Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Να γιατί είμαι ρατσιστής, αντισημίτης, μισογύνης, εθνικιστής.

Σύμφωνα με την ψυχανάλυση, υπάρχει πάντα μια καλή και μια κακή πλευρά σε ότι αφορά στην φαντασίωση. Στο ατομικό υποκείμενο αυτές οι πλευρές λειτουργούν μέσω της ταύτισης με το Εγώ το οποίο υπάρχει πάντα εικονικά – και συμβαίνει στο στάδιο του καθρέφτη. Μα αυτή ακριβώς η ταύτιση συμβαίνει πάντα με την προϋπόθεση ότι ο εαυτός – το πρωθύστερο βίωμα του κατακερματισμένου, κομματιασμένου σώματος – απωθείται. Η σύγκρουση λοιπόν, ανάμεσα στο Εγώ και τον απωθημένο εαυτό βρίσκεται στον πυρήνα της υποκειμενικής φαντασίωσης. Έτσι, στη μια πλευρά της υποκειμενικής φαντασίωσης υπάρχει η μακάρια, ονειρική και ασφαλής κατάσταση της πτυχής της καθημερινής ζωής, αλλά αυτή συνοδεύεται πάντα από μια σκοτεινή πλευρά της φαντασίωσης που περιλαμβάνει, την ζήλια, τον εκνευρισμό και τον δόλο. Η ειρηνική και ασφαλής κατάσταση του υποκειμένου προϋποθέτει την απώθηση της σκοτεινής πλευράς της φαντασίωσης.

Ομοίως συμβαίνει και με το συλλογικό υποκείμενο. Μας αρέσει να σκεφτόμαστε ότι η κοινωνία μας αναπτύσσεται φυσιολογικά και αρμονικά στον χρόνο και μέσα από την δημοκρατική συναίνεση του λαού. Όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Όλες οι κοινωνίες θεμελιώνονται σε μια τραυματική στιγμή κοινωνικής σύγκρουσης και η κοινωνικοιδοεολογική φαντασίωση καλύπτει αυτόν τον καταστατικό ανταγωνισμό. Έτσι, το «ιδεολογικό» είναι «μια κοινωνική πραγματικότητα, η ίδια η ύπαρξη της οποίας συνεπάγεται την μη γνώση της ουσίας της από πλευράς αυτών που συμμετέχουν σε αυτήν[1]». Η «ουσία» αυτή είναι η στιγμή της βαρβαρότητας και του ανταγωνισμού που επιβάλλεται να απωθηθούν, ώστε να μπορεί μια κοινωνία να αξιώνει νομιμότητα ως ένα «φυσικό», ειρηνικό και δημοκρατικά αναπτυσσόμενο κράτος. Αυτή η ουσία συνιστά το πραγματικό του συλλογικού υποκειμένου. Για παράδειγμα, αυτό που είδαμε να συμβαίνει στα Βαλκάνια στην δεκαετία του 1990 δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εισβολή αυτής της «ουσίας» (του πραγματικού, πάει να πει) εντός του συμβολικού. Καθώς διασπάστηκε το συμβολικό δίκτυο της προηγούμενης κομμουνιστικής ιδεολογίας (η φαντασίωση) ήλθαμε αντιμέτωποι με τον κοινωνικό ανταγωνισμό που είναι θεμελιώδης των «νέων δημοκρατικών κοινωνιών».

Από την άλλη, ο ολοκληρωτισμός παρέχει ένα ακόμα παράδειγμα των δύο πλευρών της φαντασίωσης του συλλογικού υποκειμένου. Από την μια υπάρχει η ουτοπική πλευρά – η φαντασίωση ενός άψογου κράτους ως μιας ενοποιημένης, αρμονικής κοινότητας, από οργανικά, συνδεδεμένους ανθρώπους. Ωστόσο αυτός ο ουτοπισμός συνοδεύεται πάντα από το αντίθετο του – εκείνες τις φαντασιώσεις περί μηχανορραφιών, συνωμοσιών και απειλών που σταματούν την υλοποίηση αυτής της ουτοπίας. Για να λειτουργήσει μια ουτοπική φαντασίωση, προϋποθέτει την απώθηση μέρους του εαυτού της και η αποτελεσματικότητα της εξαρτάται από το πόσο καλά το κάνει. Για τους Ναζί, οι εβραίοι επιτελούσαν αυτήν ακριβώς την λειτουργία. Η φιγούρα του «Εβραίου» είναι η προϋπόθεση της αντισημιτικής ιδεολογίας. Ο εβραίος λοιπόν, ακόμα και αν δεν υπάρχει θα πρέπει να επινοηθεί για να συντηρηθεί η φαντασίωση της αντισημιτικής ιδεολογίας.

Ωστόσο υπάρχει και κάτι άλλο: Για να υπάρξει οποιοδήποτε ολοκληρωτικό καθεστώς απαιτείται η ενεργός στήριξη προς αυτό από ένα τμήμα του πληθυσμού. Τα υποκείμενα που στηρίζουν ένα τέτοιο καθεστώς έχουν μια ιδιαιτερότητα: Όταν ένα υποκείμενο ταυτίζεται με μια ηγετική – πατρική φιγούρα ταυτίζεται με μια θέση οιδιπόδειας ισχύος και εξουσίας. Με άλλα λόγια, το εν λόγω υποκείμενο ταυτιζόμενο με την πατρική φιγούρα προσδοκά από τον πατέρα – ηγέτη (από την θέση) την απόλαυση που «έχασε» και έχει πλέον απωθήσει αποχωριζόμενο από την μητέρα. Αν δεν έχει πρόσβαση σε αυτήν την απόλαυση που προσδοκά τότε υποθέτει ότι αυτό συμβαίνει διότι κάποιος άλλος σφετερίζεται την θέση και την έχει πάρει από το υποκείμενο. Έτσι, το εν λόγω υποκείμενο αποδίδει διογκωμένες εικόνες εξουσίας και ισχύος σε άλλες «μειονοτικές» ομάδες. Αυτές οι ομάδες απολαμβάνουν με έναν τρόπο στον οποίο «εμείς» δεν έχουμε πρόσβαση. Πρόκειται για μια απόλαυση που έχει κλαπεί από «εμάς». Αυτό, λοιπόν, που συγκρατεί τις κοινότητες («εμάς») είναι ότι οι «άλλοι» απολαμβάνουν και στερούν από «εμάς» αυτή την απόλαυση εκ της θέσης που καταλαμβάνουν στο κράτος «μας» και εκ της ισχύος που απορρέει από αυτήν την θέση. Η στερεοτυπική φαντασίωση της σεξουαλικής ικανότητας που αποδίδεται στους μαύρους έχει την έδρα της σε αυτό ακριβώς το σημείο. Όμοια συμβαίνει και με τον μισογυνισμό των αρσενικών αλλά βέβαια και με την ρατσιστική και αντισημιτική ιδεολογία.
 
Η εγγενής αμφισημία αυτών των ψυχικών δομών – του υπερεγώ, του πατέρα και της φαντασίωσης – αποτελεί απαραίτητο και συστατικό κομμάτι όλων των κοινωνικών συστημάτων και είναι απαραίτητη για την σωστή λειτουργία τους. Εάν η απειλή δεν υπάρχει πραγματικά – εμπειρικά – τότε θα πρέπει να επινοηθεί όπως έγραψα και παραπάνω. Ακριβώς όπως η Ναζιστική ιδεολογία έπρεπε να κατασκευάσει τον «εβραίο» για να δικαιολογήσει το ίδιο το καταπιεστικό της καθεστώς. Το θέμα είναι ότι «ο εβραίος» δεν αποτελεί την αιτία αυτής της ιδεολογίας, αλλά αντίθετα κάτι που συγκροτείται ως αποτέλεσμα της, δηλαδή «ο εβραίος» καθίσταται αναδρομικά η προϋπόθεση της φασιστικής ιδεολογίας.


[1] Σίζεκ, 1989

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Κλινική: «Λέξη την λέξη εξαντλούμαι. Η κόπωση της γλώσσας…»

Πείτε μου, παρακαλώ…» προέτρεψε ο αναλυτής)

Υπό την επήρεια μιας εντύπωσης πού αποκόμισα χτες τη νύχτα, ξυπνώ αποκαμωμένος, με την μακάρια σκέψη: «ο X ήταν αξιολάτρευτος χτες βράδυ». Ποιο αντικείμενο έχει η ανάμνησή μου; Έχει αυτό που οι Έλληνες αποκαλούσαν χάρη: «η λάμψη των ματιών, το φωτεινό κάλλος του σώματος, η ακτινοβολία του ποθητού πλάσματος». Ίσως όμως, όπως άλλωστε συνέβαινε και με την αρχαία χάρη, να προσθέτω και την ιδέα - την ελπίδα - πως το αγαπημένο αντικείμενο θα ενδώσει στον πόθο μου.

Κατά μια ιδιόμορφη λογική, το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον άλλον σαν ένα Όλον, και ταυτόχρονα θεωρείται πως αυτό το Όλον περιέχει ένα υπόλειμμα που δεν μπορεί να το εκφράσει λεκτικά. Ο άλλος, ολόκληρος, του γεννά ένα αισθητικό όραμα: τον επαινεί που είναι τέλειος, καμαρώνει για τον εαυτό του που διάλεξε αυτόν τον τέλειο! Φαντάζεται πως ο άλλος θέλει να αγαπηθεί, όπως και ο ίδιος θα το ’θελε, όχι για την τάδε ή την δείνα ιδιότητά του, αλλά για τα πάντα, και αυτό το παν του το αναγνωρίζει με την μορφή μιας λέξης κενής, γιατί το Όλον δε θα μπορούσε να καταγραφεί χωρίς να μειωθεί: στο αξιολάτρευτο! Δεν υπάρχει καμιά λανθάνουσα ιδιότητα, λανθάνει μόνο το άπαν του πρωτογενούς αισθήματος.

Ω, το φαντασιακό σας, βλέπω να εκφράζεται!» μονολογεί χαμηλόφωνα ο αναλυτής)

Ωστόσο, το αξιολάτρευτο, ενώ εκφράζει το παν, δηλώνει ταυτόχρονα κι αυτό που λείπει από το παν! Θέλει να ορίσει αυτόν τον τόπο του άλλου, τόπο στον οποίο αγκιστρώνεται ειδικά ο πόθος μου.

Μάλιστα, φτάσαμε και στο συμβολικό! Θέλετε να είστε «ζευγάρι», θέλετε σχέση με ένα ελλιπές υποκείμενο…» επισημαίνει διακόπτωντας τον ελεύθερο συνειρμό ο αναλυτής).

Αλλά ο τόπος αυτός δεν είναι προσδιορίσιμος· δεν θα μάθω ποτέ τίποτε γι’ αυτόν. Η γλώσσα μου πάντα θα ψηλαφεί, θα τραυλίζει, προσπαθώντας να τον εκφράσει λεκτικά, αλλά το μόνο που θα καταφέρνω να αρθρώσω θα είναι - πάντα - μια λέξη κενή που μοιάζει με τον βαθμό μηδέν όλων των τόπων όπου διαμορφώνεται ο ειδικότατος πόθος που τρέφω γι’ αυτόν εκεί τον άλλον (κι όχι για κάποιον άλλον).

Πραγματικό, τον λένε αυτόν τον τόπο, πραγματικό. Η γλώσσα δεν μπορεί να πει τίποτε γι αυτόν» ψιθυρίζει, σχεδόν από μέσα του ο αναλυτής).

Στη ζωή μου συναντώ εκατομμύρια σώματα. Απ’ αυτά μπορεί να ποθήσω κάποιες εκατοντάδες. Μα από τις εκατοντάδες αυτές δεν αγαπώ παρά μονάχα ένα. Ο άλλος, με τον οποίο είμαι ερωτευμένος, μου ορίζει την ειδοποιό διαφορά του πόθου μου.

(«…της επιθυμίας σας, ίσως είναι πιο ακριβής διατύπωση…λέω, τώρα» έφη ο αναλυτής)

Αυτή η επιλογή, η τόσο αυστηρή ώστε να μην συγκρατεί παρά μόνο το Μοναδικό, συνιστά, λένε, την διαφορά της ψυχαναλυτικής από την ερωτική μετάθεση. Η πρώτη είναι οικουμενική, η δεύτερη είναι εξειδικευμένη. Χρειάστηκαν πολλοί κίνδυνοι, πολλές εκπληκτικές συμπτώσεις (κι ίσως πολλές αναζητήσεις) για να βρω την Εικόνα που, ανάμεσα σε χίλιες δυο άλλες, αρμόζει στον πόθο μου.

Ιδού ένα μεγάλο αίνιγμα, που το κλειδί δεν θα το βρω ποτέ: γιατί ποθώ τον Τάδε; Γιατί τον ποθώ αποχαυνωμένα και ο πόθος μου έχει τόση διάρκεια; Τον ποθώ ολόκληρο; (Μια σιλουέτα, μια μορφή, έναν αδιόρατο τόνο;) Ή μήπως ποθώ μόνον ένα κομμάτι αυτού του σώματος;

Και, σε μια τέτοια περίπτωση, τι είναι αυτό πάνω στο αγαπημένο σώμα που προορίζεται να αποτελέσει για μένα φετίχ; Ποια, απίστευτα ίσως ισχνή, μερίδα του; Ποια αντικανονική του λεπτομέρεια; Η κοψιά ενός νυχιού; Ένα δόντι λίγο σπασμένο και στραβό; Μια τούφα μαλλιά; Ο τρόπος που ανοίγουν τα δάχτυλα την στιγμή της κουβέντας ή του καπνίσματος; Παρακαλώ πείτε μου…

Αυτό είναι το «αντικείμενο μικρό – α». Το αίτιο της επιθυμίας σας. Ωραία που το περιγράφετε: είναι ταυτόχρονα το κενό, το χάσμα, η έλλειψη γύρω από την οποία δομείται η συμβολική σας τάξη αλλά ταυτόχρονα και εκείνο που έρχεται να συγκαλύψει ή να μεταμφιέσει αυτήν την έλλειψη. Είναι…πως το είπατε.. «αχνάρι» θαρρώ, ναι, «απομεινάρι» αυτής της διαδικασίας συγκρότησης ενός αντικειμένου, το υπόλειμμα που ξεγλιστρά του συμβολικού σας! Αλλά συνεχίστε, παρακαλώ…συγχωρέστε μου την πολυλογία μου!» απαντά ο αναλυτής).     

Όπως και να χει, για όλες αυτές τις πτυχές του σώματος έχω την διάθεση να πω ότι είναι Αξιολάτρευτες. Αξιολάτρευτο σημαίνει: τούτος εδώ είναι ο πόθος μου στο μέτρο που είναι μοναδικός: «Αυτό είναι! Αυτό ακριβώς είναι (που αγαπώ)!» Όμως, όσο περισσότερο συναισθάνομαι την ειδοποιό διαφορά του πόθου μου, τόσο λιγότερο μπορώ να την ονοματίσω· η αποσαφήνιση του στόχου συμβαδίζει με μια σύγχυση στο επίπεδο της ονοματοθεσίας. Το ίδιον του πόθου οδηγεί αναγκαστικά σε ασάφεια στο επίπεδο του εκφωνήματος. Από την γλωσσική αυτή αποτυχία δεν μένει παρά ένα αχνάρι: η λέξη «αξιολάτρευτο».

Ναι, «το αντικείμενο μικρό – α» είναι το απομεινάρι του πραγματικού. Από αυτό αρχίζει η φαντασίωση σας. Διαφεύγει του συμβολικού. Βρίσκεται πέραν της αναπαράστασης. Ξέρετε, η φαντασίωση σας προσδιορίζει την «ανέφικτη» σχέση ενός υποκειμένου με το «αντικείμενο μικρό – α. Εξακολουθήστε παρακαλώ…» προτρέπει ο αναλυτής)   

Το αξιολάτρευτο αποτελεί το ευτελές ίχνος μιας κόπωσης, της κόπωσης της γλώσσας. Λέξη την λέξη εξαντλούμαι εκφράζοντας διαφορετικά την ίδια Εικόνα (την Εικόνα μου, ναι γιατί πρόκειται για την δικιά μου Εικόνα), γενικολογώντας για την εξειδίκευση του πόθου μου. Είναι ένα ταξίδι αυτό. Στο τέρμα του η τελική μου φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι άλλη από την παραδοχή - και την εφαρμογή - της ταυτολογίας. Αξιολάτρευτο είναι ό,τι είναι αξιολάτρευτο. Ή ακόμα: σε λατρεύω επειδή είσαι αξιολάτρευτος, σ’ αγαπώ επειδή σ’ αγαπώ! 
Βλέπουμε λοιπόν ότι η ερωτική γλώσσα περιφράσσεται τελικά από το στοιχείο ακριβώς που την θέσπισε: την γοητεία. Γιατί η περιγραφή της γοητείας δεν μπορεί ποτέ, σε τελευταία ανάλυση, να υπερβεί τούτο το εκφώνημα: «είμαι γοητευμένος». Έχοντας φτάσει στο άκρο της γλώσσας, στο σημείο όπου αυτή δεν μπορεί παρά να επαναλαμβάνει την τελευταία της λέξη, σαν δίσκος εμποδισμένος, νιώθω μεθυσμένος από την κατάφασή της: ταυτολογία δεν είναι άραγε αυτή η ανήκουστη κατάσταση όπου βλέπουμε να ανταμώνουν μέσα σ’ ένα συνονθύλευμα αξιών, το ένδοξο τέλος του λογικού διαβήματος, η αισχρότητα της βλακείας και η έκρηξη του νιτσεϊκού ναι;

Μάλιστα, νομίζω ότι τελειώσαμε για σήμερα. Θα σας δω την επόμενη φορά. Καλή συνέχεια!» δήλωσε ο αναλυτής ολοκληρώνοντας την συνεδρία).  

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

Το εγώ μου και ο εαυτός μου είμαστε θεμελιώδεις αντίπαλοι!

Η διαλεκτική είναι ένας τρόπος φιλοσοφικής σκέψης που τονίζει την συνδεσιμότητα των φαινομένων και την ενότητα των αντιθέτων. Παρουσιάζεται ως «θέση – αντίθεση – σύνθεση». Στο σχήμα αυτό κάθε ιδέα γεννά και το αντίθετο της και η ενότητα των δύο παράγει ένα νέο επίπεδο ανάλυσης.

Για παράδειγμα, η ιδέα του υποκειμένου – του εαυτού – αποτελεί «θέση» και αποκτά νόημα μόνο σε σχέση με ένα άλλο υποκείμενο – έναν άλλο – ο οποίος αποτελεί «αντίθεση». Από την στιγμή που αρχίζουμε να κατανοούμε ότι ο «εαυτός» είναι περίπλοκα συνδεδεμένος με έναν «άλλο» και δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν, παράγουμε μια νέα έννοια: ένα συλλογικό υποκείμενο – το εμείς - το οποίο αποτελεί «σύνθεση». Η στιγμή αυτή της σύνθεσης γίνεται τότε μια νέα «θέση» που γεννά την δική της «αντίθεση» η οποία με την σειρά της οδηγεί σε μια νέα «σύνθεση» και ούτω καθεξής.

Κατά την διάρκεια του σταδίου του καθρέφτη, το βρέφος, διαπιστώνει – μέσω της εικόνα του – ότι το σώμα του έχει μια ολοκληρωμένη μορφή. Διαπιστώνει επίσης, ότι μπορεί να ελέγξει τις κινήσεις αυτής της εικόνας μέσω των κινήσεων του ίδιου του σώματος του και αντλεί ευχαρίστηση από αυτό. Αυτή η αίσθηση κυριαρχίας και πληρότητας έρχεται σε αντίθεση με την βιωμένη μέχρι τότε εμπειρία του κατακερματισμένου – κομματιασμένου σώματος τα μέλη του οποίου δεν είναι ελέγξιμα από το ίδιο το βρέφος. Το κομματιασμένο σώμα αποτελεί «θέση». Το εικονικό σώμα αποτελεί «αντίθεση». Η ταύτιση του βρέφους με την εικόνα αποτελεί «σύνθεση».

Η «θέση» - το κατακερματισμένο σώμα – είναι ο «εαυτός». Η «αντίθεση» - το εικονικό σώμα – είναι το «εγώ». Η εικόνα (το «εγώ») κυριαρχεί μέσω της ταύτισης και παράγει την «σύνθεση» - το «Εγώ».  Αυτή η ταύτιση είναι καίριας σημασίας καθώς χωρίς την προσδοκία κυριαρχίας που εγκαθιδρύει δεν θα μπορούσε ποτέ το βρέφος να αντιληφθεί το σώμα του ως ολοκληρωμένο. Την ίδια στιγμή όμως – και εδώ υπάρχει η «αντίθεση» - η εικόνα είναι αλλοτριωτική, με την έννοια ότι συγχέεται με τον εαυτό του. Στην πραγματικότητα η εικόνα έρχεται να κυριαρχήσει του εαυτού ο οποίος (εαυτός ως «θέση») μένει απωθημένος. Έτσι, η αίσθηση ενός «ενοποιημένου εαυτού» παράγεται μόνο ως «σύνθεση» και αποκτάται με το τίμημα ο εαυτός να είναι κάποιος άλλος, δηλαδή η κατοπτρική μας εικόνα.

Έτσι το «Εγώ», για την ψυχανάλυση αναδύεται την στιγμή της αλλοτρίωσης και του ενθουσιασμού μας για την εικόνα. Έχει όλες τις οργανωτικές και συγκροτητικές ιδιότητες της εικόνας. Πρόκειται για μια εικονική – φαντασιακή συγκρότηση και λειτουργία.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ψυχανάλυση αντιτίθεται στην «ψυχολογία του Εγώ» και στην τάση της να δίνει προτεραιότητα στο Εγώ σε σχέση με τις ασυνείδητες διαδικασίες, καθώς επίσης και να εξισώνει το «εγώ» με τον «εαυτό». Για την ψυχανάλυση αυτά τα δύο αποτελούν διαφορετικά πράγματα: το Εγώ βασίζεται σε μια απατηλή εικόνα ολότητας και κυριαρχίας και η λειτουργία του είναι να διατηρεί αυτή την αυταπάτη συνοχής και κυριαρχίας. 
Με άλλα λόγια, η λειτουργία του είναι μια λειτουργία παραγνώρισης: άρνησης της παραδοχής της αλήθειας του κατακερματισμού και της αλλοτρίωσης.

Η σχέση του «εγώ» και του «εαυτού» είναι μια σχέση αντιπαλότητας, μια σχέση συγκρουσιακή. Από εδώ απορρέει και η επιθετικότητα του εγώ προς τον εαυτό. Αυτή η ίδια αντιπαλότητα εγκαθιδρύεται επίσης – κατά όμοιο τρόπο στην βάση του σχήματος «θέσης» «αντίθεσης» – και στις μελλοντικές σχέσεις ανάμεσα στο υποκείμενο και στους άλλους.
 
Έτσι: είμαστε εξαρτώμενοι από τον άλλο, ως εγγυητή της ίδιας μας της ύπαρξης, ενώ ταυτόχρονα είμαστε ο χειρότερος εχθρός, ο βασικός αντίπαλος αυτού του άλλου.