«Tι απαίσιο πράγμα
αυτές η νέες φιλοσοφικές ιδέες της σκληρότητος, του σωστού της υπερισχύσεως του
δυνατού, του τάχα εξυγιαντικού έργου της πάλης της εξαλείφουσας τους μικρούς
και ασθενικούς κτλ. κτλ. Aφού πρέπει να ζήσουμε εν κοινωνία, αφού ο πολιτισμός
απορρέει από αυτό, αφού δι’ αυτού του μέσου κατορθώσαμε και αντισταθήκαμε στες
δυσχερέστατες βιωτικές περιστάσεις που περιστοίχισαν τα πρώτα την ανθρωπότητα,
― τι θα πουν αυτά τα τρελλά της σκληρότητος, της υπερισχύσεως κτλ. Aν στ’
αλήθεια τα πραγματοποιούσαμε, θα βλέπαμε ότι μας φέρουν στην εκμηδένισι. Eνας
δυνατός θα καταστρέψει εμμέσως ή αμέσως, δέκα αδυνάτους εδώ· ένας άλλος 10
αδυνάτους εκεί, και ούτω καθεξής. Δεν θα μείνουν παρά δυνατοί. Eξ αυτών θα
είναι μερικοί λιγότερο δυνατοί. Aυτοί ―σαν ξεχασθούν ή εκλείψουν οι αδύνατοι οι
πριν― θα είναι οι αδύνατοι· πρέπει να καταστραφούν κι αυτοί 10, 10· ή 5, 5 ή 2,
2.; Ως που να μείνει μονάχος του ο δυνατότατος, ή οι ολίγοι ισοδύναμοι. Aλλά
πώς θα ζήσουν, έτσι; Όχι η σκληρότης· αλλά η Eπιείκια, η Λύπη, η Παραχώρησις, η
Kαλοσύνη (αυτά, βέβαια, συνετώς, χωρίς υπερβολές) είναι και η Δύναμις και η
σοφία».
Καβάφης 10.9.’10
‘Ένας αιώνας ψυχαναλυτικής
θεωρίας και πράξης δεν στάθηκε ικανός να άρει την πιο θεμελιώδη παρανόηση που
συνοδεύει την φροϋδική σκέψη μέχρι τις μέρες μας. Μια παρανόηση που συνίσταται
στην παραγνώριση της κοινωνικο – πολιτικής διάστασης του φροϋδικού εγχειρήματος
και η οποία έχει ως αποτέλεσμα την περιχαράκωση της ψυχανάλυσης από τις
υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες και άρα την αναπόφευκτη υπαγωγή της στον
ψυχολογισμό.
Σαράντα και πλέον χρόνια μετά το
αλτουσεριανό μάθημα «Η θέση της
ψυχανάλυσης στις κοινωνικές επιστήμες»[1], η
αντίσταση απέναντι σε μια τέτοια συνάρθρωση παραμένει κυρίαρχη και κατέχει θέση
επιστημολογικού συμπτώματος, όχι μονάχα των κοινωνικών επιστημών αλλά και των
ίδιων των ψυχαναλυτών. Ευθύνη, κατά τον λακανικό τουλάχιστον ορισμό της, του
ίδιου πάντα του αναλυτή, η αντίσταση αυτή θέτει το ζήτημα της διαχείρισης της
μέσα από μια διαλεχτική διαδικασία.
Η υπόθεση της ψυχαναλυτικής
ανθρωπολογίας μπορεί να θεωρηθεί ως το παράδειγμα μιας πετυχημένης
μεταβιβαστικής σχέσης ανάμεσα στην ψυχανάλυση και στις κοινωνικές επιστήμες.
Ειδικά, στον βαθμό που μπορεί να αφομοιώσει τις επιμέρους εκφρασμένες θέσεις
αλλά και αντιθέσεις (των μεν να ξαπλώσουν την κοινωνία στο ντιβάνι και των δε
να εξάγουν την γνώση τους επιχειρώντας ένα πέρασμα από την κλινική της
περίπτωσης στην πιο ευρεία και, βεβαίως πιο απαιτητική, κλινική του κοινωνικού)
σε μια διεπιστημονική σύνθεση. Ξεκινώντας από την φροϋδική επιθυμία μιας
ψυχαναλυτικής μελέτης του κοινωνικού και αξιοποιώντας την διδασκαλία του
μεγάλου Άλλου καθώς και των τεσσάρων λόγων οι οποίοι συγκροτούν τις κοινωνικές
σχέσεις, η παραπάνω προσέγγιση επιτρέπει τόσο την μελέτη κοινωνικών φαινομένων
που δύσκολα εξηγούνται από την ορθολογική ερμηνεία του κοινωνικού (π.χ.
εθνικισμός, ιδεολογία) όσο και μια διαφορετική προσέγγιση του παθολογικού
στοιχείου, ως κοινωνικά παραγόμενου και προσδιοριζόμενου. Το τελευταίο θα
οδηγήσει έτσι στην απόρριψη του επικίνδυνου
επιστημονικού μύθου του ψυχικά ασθενούς, έτσι όπως τον συντηρούν οι
βιολογικές και συμπεριφοριστικές θεωρίες της σύγχρονης ψυχολογίας και
ψυχιατρικής.
Τόσο η μελέτη του κοινωνικού όσο
και η ανάλυση του υποκειμενικού η οποία δεν απομονώνει το υποκείμενο από το περιβάλλον
που το γέννησε, μπορούν να λάβουν χώρα βασιζόμενες στον συνδυασμό δύο αξόνων:
αφενός της φροϋδικής διερεύνησης της δυσφορίας στον πολιτισμό (άξονας 1ος)
σε συνδυασμό με την λακανική ανάγνωση του ασυνειδήτου ως λόγο του Άλλου καθώς
και του συμπτώματος ως μηνύματος προς τον Άλλο (άξονας 2ος).
Είναι προφανές ότι στα πλαίσια
μιας τέτοιας προσέγγισης ο ρόλος της ψυχανάλυσης δεν νοείται απλά και μόνο ως
θεραπευτικός. Στόχος της τελευταίας δεν
είναι η ομαλή επανένταξη του υποκειμένου στην κοινωνία. Στόχος της είναι η
κατάδειξη και η καταγγελία της σύνθετης σχέσης που υφίσταται ανάμεσα στην
υποκειμενική παθολογία και την κοινωνική παθογένεια. Αντίθετα από
οποιαδήποτε κοινωνικο – ορθοπεδική λογική, η προσέγγιση της ψυχαναλυτικής
ανθρωπολογίας ανανεώνει την φροϋδική καταγγελία του πολιτισμού ως πηγής
νευρωτικής δυστυχίας και προβληματοποιεί αυτό το ίδιο το κοινωνικό.
Η δυσπιστία απέναντι της, όπως
άλλωστε και απέναντι σε κάθε είδους παρόμοια επαγωγική κίνηση της ψυχαναλυτικής
γνώσης, φαντάζει αβάσιμη για δύο τουλάχιστον λόγους: Πρώτον, διότι είναι πρώτος
ο Φρόυντ που υπογραμμίζει την πανταχού παρουσία του άλλου στην ψυχική ζωή του
μεμονωμένου ανθρώπου, ανοίγοντας, με αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά το πεδίο της
ψυχαναλυτικής έρευνας των κοινωνικών φαινομένων[2]. Δεύτερον,
διότι και η λακανική προσέγγιση, τόσο στην κοινωνιολογική (Ντυρκάιμ), όσο και
στην ανθρωπολογική της εκδοχή (Λεβί – Στρως), είναι εκείνη που καθιστά ακόμη
πιο ξεκάθαρη την σύνδεση του υποκειμένου με το κοινωνικό σύνολο, που
υπογραμμίζει, με άλλα λόγια, την συνάρθρωση του ατομικού με το κοινωνικό.
Είτε πρόκειται για την
πρώιμη θεωρία του κοινωνικο – ιστορικού καθορισμού της υποκειμενικότητας, είτε
για την ύστερη θεωρία του μεγάλου Άλλου και του συμβολικού, ο λακανικός λόγος
καταφέρει ένα βαρύ πλήγμα στη εν κενώ θεραπεία του υποκειμένου, ενώ παράλληλα
μας επιτρέπει την ριζική επανεξέταση του κοινωνικού με βάση την περίφημη τριάδα
του πραγματικού, του φαντασιακού και του συμβολικού.
[1]
Πρόκειται για ένα μάθημα που δόθηκε το 1963 στο πλαίσιο του ετήσιου σεμιναρίου
του Αλτουσέρ στην Ecole Normale Superieure,
αφιερωμένο εκείνη την χρονιά στον Λακάν.
[2] «Δεδομένου ότι στο πλαίσιο της ατομικής ζωής
ο άλλος αναλαμβάνει πάντοτε τον ρόλο του προτύπου, του αντικειμένου, του βοηθού
ή του αντιπάλου, η ατομική ψυχολογία εμφανίζεται ευθύς εξαρχής ως ούσα
ταυτόχρονα και κοινωνική ψυχολογία». S. Freud, «Psychologie collective et analyse du moi», Παρίσι 1979, σελ. 83. Έκδοση 1η.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου