Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Από την μια: έκπληξη, θαυμασμός. Από την άλλη: αίνιγμα, άγχος.

Έκπληξη είναι το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συμβαίνει κάτι ξαφνικό και τελείως αναπάντεχο. Για παράδειγμα «ένιωσα μεγάλη έκπληξη όταν τον είδα ξαφνικά μπροστά μου μετά από τόσα χρόνια».
     
Από την άλλη είναι η ενέργεια που κάνουμε περιμένοντας ότι θα προκαλέσουμε σε κάποιον αυτό το συναίσθημα, πχ ένα απρόσμενο δώρο. Λέμε «του φυλάω μια έκπληξη για τα γενέθλιά του».

Στην αναλυτική διαδικασία η έκπληξη βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη: από την πλευρά του, ο αναλυτής, εύχεται την έκπληξη. Ελπίζει σε αυτήν. Γνωρίζει ότι δεν γίνεται να προβλέψει το θέμα που θα θέσει προς συζήτηση ο αναλυόμενος. Η όποια προετοιμασία του αποβλέπει στο να καταστήσει έτοιμο τον εαυτό του για την έκπληξη. Όμως έγραψα «εύχεται, ελπίζει». Μήπως τελικά είναι αυτονόητο ότι στην πρακτική του ο αναλυτής επιθυμεί να μείνει έκπληκτος; Όχι, δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Ας μην ξεχνάμε ότι ο αναλυτής αναλώνεται σε πολλές προσπάθειες ώστε να γίνει έμπειρος. Επιμένει πολύ σε αυτήν την προσπάθεια. Τι είναι άραγε ένα έμπειρο πρόσωπο; Αν μη τι άλλο κάποιος που εκπλήσσεται λιγότερο από τους άλλους από φαινόμενα που παράγονται σε ένα συγκεκριμένο πεδίο.

Από την άλλη, ο αναλυτής δεν οφείλει να είναι μόνο στη θέση αυτού που εκπλήσσεται αλλά επίσης και στην θέση αυτού που προκαλεί την έκπληξη. Στην ερμηνεία, πραγματικά, ο αναλυόμενος περιμένει από τον αναλυτή να ναι αυτός που προκαλεί έκπληξη. Ίσως, στο σημείο αυτό είναι η στιγμή να δείξω μια μικρή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον θαυμασμό και στην έκπληξη.

Ο θαυμασμός είναι μια κατάσταση του πνεύματος. Νιώθουμε θαυμασμό μπροστά στον κόσμο όπως είναι. Ηθελημένα νιώθουμε θαυμασμό για μια αρετή του φιλόσοφου ή του ποιητή. Λέμε «είναι θαυμάσιο, τα πάντα του προκαλούν θαυμασμό, όπως σε ένα παιδί». Ο θαυμασμός είναι μια κατάσταση που διαρκεί ή που επιδέχεται διάρκεια. Νιώθουμε θαυμασμό μπροστά στα φυσικά φαινόμενα παρόλο που αυτά επαναλαμβάνονται. Η έκπληξη, απεναντίας, έχει κάτι τι το ασυνεχές, το εκρηκτικό. Δεν βολευόμαστε στην έκπληξη όπως μπορούμε να βολευτούμε με τον θαυμασμό. Μια έκπληξη που διαρκεί δεν είναι πλέον έκπληξη, και, ως επί το πλείστον, αποδεικνύεται, εκ των υστέρων, άσχημη έκπληξη. Ίσως για αυτό δεν πρέπει να ζητάμε την έκπληξη. Είναι καλοδεχούμενη όταν έρχεται από μόνη της. Χωρίς εκβιασμούς. Ίσως για αυτό δεν πρέπει να εκβιάζουμε τα πράγματα!  

Θα αφιερώσω τώρα λίγο χρόνο για να αντιπαραβάλλω την έκπληξη στο αίνιγμα.

Υπάρχει η αιτιώδης άρθρωση ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο. Το σημαινόμενο εμφανίζεται ως συνάρτηση του σημαίνοντος. Η συναρμογή των σημαινόντων μεταξύ τους, ανάλογα με το αν γίνεται με βάση την υποκατάσταση – λέμε «στην σχέση του είναι σκύλος», είναι φανερό ότι το σημαίνον «σκύλος» υποκαθιστά το «πιστός» - ή με βάση την συνάφεια – λέμε «ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε» και εννοούμε τον πρόεδρο των ΗΠΑ – δημιουργεί ένα αποτέλεσμα νοήματος είτε μεταφορικού τύπου (1η περίπτωση) οπότε έχουμε ανάδυση νοήματος είτε μετωνυμικού τύπου (2η περίπτωση) οπότε έχουμε συγκράτηση και φυγή.

Το αίνιγμα θέτει υπό αίρεση την σχέση σημαίνοντος σημαινομένου. Συνιστά μια ρωγμή στην άρθρωση αυτών των δύο. Δεν κατορθώνουμε να μεταβούμε από το σημαίνον στο σημαινόμενο. Ως προς αυτό, το αίνιγμα αποτελεί τον τρίτο όρο σε σχέση με το ζεύγος της μεταφοράς και της μετωνυμίας, θέτει σε δοκιμασία την σχέση του σημαίνοντος και του σημαινομένου, συνιστά μάλιστα το προφανές της μη – σχέσης τους.   
Τι είναι αίνιγμα; Κάτι αναγνωρίζεται ως ένα σημαίνον, δηλαδή ως κάτι «που θέλει να πει κάτι». Αυτό είναι προφανές! Μονάχα το τι ακριβώς αυτό σημαίνει δεν μπορεί να διατυπωθεί. Παραμένει κρυμμένο. Λείπει. Το αίνιγμα μας υποχρεώνει να διχοτομήσουμε τον σημασιακό χώρο.

Το αίνιγμα, επίσης, μας υποχρεώνει να διακρίνουμε την χρονική του άρθρωση. Σε έναν πρώτο χρόνο αναγνωρίζουμε ότι εδώ υπάρχει ένα σημαίνον, ότι αυτό σημαίνει κάτι. Σε έναν δεύτερο χρόνο καλούμαστε να διατυπώσουμε τι αυτό σημαίνει, και, όταν δεν μπορούμε να το κάνουμε, εμφανίζεται το αίνιγμα.

Με αυτήν την έννοια το αίνιγμα αποτελεί την βάση της διάκρισης μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου. Στην περίπτωση του η θέση της σημασίας είναι κενή. Εντούτοις, αυτό το κενό δεν είναι απόλυτο, πρόκειται για «κάτι που λείπει από την θέση του», ένα κενό που παράγεται στην θέση όπου αναμένονταν η σημασία. Άρα, απομένει κάποιο πράγμα, η σημασία που αντιστοιχεί στην αναγνώριση του σημαίνοντος ως τέτοιου. Αυτό θέλουμε να πούμε λέγοντας «σημαίνει κάτι αλλά δεν ξέρω τι». Ήμαστε βέβαιοι ότι εδώ ΥΠΑΡΧΕΙ μια σημασία που όμως λείπει, απουσιάζει.

Από που όμως προκύπτει αυτή η βεβαιότητα;

Το σημαίνον, στο βαθμό που δεν το έχουμε αποκωδικοποιήσει, αποκρυπτογραφήσει, το διαφυλάσσουμε. Μένει εντός μας αυτούσιο. Όπως ακριβώς αρθρώθηκε. Ακίνητο. Μόλις αποκρυπτογραφηθεί, αν αυτό μπορεί να γίνει, αρχίζουν οι λεπτολογίες πάνω στην σημασία. Έτσι επέρχεται το τέλος της βεβαιότητας. Την θέση της τώρα παίρνει η αμφιβολία. Βεβαιότητα σημαίνει σιγουριά, ακινησία. Σταμάτημα της αλυσίδας του λέγειν. Το κενό της σημασίας «δημιουργεί» αυτήν την βεβαιότητα.

Το αποτέλεσμα της βεβαιότητας είναι σε μια θέση πλήρως ομόλογη, συναφής, με αυτή του συναισθήματος που προκαλεί την ανάδυση του αινιγματικού σημαίνοντος της επιθυμίας του Άλλου, δηλαδή με το συναίσθημα του άγχους. Ακριβώς όπως με το αίνιγμα έτσι και με το άγχος, πρόκειται για το συναίσθημα που διαμορφώνεται όταν η σημασία του σημαίνοντος που έχουμε μπροστά μας απουσιάζει. Στην θέση της βρίσκεται το κενό. Για αυτό το άγχος είναι βέβαιο.

Από την άλλη, το άγχος δεν εξαπατά. Αυτό συμβαίνει διότι δεν λέει πιο είναι το αντικείμενο. Σχετίζεται με την έλλειψη στον Άλλο (την επιθυμία) αλλά δεν λέει ποια είναι αυτή, δεν εκφέρει έναν λόγο, δεν διδάσκει.

Το άγχος, λοιπόν, όπως και το αίνιγμα είναι βεβαιότητα στον βαθμό που ξεφεύγει από τα γλιστρήματα, από τις διολισθήσεις, από τις προσεγγίσεις και τις εικόνες, από τα παραπλανητικά παιχνίδια του λόγου και της ρητορικής του.

Η ρητορική μας επιτρέπει να κάνουμε πονηριές. Εκμεταλλευτείτε το, μέχρι να σας ανακαλέσει στην τάξη το άγχος, στο βαθμό που είναι το συναίσθημα που αντιστοιχεί στο αινιγματικό σημαίνον της επιθυμίας του Άλλου. Δεν εξαπατά. Τι όμως μας εξαπατά; Τα άλλα συναισθήματα που είναι πάντοτε μετατοπισμένα. Αλλά αυτό που συνήθως εξαπατά είναι η σχέση σημαίνοντος με το σημαινόμενο. Μόλις υπάρξει μια σχέση ανάμεσα στα δύο τότε εξαπατώμεθα σε κάθε περίπτωση. Αυτή η σχέση είναι εξαπατητική, σοφιστική.
 
Τούτο με οδηγεί στο να προνομιοποιήσω το αίνιγμα σε σχέση με τον ψυχωτικό και να αφήσω την έκπληξη στον νευρωτικό! Αλλά αυτό είναι, όπως λέμε, «άλλου παππά Ευαγγέλιο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου