Έθεσα
στον εαυτό μου το ερώτημα της κλινικής των ψυχώσεων, σε όλη του την έκταση, και
σκέφτηκα ότι είναι διαφωτιστικό, για να ξεκινήσουμε από κάπου, να του
αντιπαραθέσουμε μια οικουμενική κλινική του παραληρήματος.
Αποκαλώ
οικουμενική κλινική του παραληρήματος αυτή που ξεκινάει από την θέση ότι οι λόγοι μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά
άμυνες απέναντι στο πραγματικό.
Για
να κατασκευάσουμε αυτήν την κλινική προοπτική, έχω την γνώμη ότι θα έπρεπε να
σταθούμε στο ύψος της δαιμόνιας ειρωνείας του σχιζοφρενή, αυτής με την οποία
κατασκευάζει ένα όπλο το οποίο στοχεύει στην ρίζα κάθε κοινωνικής σχέσης.
Η
οικουμενική κλινική του παραληρήματος δεν μπορεί να διατυπωθεί παρά μόνο από
την οπτική γωνία του σχιζοφρενούς.
Πως,
όμως, θα ορίσουμε εδώ τον σχιζοφρενή;
Προτείνω,
προς το παρόν, να τον ορίσουμε ως το υποκείμενο που έχει ως χαρακτηριστικό
γνώρισμα να μην εγγράφεται σε κανέναν λόγο, σε κανένα κοινωνικό δεσμό. Προσθέτω
ότι είναι το μόνο υποκείμενο που δεν αμύνεται απέναντι στο πραγματικό
χρησιμοποιώντας την γλώσσα, όπως κάνουμε όλοι μας όταν δεν είμαστε
σχιζοφρενείς. Δεν αμύνεται απέναντι στο πραγματικό μέσω του συμβολικού γιατί,
για αυτόν, το τελευταίο είναι πραγματικό.
Πρόκειται
για την ειρωνεία του σχιζοφρενή όχι για το χιούμορ του. Ξέρετε, ειρωνεία και
χιούμορ προκαλούν και τα δύο γέλιο, διακρίνονται όμως από δομική άποψη: το
χιούμορ αντιπροσωπεύει την κωμική άποψη του υπερεγώ. Ο νευρωτικός δεν στερείται
χιούμορ, ο διεστραμμένος είναι απόλυτα ικανός για αυτό, ομοίως και ο φιλόσοφος
του καθολικού γνώμονα.[1] Το
χιούμορ βρίσκεται στην προοπτική του Άλλου. Το χιουμοριστικό λεγόμενο
προφέρεται κατεξοχήν στον τόπο του Άλλου. Συλλαμβάνει το υποκείμενο στην
μιζέρια της αδυναμίας του. Η ειρωνεία, αντίθετα, δεν ανήκει στον Άλλο, ξεκινάει
από το υποκείμενο και κατευθύνεται εναντίον του Άλλου. Τι λέει η ειρωνεία; Λέει
ότι ο Άλλος δεν υπάρχει, ότι ο κοινωνικός δεσμός είναι απάτη, ότι δεν υπάρχει
κανένας λόγος (επιστημονικός, θρησκευτικός κ.λπ.) που να μην είναι «τάχα μου –
τάχα μου».
Ο
πραγματικός μαζοχιστής καταφέρνει αρκετές φορές – και αυτό είναι χαρακτηριστικό
της εν λόγω δομής – να σταθεί στο ύψος της ειρωνείας, όταν αποδεικνύει ότι ο Άλλος
του οποίου εμφανίζεται ως δούλος δεν είναι παρά η μαριονέττα της βούλησης του, της
δικής του, του μαζοχιστή. Με αυτόν τον τρόπο αναμφίβολα η ειρωνεία ταιριάζει
στον ψυχαναλυτή, όχι λιγότερο από ότι στον επαναστάτη. Ο Λένιν παρέχει δείγματα
ειρωνείας έστω και αν την μεταμφιέζει περιβάλλοντας την με λοιδορίες, κι έστω
και αν αυτή η ειρωνεία ωχριά όταν πρόκειται για την δική της υπόθεση[2].
Ειρωνεία
είναι η κωμική μορφή που παίρνει η γνώση ότι ο Άλλος δεν γνωρίζει, δηλαδή ότι ο
Άλλος της γνώσης δεν είναι τίποτα. Ενώ το χιούμορ ασκείται μέσα από την
προοπτική του «καθ’ υπόθεση υποκείμενου της γνώσης», η ειρωνεία δεν ασκείται – όπως
περίτρανα αποδεικνύει ο γνήσιος μαζοχιστής – παρά εκεί όπου η έκπτωση του εν
λόγω υποκειμένου έχει ολοκληρωθεί.
Με
αυτόν τον τρόπο η ψυχανάλυση αποκαθιστά την ειρωνεία στην νεύρωση. Θα ήταν
πράγματι θαυμάσιο να «θεραπεύαμε» την νεύρωση με την ειρωνεία. Εάν καταφέρναμε
κάτι τέτοιο δεν θα είχαμε καμία ανάγκη να την συντηρούμε μέσω της ψυχανάλυσης.
Αναμένοντας
λοιπόν, να «θεραπευτούμε» από την ψυχανάλυση, διατυπώνω την ευχή η δική μας κλινική
να ναι ειρωνική!
Η
επιλογή είναι μια αναγκαστική επιλογή: ή η κλινική μας θα είναι ειρωνική πράγμα
που σημαίνει ότι θα είναι θεμελιωμένη στην ανυπαρξία του Άλλου ως άμυνα
απέναντι στο πραγματικό, ή η κλινική μας δεν θα είναι παρά ένα αναμάσημα της ψυχιατρικής
κλινικής. Η τελευταία είναι αβίαστα χιουμοριστική. Εμπαίζει συχνά τον τρελό,
αυτόν τον δυστυχή τρελό που βρίσκεται εκτός λόγου. Αλλά αυτός ο εμπαιγμός δεν
μπορεί παρά να σημαίνει ότι οικοδομεί κανείς την δική του κλινική με βάση τους καθιερωμένους,
τους κατεστημένους λόγους. Αυτό συμπεριλαμβάνει και την ψυχαναλυτική κλινική
των ψυχώσεων, όταν αυτή περιορίζεται να κρίνει την ψύχωση με τα σταθμά του
κατεστημένου λόγου του ψυχαναλυτή – αυτό σημαίνει ότι την υπάγει στην νόρμα του
οιδιπόδειου.
Όταν
λέω «απέναντι στην κλινική των ψυχώσεων
να αντιπαραθέσουμε μια οικουμενική κλινική του παραληρήματος» εννοώ να
τοποθετήσουμε στην προμετωπίδα της κλινικής της ψύχωσης το εξής: όλος ο κόσμος
είναι τρελός, όλος ο κόσμος παραληρεί!
Αυτό
το «όλος ο κόσμος» δηλώνει την οικουμενικότητα του παραληρήματος. Από την άλλη,
πρόκειται για «παραλήρημα» αφού για αυτόν που μιλά, η γλώσσα δεν είναι τίποτε
άλλο παρά η άμυνα του απέναντι στο πραγματικό που αποτελεί την πραγματική ζωή!
Ο τρελός είναι το μόνο υποκείμενο που δεν χρησιμοποιεί το συμβολικό για να
αμυνθεί απέναντι στο πραγματικό. Είναι το μόνο πραγματικό υποκείμενο μέσα στην
πραγματική ζωή. Είναι τόσο ζωντανό όσο είναι τα ζώα της ζωώδους κατάστασης. Τα
ζώα δεν είναι τρελά. Τα ζώα ωστόσο, μπορούν να αυτοκτονήσουν, αρκεί η εξημέρωση
να καταστήσει υπαρκτή για αυτά την αιτία της επιθυμίας εντός του Άλλου. Αρκεί
δηλαδή, τα ζώα, μέσω της εξημέρωσης, να μεταβληθούν σε … ανθρώπους! Τότε ναι,
θα είναι τρελά!
Ας
απλοποιήσουμε λίγο. Το παραλήρημα είναι οικουμενικό εξαιτίας του γεγονότος ότι
οι άνθρωποι μιλούν και για αυτούς η γλώσσα υπάρχει. Όμως: Η ΛΕΞΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΝΟΣ
ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ. Αυτό θα πει ότι η γλώσσα, το συμβολικό, αποχωρίζεται το
πραγματικό, την πραγματική ζωή. Μόνο στην προοπτική της σχιζοφρένειας η λέξη
δεν είναι ο φόνος του πράγματος – αναφορικού, όπως θα έλεγαν και οι γλωσσολόγοι
μας. Με αυτήν την έννοια, εάν ο ψυχωτικός δεν πιστεύει στον Άλλο, είναι ωστόσο
βέβαιος για το Πράγμα, για το αναφορικό. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο τόπος
του Άλλου αποτελεί την χέρσα γη της απόλαυσης. Τέλος, η φράση «η λέξη είναι ο
φόνος του πράγματος» σημαίνει ότι η λέξη είναι θάνατος. Η ενόρμηση του θανάτου
είναι εγγενής σε όποιον μιλάει.
Να
λοιπόν, γιατί προτείνω την ειρωνική κλινική έναντι της κλινικής του χιούμορ αν
επιδιώκουμε την «θεραπεία» μέσω της ψυχανάλυσης.
[1] Ο Καντ
αναπτύσσει τον καθολικό γνώμονα στα «Θεμέλια της Μεταφυσικής των Ηθών». Έπειτα
με αφετηρία αυτόν τον γνώμονα, θεμελιώνει την ύπαρξη του ηθικού νόμου στην «Κριτική
του Πραγματικού Λόγου». Ο Λακάν επανέρχεται συχνά στο καθολικό αξίωμα στην διδασκαλία
του, και προτείνει μια νέα ανάγνωση, με βάση τον Φρόυντ, στο γραπτό του «Ο Καντ
με τον Σαντ».
[2] Στον
Λένιν μπορούμε να διαβάσουμε κυρίως το «Ένα Βήμα μπρος, Δύο βήματα πίσω» για να
διαπιστώσουμε του λόγου το αληθές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου