος που επίσης έχει υποστεί την απώλεια, κάτι που κάνει την ψυχανάλυση να μας λέει πως "δεν υπάρχει ο Άλλος του Άλλου", δηλαδή κάποιος που είναι πλήρης και διατεθειμένος να καλύψει το κενό μας, την έλλειψη μας. Κάποιος που θα αποτελέσει τον εγγυητή  του "είναι" μας. Πρόκειται για μια οδυνηρή διαπίστωση: το υποκείμενο θα τελεί πάντα ως μια έλλειψη στο είναι.

Πώς μπορεί λοιπόν αυτή η ασυμφωνία μεταξύ επιθυμίας και αγάπης να γίνει υποφερτή ή να πετύχει, πώς μπορούν δύο άνθρωποι να συνεχίσουν να βρίσκουν μεταξύ τους ενδιαφέρον στην αγάπη καθώς εκθέτουν την αγάπη σε μια δυσφορία της επιθυμίας; 

Το γεγονός της αναζήτησης του «χαμένου» αντικειμένου μέσα στον Άλλο καθιστά αυτό το αντικείμενο το αίτιο της επιθυμίας. Επιθυμώντας, το υποκείμενο της έλλειψης, συνεχίζει να αναζητά, να χαίρεται, να απολαμβάνει. Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι εκεί όπου η έλλειψη δεν υπάρχει δεν υπάρχει και επιθυμία.  Και είναι εκεί που μιλάμε πια για μια άλλη δομή ή για το άγχος ή για την ανάδυση της αγωνίας.

Εκεί που το υποκείμενο μπορεί να παραδεχτεί και να υποφέρει το χάσμα μεταξύ επιθυμίας και αγάπης είναι που μπορεί να διατηρήσει τη σχέση ζωντανή. Εκεί όπου κάθε επιθυμία ικανοποιείται, όπου ο άλλος είναι, εξαιτίας μας, προστατευμένος από την "έλλειψη στο είναι", προστατευμένος ώστε να καταστεί ο παρτενέρ σε ένα πλήρη Άλλο που τάχα τίποτε δεν του λείπει (έναν «Άλλο του Άλλου»), έναν θεό επί γης, τότε η αγάπη μπορεί να περάσει στο μίσος, και έτσι, ακόμη και σε μια στιγμή, να μετατραπεί από κάτι που ενώνει σε αυτό που μπορεί να καταστρέψει και τα πιο αγαπημένα ζευγάρια καταλήγοντας και στην αυτοκαταστροφή.  Αυτό δεν αφορά μόνο την ερωτική σχέση αλλά όλες τις σχέσεις οι οποίες τις περισσότερες φορές - αν όχι όλες - είναι η επανάληψη της σχέσης του υποκειμένου με τον πρώτο Άλλο, τη μητέρα.


 



[1] Ο Lacan αποδίδει επίσης μεγάλη έμφαση στη στενή σύνδεση μεταξύ αγάπης και επιθετικότητας: η παρουσία της μίας ενέχει κατ' ανάγκην και την παρουσία της άλλης. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο ο Freud ονομάζει «αμφιθυμία», αναγνωρίζεται από τον Lacan ως μια από τις μεγάλες ανακαλύψεις της ψυχανάλυσης. Έτσι η επιθετικότητα είναι το ίδιο παρούσα, όπως υποστηρίζει ο Lacan, σε φαινομενικές πράξεις αγάπης όσο και σε επιθετικές πράξεις. «Υποβόσκει στη δραστηριότητα του φιλάνθρωπου, του ιδεαλιστή, του παιδαγωγού, ακόμα και του μεταρρυθμιστή».

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2022

Η επιθυμία του ανθρώπου είναι πάντα η επιθυμία του Άλλου

Αν υπάρχει μια έννοια που διεκδικεί τη θέση του επικέντρου της Ψυχαναλυτικής σκέψης δεν είναι άλλη από την έννοια της επιθυμίας. «Η επιθυμία είναι η ουσία του ανθρώπου» έλεγε ο Spinoza.

Η επιθυμία συνιστά συγχρόνως την καρδιά της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και το κεντρικό ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης. Όταν όμως η τελευταία αναφέρεται στην επιθυμία, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε επιθυμία, αλλά πάντοτε στην ασυνείδητη επιθυμία.

 Η ασυνείδητη επιθυμία είναι αποκλειστικά σεξουαλική: «τα κίνητρα του ασυνειδήτου είναι περιορισμένα ... στη σεξουαλική επιθυμία ... Η άλλη μεγάλη γενική επιθυμία, η πείνα, δεν αναπαρίσταται».

Εντούτοις, η αναγνώριση της επιθυμίας μας είναι δυνατή μόνο όταν αρθρώνεται στον λόγο: «μόνο όταν διατυπώνεται, όταν ονοματίζεται παρουσία του άλλου, η επιθυμία αυτή, οποιαδήποτε και αν είναι, αναγνωρίζεται με την πλήρη σημασία του όρου». Αρθρώνοντας την επιθυμία στον λόγο, ο αναλυόμενος την κάνει να υπάρχει:

Να αναγνωρίσει και να ονοματίσει το υποκείμενο την επιθυμία του, αυτή είναι η αποτελεσματική δράση της ανάλυσης. Δεν πρόκειται όμως για ζήτημα αναγνώρισης ενός πράγματος καθ’ ολοκληρίαν δεδομένου ... Ονομάζοντας την, το υποκείμενο δημιουργεί, φέρνει στο προσκήνιο, μια νέα παρουσία στον κόσμο.

Ωστόσο, υπάρχει ένα όριο όσον αφορά τη συνάρθρωση της επιθυμίας στον λόγο. Αν και η αλήθεια γύρω από την επιθυμία είναι παρούσα, σε κάποιο βαθμό, σε ολόκληρο τον λόγο, δεν είναι δυνατόν να αρθρωθεί σε λόγο όλη η αλήθεια γύρω από την επιθυμία. Όποτε ο λόγος επιχειρεί να αρθρώσει την επιθυμία, παράγεται πάντοτε ένα υπόλοιπο, μια περίσσεια, που υπερβαίνει τον λόγο, το πεδίο της ομιλίας.

Η φράση «η επιθυμία του ανθρώπου είναι η επιθυμία του Άλλου», γίνεται κατανοητή με τους εξής τρόπους, με τα εξής νοήματα:

Πρώτον: Η επιθυμία είναι κατ’ ουσία «η επιθυμία της επιθυμίας του Άλλου», πράγμα που σημαίνει ότι η επιθυμία είναι συγχρόνως επιθυμία να είναι κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας κάποιου άλλου, και επιθυμία για αναγνώριση από κάποιον άλλο.

Ο Λακάν γράφει πάνω σε αυτό:

Η επιθυμία είναι ανθρώπινη, όταν κανείς δεν επιθυμεί το σώμα, αλλά την Επιθυμία του άλλου ... δηλαδή, όταν θέλει να «είναι επιθυμητός», ή μάλλον να «αναγνωρίζεται» στην ανθρώπινη αξία του ... Με άλλα λόγια, κάθε ανθρώπινη Επιθυμία ... είναι, εντέλει, μια λειτουργία της επιθυμίας για «αναγνώριση».

Ο Kojève φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει (στα χνάρια του Hegel) ότι για την επίτευξη της επιθυμητής αναγνώρισης, το υποκείμενο πρέπει να διακινδυνεύσει την ίδια του τη ζωή σε έναν αγώνα για καθαρό γόητρο. Η επιθυμία αυτή, που συνιστά κατ’ ουσία επιθυμία να γίνει κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας ενός άλλου, εικονογραφείται καθαρά στον πρώτο «χρόνο» του συμπλέγματος του Οιδίποδα, όταν το υποκείμενο επιθυμεί να είναι ο φαλλός για τη μητέρα.

Δεύτερον: Το υποκείμενο επιθυμεί ως Άλλος : με άλλα λόγια, το υποκείμενο επιθυμεί από τη σκοπιά ενός άλλου. Η συνέπεια είναι ότι «το αντικείμενο της επιθυμίας του ανθρώπου ... είναι ουσιαστικά ένα αντικείμενο που επιθυμείται από κάποιον άλλο» (Lacan, 1951b: 12). Εκείνο που καθιστά επιθυμητό ένα αντικείμενο δεν είναι κάποια εγγενής ποιότητα του πράγματος καθαυτό, αλλά απλώς το γεγονός ότι επιθυμείται από κάποιον άλλο. Η επιθυμία του Άλλου είναι επομένως εκείνο που κάνει τα αντικείμενα ισοδύναμα και εναλλάξιμα. Αυτό «τείνει να μειώνει την ιδιαίτερη σημασία οποιουδήποτε συγκεκριμένου αντικειμένου, αλλά την ίδια στιγμή φέρνει στο προσκήνιο την ύπαρξη αναρίθμητων αντικειμένων» (Lacan, 1951b: 12).

O Kojève υποστηρίζει ότι «η Επιθυμία που κατευθύνεται προς ένα φυσικό αντικείμενο είναι ανθρώπινη μόνο στον βαθμό που “διαμεσολαβείται” από την Επιθυμία ενός άλλου που κατευθύνεται προς το ίδιο αντικείμενο: είναι ανθρώπινο να επιθυμεί κανείς ό,τι επιθυμούν και οι άλλοι, ακριβώς επειδή το επιθυμούν» (Kojève, 1947: 6). Ο λόγος που εξηγεί τα παραπάνω έχει να κάνει με όσα αναφέραμε προηγουμένως για την ανθρώπινη επιθυμία ως επιθυμία για αναγνώριση. Επιθυμώντας εκείνο που επιθυμεί κάποιος άλλος, μπορώ να κάνω τον άλλο να αναγνωρίσει το δικαίωμά μου να κατέχω το αντικείμενο αυτό, κι έτσι να κάνω τον άλλο να αναγνωρίσει την υπεροχή μου εις βάρος του (Kojève, 1947: 40).

Αυτό το καθολικό γνώρισμα της επιθυμίας είναι ιδιαίτερα προφανές στην υστερία. Υστερική είναι εκείνη που συντηρεί την επιθυμία ενός άλλου, που μετατρέπει την επιθυμία κάποιου άλλου σε δική της. Εκείνο επομένως που έχει σημασία στην ανάλυση μιας υστερικής δεν είναι ο εντοπισμός του αντικειμένου της επιθυμίας της αλλά η ανακάλυψη του τόπου από τον οποίο επιθυμεί (δηλαδή, του υποκειμένου με το οποίο ταυτίζεται).

Τρίτον: Η επιθυμία είναι επιθυμία για τον Άλλο. Η θεμελιακή επιθυμία είναι η αιμομικτική επιθυμία για τη μητέρα, τον πρωταρχικό Άλλο. 

Τέταρτο: Η επιθυμία είναι πάντοτε «η επιθυμία για κάτι άλλο», αφού είναι αδύνατον να επιθυμεί κανείς κάτι που ήδη κατέχει. Το αντικείμενο της επιθυμίας μετατίθεται διαρκώς, πράγμα που εξηγεί γιατί η επιθυμία συνιστά ΜΕΤΩΝΥΜΙΑ.

Και Πέμπτο: Η επιθυμία ανακύπτει αρχικά στο πεδίο του Άλλου, δηλαδή του ασυνειδήτου.

Το πιο σημαντικό σημείο που προκύπτει από τη παραπάνω φράση είναι ότι η επιθυμία παράγεται κοινωνικά. Η επιθυμία δεν συνιστά, όπως φαίνεται αρχικά, ιδιωτική υπόθεση, γιατί συγκροτείται πάντοτε σε διαλεκτική σχέση με τις επιθυμίες των άλλων υποκειμένων όπως τις αντιλαμβανόμαστε.

Ο πρώτος άνθρωπος που καταλαμβάνει τον τόπο του Άλλου είναι η μητέρα, και στην αρχή το παιδί βρίσκεται στο έλεος της επιθυμίας της. Μόνο όταν ο πατέρας συναρθρώνει την επιθυμία με τον νόμο απελευθερώνεται το υποκείμενο από την υποταγή στα καπρίτσια της επιθυμίας της μητέρας.

Επίσης, στο σημείο αυτό πρέπει να έχουμε υπόψη μας την διάκριση μεταξύ Αγάπης και Επιθυμίας. Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι το «σε θέλω» καθόλου δεν ταυτίζεται με το «σε αγαπώ».

Ο Lacan αποδίδει επίσης μεγάλη έμφαση στη στενή σύνδεση μεταξύ αγάπης και ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ: η παρουσία της μίας ενέχει κατ' ανάγκην και την παρουσία της άλλης. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο ο Freud ονομάζει «αμφιθυμία», αναγνωρίζεται από τον Lacan ως μια από τις μεγάλες ανακαλύψεις της ψυχανάλυσης.

Η αγάπη περιγράφεται ως ένα καθαρά φαντασιακό φαινόμενο. Η αγάπη είναι αυτοερωτική και η δομή της είναι θεμελιωδώς ναρκισσιστική, από τη στιγμή που «εκείνο που αγαπά κανείς στην αγάπη είναι το ίδιο του το εγώ, το ίδιο του το εγώ που γίνεται πραγματικό στο φαντασιακό επίπεδο». Ως τέτοιο ανήκει στο πεδίο του εγώ και ως εκ τούτου η αγάπη αντιτίθεται καθαρά στην επιθυμία, η οποία εγγράφεται στη συμβολική τάξη, στο πεδίο του Άλλου.

Επίσης, Η αγάπη είναι μια μεταφορά[1] ενώ η επιθυμία είναι μια μετωνυμία.

Από την άλλη, η αγάπη είναι μια απατηλή φαντασίωση ένωσης με τον αγαπημένο. Θα ήταν ακόμη δυνατόν να ειπωθεί ότι η αγάπη σκοτώνει την επιθυμία, αφού η αγάπη βασίζεται σε μια φαντασίωση ένωσης με τον αγαπημένο και αυτό ακυρώνει τη διαφορά που προκαλεί την επιθυμία. Ας μην λησμονούμε ότι η επιθυμία θεμελιώνεται στην έλλειψη, στην απουσία και όχι στην ένωση ή στην παρουσία.


[1] Βλ. ΜΕΤΑΦΟΡΑ: «Η ΑΓΑΠΗ είναι ένα ΤΑΞΙΔΙ», Παρασκευή 23 Απριλίου 2021, https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2021/04/blog-post_23.html