Η
διαλεκτική είναι ένας τρόπος φιλοσοφικής σκέψης που τονίζει την συνδεσιμότητα
των φαινομένων και την ενότητα των αντιθέτων. Παρουσιάζεται ως «θέση – αντίθεση
– σύνθεση». Στο σχήμα αυτό κάθε ιδέα γεννά και το αντίθετο της και η ενότητα των
δύο παράγει ένα νέο επίπεδο ανάλυσης.
Για
παράδειγμα, η ιδέα του υποκειμένου – του εαυτού – αποτελεί «θέση» και αποκτά
νόημα μόνο σε σχέση με ένα άλλο υποκείμενο – έναν άλλο – ο οποίος αποτελεί «αντίθεση».
Από την στιγμή που αρχίζουμε να κατανοούμε ότι ο «εαυτός» είναι περίπλοκα
συνδεδεμένος με έναν «άλλο» και δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν, παράγουμε
μια νέα έννοια: ένα συλλογικό υποκείμενο – το εμείς - το οποίο αποτελεί «σύνθεση».
Η στιγμή αυτή της σύνθεσης γίνεται τότε μια νέα «θέση» που γεννά την δική της «αντίθεση»
η οποία με την σειρά της οδηγεί σε μια νέα «σύνθεση» και ούτω καθεξής.
Κατά
την διάρκεια του σταδίου του καθρέφτη, το βρέφος, διαπιστώνει – μέσω της εικόνα
του – ότι το σώμα του έχει μια ολοκληρωμένη μορφή. Διαπιστώνει επίσης, ότι
μπορεί να ελέγξει τις κινήσεις αυτής της εικόνας μέσω των κινήσεων του ίδιου
του σώματος του και αντλεί ευχαρίστηση από αυτό. Αυτή η αίσθηση κυριαρχίας και
πληρότητας έρχεται σε αντίθεση με την βιωμένη μέχρι τότε εμπειρία του
κατακερματισμένου – κομματιασμένου σώματος τα μέλη του οποίου δεν είναι
ελέγξιμα από το ίδιο το βρέφος. Το κομματιασμένο σώμα αποτελεί «θέση». Το
εικονικό σώμα αποτελεί «αντίθεση». Η ταύτιση του βρέφους με την εικόνα αποτελεί
«σύνθεση».
Η
«θέση» - το κατακερματισμένο σώμα – είναι ο «εαυτός». Η «αντίθεση» - το
εικονικό σώμα – είναι το «εγώ». Η εικόνα (το «εγώ») κυριαρχεί μέσω της ταύτισης
και παράγει την «σύνθεση» - το «Εγώ». Αυτή
η ταύτιση είναι καίριας σημασίας καθώς χωρίς την προσδοκία κυριαρχίας που
εγκαθιδρύει δεν θα μπορούσε ποτέ το βρέφος να αντιληφθεί το σώμα του ως
ολοκληρωμένο. Την ίδια στιγμή όμως – και εδώ υπάρχει η «αντίθεση» - η εικόνα
είναι αλλοτριωτική, με την έννοια ότι συγχέεται με τον εαυτό του. Στην
πραγματικότητα η εικόνα έρχεται να κυριαρχήσει του εαυτού ο οποίος (εαυτός ως «θέση»)
μένει απωθημένος. Έτσι, η αίσθηση ενός «ενοποιημένου εαυτού» παράγεται μόνο ως «σύνθεση»
και αποκτάται με το τίμημα ο εαυτός να είναι κάποιος άλλος, δηλαδή η κατοπτρική
μας εικόνα.
Έτσι
το «Εγώ», για την ψυχανάλυση αναδύεται την στιγμή
της αλλοτρίωσης και του ενθουσιασμού μας για την εικόνα. Έχει όλες τις οργανωτικές
και συγκροτητικές ιδιότητες της εικόνας. Πρόκειται για μια εικονική –
φαντασιακή συγκρότηση και λειτουργία.
Αυτός
είναι και ο λόγος που η ψυχανάλυση αντιτίθεται στην «ψυχολογία του Εγώ» και
στην τάση της να δίνει προτεραιότητα στο Εγώ σε σχέση με τις ασυνείδητες
διαδικασίες, καθώς επίσης και να εξισώνει το «εγώ» με τον «εαυτό». Για την
ψυχανάλυση αυτά τα δύο αποτελούν διαφορετικά πράγματα: το Εγώ βασίζεται σε μια
απατηλή εικόνα ολότητας και κυριαρχίας και η λειτουργία του είναι να διατηρεί
αυτή την αυταπάτη συνοχής και κυριαρχίας.
Με άλλα λόγια, η λειτουργία του είναι
μια λειτουργία παραγνώρισης: άρνησης
της παραδοχής της αλήθειας του κατακερματισμού και της αλλοτρίωσης.
Η
σχέση του «εγώ» και του «εαυτού» είναι μια σχέση αντιπαλότητας, μια σχέση
συγκρουσιακή. Από εδώ απορρέει και η
επιθετικότητα του εγώ προς τον εαυτό. Αυτή η ίδια αντιπαλότητα
εγκαθιδρύεται επίσης – κατά όμοιο τρόπο στην βάση του σχήματος «θέσης» «αντίθεσης»
– και στις μελλοντικές σχέσεις ανάμεσα στο υποκείμενο και στους άλλους.
Έτσι: είμαστε εξαρτώμενοι
από τον άλλο, ως εγγυητή της ίδιας μας της ύπαρξης, ενώ ταυτόχρονα είμαστε ο χειρότερος
εχθρός, ο βασικός αντίπαλος αυτού του άλλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου