Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Πως το δόλωμα εξασφαλίζει την εξουσία στην εικόνα του Άλλου.

Η ψυχανάλυση κάνει την διάκριση μεταξύ ενστίκτου και ενόρμησης: Από την μια το ένστικτο είναι βιολογικός όρος και είναι μια εγγενής τάση ενός ζωντανού οργανισμού προς την κατεύθυνση συγκεκριμένων συμπεριφορών. Η επιστήμη της ηθολογίας των ζώων είναι αυτή που ερευνά τα ένστικτα. Τα ζώα κινητοποιούνται από ένστικτα. Η σχέση τους με το αντικείμενο είναι συγκεκριμένη, σταθερή. Το ένστικτο έχει να κάνει με την ανάγκη. Από την άλλη, η ενόρμηση αφορά την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Οι ανθρώπινες ενορμήσεις δεν έχουν συγκεκριμένο αντικείμενο, είναι μεταβλητές και αναπτύσσονται με βάση την προσωπική ιστορία κάθε υποκειμένου.

Επίσης, η ανάγκη είναι η βιολογική έννοια που έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της ενόρμησης. Το μωρό για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του αναγκάζεται να τις αρθρώσει στη γλώσσα, δηλαδή σε αίτημα. Το αντικείμενο που ικανοποιεί το μωρό προσφέρεται από έναν άλλο άνθρωπο, την μητέρα – τροφό, κάτι που προσθέτει την σημασία της απόδειξης της αγάπης του Άλλου. Το αίτημα έτσι έχει διττή λειτουργία:
     
Άρθρωση μιας ανάγκης.
    Αίτημα για αγάπη.

Το αίτημα έτσι συνδέεται με την αρχική ανημπόρια του υποκειμένου.

Η ψυχανάλυση σημειώνει τέσσερις βασικές ενορμήσεις:
α. Η στοματική ενόρμηση.
β. Η πρωκτική ενόρμηση.
γ. Η σκοπική ενόρμηση.
δ. Η επικλητική ενόρμηση.

Εκείνη που μας απασχολεί στο συγκεκριμένο σημείωμα είναι η σκοπική ενόρμηση. Το κύκλωμα της είναι: η ενόρμηση ξεκινάει (ώθηση[1]) από την ερωτογενή ζώνη[2] που είναι τα μάτια (πηγή[3]), περιστρέφεται γύρω από το αντικείμενο της που είναι το βλέμμα (σκοπός) και τέλος επιστρέφει στην ερωτογενή ζώνη μέσω του ρήματος της που είναι το «βλέπω» (λειτουργία του αντικειμένου).

Η ενόρμηση λοιπόν ικανοποιείται με την επιστροφή της στο κύκλωμα.  Παράδειγμα που παραθέτει ο Λακάν: στο κυνήγι, ο σκοπός δεν είναι το πουλί που σκοτώνετε αλλά το ότι πετύχατε το χτύπημα. Ο Φρόυντ επίσης έχει δώσει το παράδειγμα του ιδεώδους μοντέλου του αυτοερωτισμού: ένα στόμα που φιλιέται μόνο του.
Ας δούμε τώρα ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των ψυχοσωματικών φαινομένων μέσα στα οποία εμπλέκεται η σκοπική ενόρμηση.

Σε ορισμένες δερματικές παθήσεις (π.χ. ψωρίαση, λεύκη) μια δερματική κηλίδα μας φαίνεται ότι έχει ως επίπτωση να έλκει και να προσκολλά την προσοχή του περίγυρου, επιτρέποντας έτσι στο υποκείμενο που την φέρει στο δέρμα του να παρατηρεί τους άλλους, που το κοιτάζουν. Λειτουργία δολώματος και σημείο εστίασης, κηλίδα που «τυφλώνει» τελικά τον Άλλο, το δερματικό σημάδι επιτρέπει να αποφεύγεται η διασταύρωση των βλεμμάτων και διασφαλίζει για τον φέροντα την πάθηση μια κυριαρχία (εξουσία) στην εικόνα του Άλλου[4]. Το πέρασμα από το έκζεμα στο άσθμα μπορεί να εξηγηθεί από μια συγκυριακή απώλεια αυτής της λειτουργίας δολώματος. Στο σημείο αυτό ας παρατηρήσουμε ότι στα βρέφη, το έκζεμα τοποθετείται χρονικά κατά το διάστημα του σταδίου του καθρέφτη (περίπου ανάμεσα 3 και 18 μηνών).


[1] Η ώθηση: Είναι μία εσωτερική διέγερση. Διαχωρίζεται από την εξωτερική διέγερση, δηλαδή την οργανική ανάγκη, π.χ. πείνας, δίψας. Η ενόρμηση είναι σταθερή δύναμη. Η σταθερότητα της ώθησης δεν έχει συγκεκριμένο ρυθμό όπως μια βιολογική λειτουργία. Ο Λακάν παραθέτει τα εξής λόγια του Φρόυντ για την ενόρμηση: «δεν έχει ούτε μέρα, ούτε νύχτα, ούτε άνοιξη, ούτε φθινόπωρο».
[2] Οι ερωτογενείς ζώνες είναι τέσσερις: α. χείλη β. πρωκτός γ. μάτια δ. αυτιά
[3] Η πηγή: Δομή του χείλους που χαρακτηρίζει μια ερωτογενή ζώνη.
[4]Υπάρχει μια έρευνα που έγινε στην Γαλλία με δερματολόγους η οποία δείχνει ότι οι εκ γενετής τυφλοί δεν παρουσιάζουν αυτού του είδους τις παθήσεις. 

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

Ντύνομαι, στολίζομαι, ομορφαίνω το σώμα μου. Σταματώ έτσι την ασχήμια του.

ΚΟΣΤΟΥΜΙ: Κάθε συναίσθημα που προκαλείται ή τροφοδοτείται από το ρούχο που φορούσε το υποκείμενο κατά την ερωτική συνάντηση, ή που φορά με την πρόθεση να ξελογιάσει το αγαπημένο αντικείμενο.

Ενόψει ενός ραντεβού που η ιδέα του με διεγείρει, φτιάχνω σχολαστικά την τουαλέτα μου. Η λέξη δεν έχει μόνο ευγενείς σημασίες. Ας μην αναφερθούμε στην κοπρολογική της χρήση, ας πούμε ότι σημαίνει επίσης «τις προετοιμασίες στις όποιες υποβάλλεται ο θανατοποινίτης προτού οδηγηθεί στο ικρίωμα», ή την «λιπώδη και διαφανή μεμβράνη που χρησιμοποιείται στα κρεοπωλεία και στα αλλαντοπωλεία για την κάλυψη ορισμένων τεμαχίων κρέατος». Σάμπως στο τέλος κάθε τουαλέτας, εγγεγραμμένο στην διέγερση που αυτή προκαλεί, να υπάρχει πάντα το σώμα: σκοτωμένο, βαλσαμωμένο, βερνικωμένο, καλλωπισμένο - σαν θύμα. Όταν ντύνομαι, στολίζω το κομμάτι του πόθου μου που θα ξαστοχήσει.

Η τουαλέτα μου επιτελεί μια ακόμα λειτουργία δολώματος: το σώμα μου, γυμνό, ατελές, έχει ελαττώματα. Έχει ατέλειες που η γύμνια του τις αναδεικνύει. Η όμορφη τουαλέτα μου τις κρύβει. Τραβάει το βλέμμα του Άλλου. Αποσπά αυτό το βλέμμα από το ατελές σώμα. Το επικεντρώνει στην φορεσιά μου. Η τουαλέτα αποτελεί το δόλωμα του βλέμματος του Άλλου. Βέβαια, πίσω από κάθε δόλωμα υπάρχει και ένα αγκίστρι! 

Σωκράτης: «Στολίστηκα, λοιπόν, για να γίνω όμορφος και να πάω σ’ ένα όμορφο αγόρι». Πρέπει να μοιάζω μ’ αυτόν που αγαπώ. Διεκδικώ (κι αυτό με κάνει να ηδονίζομαι) μια ομοιότητα ουσίας ανάμεσα στον άλλον και σέ μένα. Εικόνα, απομίμηση: κάνω όσο περισσότερα πράγματα μπορώ σαν τον άλλον. Θέλω να είμαι ό άλλος, θέλω αυτός να είναι εγώ, σαν να ήμασταν ενωμένοι, κλεισμένοι μέσα στον ίδιο σάκο από ανθρώπινο δέρμα, και το ρούχο να μην ήταν παρά το λείο περίβλημα αυτής τής συμφυούς ύλης από την όποια είναι φτιαγμένο το ερωτικό Φαντασιακό μου. Ξαναμπαίνω έτσι κάτω από το δέρμα της Μητέρας.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Θα κλειστώ σε μοναστήρι…

ΑΣΚΗΤΕΙΑ. Το υποκείμενο, είτε επειδή αισθάνεται ένοχο απέναντι στο αγαπημένο πλάσμα, είτε επειδή θέλει να το εντυπωσιάσει επιδεικνύοντας την δυστυχία του, σχεδιάζει μια αυτοτιμωρητική, ασκητική συμπεριφορά (τρόπος ζωής, ενδυμασία και τα λοιπά).

Αφού είμαι ένοχος για τούτο και για τ’ άλλο (και έχω ή εφευρίσκω χίλιους δυο λόγους για να είμαι), θα τιμωρήσω τον εαυτό μου, θα αφανίσω το σώμα μου: θα κόψω τα μαλλιά μου πολύ κοντά, θα κρύψω το βλέμμα μου πίσω από μαύρα γυαλιά (ένας τρόπος να μπω σε μοναστήρι), θα αφοσιωθώ στη σπουδή μιας σοβαρής, αφηρημένης επιστήμης. Θα σηκώνομαι νωρίς νωρίς, με τα σκοτάδια, σαν καλόγερος, για να εργαστώ. Θα είμαι υπομονετικός, κάπως μελαγχολικός, με μια λέξη Αξιοπρεπής, όπως ταιριάζει στον άνθρωπο που μνησικακεί.

Θα αποτυπώσω υστερικά το πένθος μου (το πένθος που υποθέτω πως έχω) στα ρούχα, στο κόψιμο των μαλλιών, στην κανονικότητα των συνηθειών μου. Θα ’ναι μια ήπια υποχώρηση. Αυτή ακριβώς η ελάχιστη υποχώρηση πού χρειάζεται για να λειτουργεί σωστά ή διακριτική περιπάθεια.

Η ασκητεία (ο πρόσκαιρος πόθος της ασκητείας) απευθύνεται στον άλλον: γύρνα, κοίταξέ με, δες πως με κατάντησες.

Πρόκειται για εκβιασμό: στήνω μπροστά στον άλλον το σχήμα του ίδιου μου του αφανισμού, αυτού που σίγουρα θα προκύψει αν εκείνος δεν ενδώσει (σέ τί, αλήθεια;).