Ο σύγχρονος λόγος ενώ απεχθάνεται
την κατάθλιψη ωστόσο αρέσκεται να μιλά αρκετά για αυτή! Όντας ανίκανος να την
επεξεργαστεί σε μετουσιωμένες μορφές την προσεγγίζει πάντα ως έλλειμα. Ποτέ ως
αξία. Επίσης την κατατάσσει ως μειονέκτημα υγείας αλλά και ως σφάλμα: ένα
σφάλμα της σύγχρονης εποχής, βεβαίως, που δεν υπακούει στην σκοτεινή επιταγή
για αισιοδοξία του πολιτισμού μας, που δεν υπακούει στην εντολή «προχώρα», «αντιμετώπισε»
κτλ. Τα ίδια τα υποκείμενα την αντιλαμβάνονται ως παραίτηση και την αναφέρουν
συχνά ως εγκατάλειψη της μάχης. Ας θυμηθούμε την φράση «κάθομαι με σταυρωμένα
χέρια!»
Χάρη στην υστερία υπάρχει πάντα
μια ιδιαίτερη συναισθηματική ταύτιση με το υποκείμενο που δεν τα καταφέρνει
πια. Έναν χαρούμενο και δυναμικό άνθρωπο, η υστερία, τον θαυμάζει ή και τον
ζηλεύει, σπανίως όμως τρέφει πραγματική συμπάθεια για αυτόν. Αντίθετα υποκύπτει
ευκολότερα στην μεταδοτικότητα της θλίψης του συντετριμμένου ανθρώπου, και η
συμπόνια είναι πάντα έτοιμη για αφοσίωση και συμπαράσταση. Εντούτοις στον
σημερινό πολιτισμό μας, το «ψυχοπλάκωμα» δεν δημιουργεί κοινωνικότητα. Ο
πολιτισμός, λοιπόν, που θεωρεί ως αξία την ανταγωνιστικότητα και την κατάκτηση
είναι αδύνατον να αγαπήσει τους καταθλιπτικούς του ακόμα και ας είναι αυτός που
τους δημιουργεί και τους πολλαπλασιάζει ως ασθένεια του καπιταλιστικού λόγου.
Η συναισθηματική ταύτιση που
προανάφερα είναι και αυτή συχνά μετριασμένη διότι το υποκείμενο που δεν
παραδέχεται την κατάθλιψη του μας εκνευρίζει και τελικά μας απωθεί. Όχι επειδή εξωθεί
τις πλέον αφοσιωμένες προσπάθειες σε αποτυχία αλλά διότι προκαλεί κάτι άλλο:
πέραν από την αδυναμία των επιχειρημάτων και της πειθούς αποκαλύπτει εμμέσως
πλην σαφώς ένα «άνευ λόγου» που εμπεριέχει η προσήλωση μας στον κόσμο και
καταμαρτυρώντας πως το θεωρούμενο ως νόημα ζωής διέπεται από μια τυχαιότητα,
ζητάει από τον συνομιλητή να του αποκαλύψει το «ενδόμυχο σημείο πρόσδεσης με το
αίσθημα ζωής».
Όπως ανάφερα, η σύγχρονη εποχή βλέπει
στην κατάθλιψη μια ασθένεια και μια παραίτηση. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι και
η ψυχανάλυση συντάσσεται με αυτήν την αποδοκιμασία. Όμως καθίσταται αναγκαίο να
κατανοήσουμε εκείνο που διαχωρίζει το πόρισμα της ψυχανάλυσης από το πόρισμα
του κοινού λόγου.
Καταρχήν υπάρχει μεγάλη διαφορά
ανάμεσα στην θλίψη και στην κατάθλιψη. Όποιος λέει «έχω κατάθλιψη» εννοεί
βεβαίως ότι διακατέχεται από οδύνη και θλίψη αφού ένας «πρόσχαρος καταθλιπτικός»
θα αποτελούσε μάλλον ένα σχήμα οξύμωρο. Όμως το αντίθετο δεν ισχύει. Αφενός το
υποκείμενο που είναι λυπημένο δεν είναι πάντα καταθλιπτικό, αφετέρου το
καταθλιπτικό υποκείμενο μπορεί να τελεί εν πλήρη αδιαφορία αισθημάτων. Η θέση της ψυχανάλυσης στην προσέγγιση της θλίψης
είναι ότι το συγκεκριμένο συναίσθημα είναι η μοίρα όποιου παραιτείται από το
καθήκον του να βρει «άκρη με το ασυνείδητό του». Πρόκειται, λοιπόν, για ένα σφάλμα,
για μια αμαρτία που οφείλεται στην σκέψη. Όμως έτσι, αφού αποκλείεται κανείς να
βρει ολόκληρο τον εαυτό του με το ασυνείδητο, δημιουργείται θέση, απομένει
χώρος, για ό,τι, από την αμαρτία της θλίψης, παραμένει για τον καθένα, εκ
κατασκευής, μη αναγώγιμο. Αυτό, με άλλα λόγια, σημαίνει πως θεωρητικά η θλίψη
είναι αναπόφευκτη και – γιατί όχι – καθολικά πανανθρώπινη, αφού σχετίζεται με
την υπόσταση εκείνου που μιλά.
Η κατάθλιψη όμως, περιλαμβάνει
πολλά περισσότερα από την απλή αναφορά σε ένα συναίσθημα. Το υποκείμενο την
περιγράφει ως απώλεια ενδιαφέροντος ή ικανότητας, με εκφράσεις του τύπου «δεν
έχω πια δυνάμεις, κουράγιο, ενθουσιασμό κτλ.», ενώ άλλοτε του φαίνεται πως η
ζωή δεν έχει πια νόημα, δεν του κάνει πια κέφι, δεν έχει πια αξία. Είναι
χαρακτηριστική η περίπτωση του Χ. ο οποίος βγαίνοντας από μια κατάθλιψη που
δικαίως είχε χαρακτηρισθεί ως μελαγχολική, μου μετέφερε με θαυμαστή σαφήνεια: «Δεν
υπέφερα, αλλά δεν είχα πια τον έλεγχο του εαυτού μου» και επέμενε πως δεν θα
μπορούσε να αποδώσει λεκτικά την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει παρά με
την έκφραση «ήμουν χωρίς σούστες». Πράγματι, στην καθομιλουμένη η καταθλιπτική
κατάσταση ξεδιπλώνεται μέσα από εικόνες ενός σώματος σταματημένου,
ακινητοποιημένου, που «δεν προχωρά άλλο», που «δεν κάνει βήματα εμπρός», που «κάθεται
με σταυρωμένα χέρια».
Ανέκαθεν η ψυχανάλυση θεωρούσε
την αναστολή ως αποτέλεσμα του διχασμού του υποκειμένου και την απέδιδε είτε
στην παραλυτική άμυνα ενάντια στην επιστροφή του απωθημένου είτε στις τιμωρητικές
απαγορεύσεις του υπερεγώ. Την είχε αναγνωρίσει ξεκάθαρα ως φαινόμενο του
υποκειμένου και την συνέδεε ρητώς με την κατάθλιψη. Πράγματι, η καταθλιπτική
θλίψη δεν είναι το άγχος, που είναι το τυπικό συναίσθημα της σχέσης με ένα
αναφομοίωτο πραγματικό, αλλά αντίθετα είναι, θα έλεγα, ένα «ψευδαίσθημα» το
οποίο, ως τέτοιο, παραπλανά ως προς το αίτιο. Επιπλέον δεν είναι ούτε σύμπτωμα –
διότι δεν έχει ούτε την δομή ούτε την συνεκτικότητα ενός συμπτώματος – αλλά είναι
μάλλον μια κατάσταση του υποκειμένου η οποία υπόκειται σε διακυμάνσεις και
είναι συμβατή με τις διάφορες κλινικές δομές.
Στην ερώτηση «τι είναι λοιπόν
εκείνο που προκαλεί την κατάθλιψη; Μήπως είναι το αφόρητο, το αβάσταχτο του
ευνουχισμού, η δυσκολία της αποδοχής του;» η απάντηση θα είναι αρνητική. Ο
ευνουχισμός – εφόσον ονομάσουμε με αυτό το όνομα την απώλεια του πράγματος που
προκαλείται εξαιτίας της εισαγωγής του υποκειμένου στην γλώσσα – εμπλέκεται βεβαίως
στο συναίσθημα της κατάθλιψης, αλλά ενώ αποτελεί προϋπόθεση αυτού του
συναισθήματος απέχει από το να είναι το αίτιο του. Μπορούμε μάλιστα να πούμε
ότι, αντίθετα, το αίτιο της επιθυμίας οφείλει την λειτουργία του στην
δραστικότητα του ευνουχισμού.
Η κατάθλιψη δεν προέρχεται άμεσα από
τον ευνουχισμό, το μοναδικό μας πανανθρώπινο στοιχείο, αλλά από τις μοναδικές
λύσεις που δίνονται για αυτόν από κάθε υποκείμενο οι οποίες εξαρτώνται μεν από τις
συγκυρίες, εμπεριέχουν όμως, πάντοτε, την ηθική διάσταση. Υπό την έννοια αυτή,
η έκφραση η οποία χαρακτηρίζει το υποκείμενο ως «δομικά καταθλιπτικό» στερείται
ακρίβειας. Είναι πιο σωστή η φράση «δομικά καταθλιπτό», αφού η κατάθλιψη μπορεί
πάντα να αναδυθεί ακολουθώντας τις μεταμορφώσεις του σημείου πρόσδεσης με το
αντικείμενο υπεραπόλαυσης. Να θυμίσω εδώ ότι το αντικείμενο υπεραπόλαυσης είναι
εκείνο που μας κάνει και ερωτευόμαστε, εκείνο που αποβλέπει στην ολοκληρωτική
ικανοποίηση, και που ασυνείδητα το τοποθετούμε σε οτιδήποτε (οποιονδήποτε ή
οποιαδήποτε) τείνουμε να αγαπήσουμε στοχεύοντας στην πλήρη ικανοποίηση της ενόρμησης.
Από την υστερία ως την εμμονή,
από την κατακτητική επιθυμία ως την ακυρωμένη επιθυμία του μελαγχολικού, από
την προβληματική και αμφίβολη επιθυμία της νεύρωσης, βλέπουμε να διατάσσονται
κατά σειρά, ο έρωτας του αντικειμένου, το μίσος προς εαυτόν και η ναρκισσιστική
επένδυση του εαυτού. Επιβάλλεται προφανώς η διάρθρωση της επιθυμίας με την
απόλαυση από την στιγμή που η επιθυμία είναι από μόνη της μια άμυνα, όταν
εκείνη φθίνει, αυξάνεται η απόλαυση. Σωστά λοιπόν, λέγεται ότι η καταθλιπτική
κατάσταση είναι ένας τρόπος απόλαυσης. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως, για να
ισχύει μια τέτοια διατύπωση, είναι να καταφέρουμε να δώσουμε, κατά περίπτωση, τις
εξατομικευμένες συντεταγμένες της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου