ΑΣΚΗΤΕΙΑ.
Το υποκείμενο, είτε επειδή αισθάνεται ένοχο απέναντι στο αγαπημένο πλάσμα, είτε
επειδή θέλει να το εντυπωσιάσει επιδεικνύοντας την δυστυχία του, σχεδιάζει μια αυτοτιμωρητική,
ασκητική συμπεριφορά (τρόπος ζωής, ενδυμασία και τα λοιπά).
Αφού
είμαι ένοχος για τούτο και για τ’ άλλο (και έχω ή εφευρίσκω χίλιους δυο λόγους
για να είμαι), θα τιμωρήσω τον εαυτό μου, θα αφανίσω το σώμα μου: θα κόψω τα
μαλλιά μου πολύ κοντά, θα κρύψω το βλέμμα μου πίσω από μαύρα γυαλιά (ένας
τρόπος να μπω σε μοναστήρι), θα αφοσιωθώ στη σπουδή μιας σοβαρής, αφηρημένης
επιστήμης. Θα σηκώνομαι νωρίς νωρίς, με τα σκοτάδια, σαν καλόγερος, για να
εργαστώ. Θα είμαι υπομονετικός, κάπως μελαγχολικός, με μια λέξη Αξιοπρεπής, όπως
ταιριάζει στον άνθρωπο που μνησικακεί.
Θα
αποτυπώσω υστερικά το πένθος μου (το πένθος που υποθέτω πως έχω) στα ρούχα, στο
κόψιμο των μαλλιών, στην κανονικότητα των συνηθειών μου. Θα ’ναι μια ήπια υποχώρηση.
Αυτή ακριβώς η ελάχιστη υποχώρηση πού χρειάζεται για να λειτουργεί σωστά ή
διακριτική περιπάθεια.
Η
ασκητεία (ο πρόσκαιρος πόθος της ασκητείας) απευθύνεται στον άλλον: γύρνα,
κοίταξέ με, δες πως με κατάντησες.
Πρόκειται
για εκβιασμό: στήνω μπροστά στον άλλον
το σχήμα του ίδιου μου του αφανισμού, αυτού που σίγουρα θα προκύψει αν εκείνος
δεν ενδώσει (σέ τί, αλήθεια;).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου