ΕΞΟΡΙΑ.
Αποφασίζοντας να απαρνηθεί την ερωτική κατάσταση, το υποκείμενο διαπιστώνει με θλίψη
ότι έχει εξοριστεί από το Φαντασιακό του.
«Φεύγω, κι αφήνω πίσω μου συντρίμμια».
Δεν είναι μόνο ότι φεύγεις από το αγαπημένο σου πρόσωπο αλλά ότι εξορίζεσαι από
την εικόνα του, ή κάτι χειρότερο: φιμώνεις
αυτή την παραληρηματική δύναμη που λέγεται Φαντασιακό. Αρχίζει τότε «ένα
είδος μακράς αυπνίας[1]». Αυτό
είναι το καταβλητέο τίμημα: θανατώνοντας την Εικόνα εξαγοράζω την ζωή μου[2].
(Το
ερωτικό πάθος είναι ένα παραλήρημα, αλλά το παραλήρημα δεν ξενίζει κανέναν:
όλος ό κόσμος μιλάει γι’ αυτό, έχει πια εξημερωθεί. Εκείνο πού είναι
αινιγματικό είναι η απώλεια του παραληρήματος: που επιστρέφεις, αλήθεια, όταν
χάνεται το παραλήρημα;)
Στο
πραγματικό πένθος, αυτό που μου δείχνει ότι το αγαπημένο αντικείμενο δεν υπάρχει
πια, είναι η «δοκιμασία της πραγματικότητας». Στο ερωτικό πένθος, το αντικείμενο
δεν είναι ούτε νεκρό ούτε απομακρυσμένο. Εγώ είμαι εκείνος που αποφασίζω πως η
εικόνα του πρέπει να πεθάνει (και μάλιστα αυτόν τον θάνατο μπορεί να φτάσω στο
σημείο να του τον κρύψω). Όσον καιρό, λοιπόν, κρατήσει αυτό το παράξενο πένθος,
θα πρέπει να υφίσταμαι δύο αντίθετα βάσανα: να υποφέρω γιατί ο άλλος είναι
παρών (συνεχίζοντας, παρά τη θέλησή του, να με πληγώνει)* να θλίβομαι γιατί
είναι νεκρός (τουλάχιστον με την μορφή που είχε όταν τον αγαπούσα). Έτσι με
πιάνει άγχος (παλιά συνήθεια) για ένα τηλεφώνημα που δεν έρχεται* ταυτόχρονα όμως
οφείλω να λέω στον εαυτό μου ότι, αυτή η σιγή, όπως και να ’ναι, δεν έχει
επιπτώσεις, εφόσον αποφάσισα να θάψω μέσα μου τούτη την έγνοια: στην ερωτική
εικόνα και μόνον προσιδίαζε να μου τηλεφωνεί* από την στιγμή που η εικόνα αυτή
έχει εκλείψει, το τηλέφωνο, είτε κουδουνίζει είτε όχι, ανακτά την ευτελή υπόστασή
του.
(Μήπως
άλλωστε το πιο ευαίσθητο σημείο αυτού του πένθους δεν είναι το ότι είμαι υποχρεωμένος
να χάσω μια γλώσσα - την ερωτική γλώσσα; Τέρμα πια τα «Σ’ αγαπώ».)
Το
πένθος της εικόνας, ενόσω δεν το πετυχαίνω, μου δημιουργεί άγχος* αλλά, μόλις το κατορθώσω μου φέρνει θλίψη. Αν η εξορία από το
Φαντασιακό είναι ο αναγκαστικός δρόμος για την «θεραπεία», πρέπει να συμφωνήσουμε
ότι η πρόοδος, το «να προοδεύει κανείς στην ζωή του», στην προκειμένη
περίπτωση, είναι θλιβερή. Αυτή η θλίψη δεν ισοδυναμεί με μελαγχολία - ή,
τουλάχιστον, είναι μια μελαγχολία ατελής (διόλου κλινική), γιατί δεν μέμφομαι τον
εαυτό μου για τίποτε και δεν νιώθω κατάπτωση. Η θλίψη μου εντάσσεται σ’ αυτό το
ασαφές περιθώριο της μελαγχολίας, όπου η απώλεια[3] του
αγαπημένου παραμένει αφηρημένη. Έλλειψη αναδιπλασιασμένη: δεν μπορώ ούτε καν
την δυστυχία μου να επενδύσω, πράγμα που έκανα τον καιρό που υπέφερα επειδή
ήμουν ερωτευμένος. Εκείνον τον καιρό ποθούσα, ονειρευόμουν, πάλευα* είχα μπροστά
μου ένα αγαθό που οι εναντιώσεις απλώς καθυστερούσαν την έλευσή του ή την
παρεμπόδιζαν. Τώρα, καμιά απήχηση* όλα είναι ήρεμα, κι αυτό είναι το χειρότερο.
Όσο κι αν δικαιολογείται από μια οικονομία - η εικόνα πεθαίνει για να ζήσω εγώ –
το ερωτικό πένθος αφήνει πάντα ένα κατάλοιπο: μια φράση επανέρχεται αδιάκοπα:
«Τί κρίμα!»
Απόδειξη
έρωτα: σου προσφέρω θυσία το Φαντασιακό μου - όπως άλλοτε αφιέρωναν μια τούφα
μαλλιά. Ίσως έτσι (τουλάχιστον, καθώς λένε) να φτάσω στο ύψος του «αληθινού
έρωτα». Αν υπάρχει κάποια ομοιότητα ανάμεσα στην ερωτική κρίση και την
ψυχαναλυτική θεραπεία, τότε μπορώ να πω ότι θάβω αυτόν που αγαπώ, όπως ο αναλυόμενος
θάβει τον ψυχαναλυτή του: αποσώνω την μετάθεσή μου - μ’ αυτό τον τρόπο,
φαίνεται, τερματίζονται η κρίση και η θεραπεία. Επισημαίνεται, εντούτοις, ότι η
θεωρία αυτή λησμονεί πως και ο ψυχαναλυτής οφείλει να θάψει τον αναλυόμενο
του (αν δεν το κάνει, η ψυχανάλυσή του κινδυνεύει να αποδειχτεί ατέρμονη)*
όμοια και το αγαπημένο πλάσμα - εφόσον του θυσιάζω ένα Φαντασιακό που, ωστόσο,
του έκανε την ψυχή κατράμι - το αγαπημένο πλάσμα οφείλει να περιέλθει στην
μελαγχολία της ίδιας του της έκπτωσης.
Πρέπει.
παράλληλα με το δικό μου πένθος, να προβλέψω και να αποδεχτώ την μελαγχολία του
άλλου, και υποφέρω για αυτό, γιατί τον αγαπώ ακόμα. Η πραγματική πράξη του
πένθους δεν είναι να υποφέρω για την απώλεια του αγαπημένου αντικειμένου* είναι
να διαπιστώνω, κάποιο πρωί, ότι πάνω στο δέρμα της σχέσης υπάρχει ένας ασήμαντος
λεκές, θρονιασμένος εκεί σαν σύμπτωμα ενός βέβαιου θανάτου: για πρώτη φορά
προξενώ κακό σ’ αυτόν που αγαπώ, χωρίς να το θέλω βέβαια, αλλά και χωρίς να «βγαίνω
από τα ρούχα μου».
Δοκιμάζω
να αποσπαστώ από το ερωτικό Φαντασιακό: αλλά το Φαντασιακό υποφώσκει, σαν την ανθρακιά
που δεν έσβησε τελείως* έπειτα, παίρνει φωτιά και πάλι* αυτό πού αρνήθηκα
ξαναβγαίνει στην επιφάνεια* μεσ’ από τον τάφο που δεν σφραγίστηκε καλά ξεσπά απότομα
μια μακρόσυρτη κραυγή.
(Ζήλιες,
άγχη, κατοχές, λόγοι, ορέξεις, σημεία, ο ερωτικός πόθος είχε ξαναπάρει φωτιά απ’
όλες τις μπάντες[4].
Ήταν σαν να ήθελα ν’ αγκαλιάσω για τελευταία φορά, φτάνοντας στην τρέλα,
κάποιον που επρόκειτο να πεθάνει - κάποιον πού μέσα του επρόκειτο να πεθάνω: επιχειρούσα
μιαν άρνηση χωρισμού[5].)
[1] ΟΥΓΚΟ:
«Ή εξορία είναι ένα είδος μακράς αυπνίας»
[2] ΦΡΟΥΝΤ:
«Το πένθος παρακινεί το Εγώ να αρνηθεί το αντικείμενο, παρουσιάζοντας το
αντικείμενο αυτό ως νεκρό και προσφέροντας στο Εγώ την επιβράβευση ότι
παραμένει ζωντανό»
[3] ΦΡΟΥΝΤ:
«Σέ ορισμένες περιπτώσεις μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η απώλεια δεν έχει τόσο
συγκεκριμένο χαρακτήρα. Το αντικείμενο, λόγου χάρη, δεν πεθαίνει πραγματικά αλλά
απλώς χάνεται ως ερωτικό αντικείμενο...»
[4] ΦΡΟΥΝΤ:
«Η εξέγερση αυτή είναι κάποτε τόσο έντονη ώστε το υποκείμενο μπορεί να φτάνει
στο σημείο να αποσπαστεί από την πραγματικότητα και να προσκολληθεί στο χαμένο αντικείμενο
μέσω μιας παραισθητικής ψυχώσεως της επιθυμίας».
[5] ΒΙΝΙΚΟΤ:
«Λίγο πριν βιώσει την απώλεια, το παιδί, χρησιμοποιώντας σε υπερβολικό βαθμό το
μεταβιβαστικό αντικείμενο, δηλώνει ότι αρνείται τον φόβο μήπως το αντικείμενο αυτό
χάσει την σημασία του», (Παιχνίδι και Πραγματικότητα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου