Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Ποιο μήνυμα εστάλη την Κυριακή και πιο μήνυμα υποδέχθηκαν

ΘΕΜΑ 1ο : «…Μετά τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών θα ζητήσω από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την άμεση προκήρυξη εθνικών εκλογών για να αποφασίσει ο λαός αν θέλει να συνεχίσουμε το σχέδιο για τη στήριξη των πολλών ή αν θέλει να επιστρέψουμε στα σκοτάδια της λιτότητας. Απευθυνόμαστε στο μοναδικό μας στήριγμα με ειλικρίνεια», είπε ο Πρωθυπουργός στο διάγγελμα του προς τον ελληνικό λαό, μεταξύ άλλων, το βράδυ της Κυριακής 26 Μαίου.
Έτσι, η ημερομηνία εθνικών εκλογών επρόκειτο να είναι η Κυριακή 30 Ιουνίου!

ΘΕΜΑ 2ο : Την Δευτέρα, 27 Μάη, στην ομιλία του στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε πως «το κόμμα έλαβε το μήνυμα της κάλπης». Απόδειξη ότι η κυβέρνηση έλαβε αυτό το μήνυμα, όπως είπε ο πρωθυπουργός, είναι το γεγονός ότι ανακοινώθηκε η απόφαση για πρόωρες κάλπες!

ΘΕΜΑ 3ο : Στις 28 του Μάη μαθαίνουμε: Την απόφαση του πρωθυπουργού να γίνουν οι εκλογές στις αρχές Ιουλίου γνωστοποίησε σήμερα σε συνέντευξή του ο Δημήτρης Τζανακόπουλος. Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό «Alpha», ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε χαρακτηριστικά ότι «η απόφαση του πρωθυπουργού είναι πράγματι, οι εκλογές να γίνουν στις 7 Ιουλίου για να μην διαταραχθεί η διαδικασία των (σχολικών) εξετάσεων». Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος ανέφερε μάλιστα ότι Αλέξης Τσίπρας θα μεταβεί στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο στις 10 Ιουνίου και όχι την Δευτέρα μετά την «δεύτερη» Κυριακή των  αυτοδιοικητικών εκλογών!

Τα παραπάνω θέματα παρατίθενται με χρονολογική σειρά, δηλαδή με την σειρά που έλαβαν χώρα. Ωστόσο παρμένα από κοινού αποτελούν ενδείξεις – συμπτώματα, από την ψυχαναλυτική άποψη, μιας διαταραχής που οφείλεται στον πλεονάζοντα ναρκισσισμό του κυβερνητικού επιτελείου. Έχω κάνει ιδιαίτερη μνεία σε παλιότερη ανάρτηση μου στο θέμα[1].

Αλλά ας εξηγηθώ καλύτερα εξειδικεύοντας το στο σήμερα:

Καταρχήν, για όλο τον ελληνικό λαό οι εκλογές της Κυριακής 26 Μάη ήταν Ευρωεκλογές. Δεν ήταν Εθνικές εκλογές. Βεβαίως, αυτό δεν ίσχυε – όπως φαίνεται – για το κυβερνητικό επιτελείο. Αντίθετα, για το κυβερνητικό επιτελείο ήταν εκλογές «ψήφου εμπιστοσύνης για την κυβέρνηση»! Επομένως, στην φαντασίωση του εν λόγω επιτελείου αυτές οι εκλογές είχαν θέση Εθνικών εκλογών. Εξ αυτού συνάγεται ότι οι Ευρωεκλογές – η φαντασίωση δηλαδή των πολιτών – σε σχέση με την φαντασίωση του κυβερνητικού επιτελείου είχαν θέση Πραγματικού! Ποια διαφορά κάνει αυτή η τοποθέτηση του γεγονότος των εκλογών για τα δύο συλλογικά υποκείμενα, αφενός για το υποκείμενο που ονομάζεται «Έλληνες πολίτες» από την μια και το υποκείμενο που ονομάζεται «κυβερνητικό επιτελείο» από την άλλη;

Η διαφορά συνοψίζεται στο μήνυμα που το ένα υποκείμενο στέλνει και στο μήνυμα που το άλλο υποκείμενο υποδέχεται. Το υποκείμενο «Έλληνες πολίτες» στέλνουν συνοπτικά το εξής: «Αγαπητό κυβερνητικό επιτελείο δεν είμαστε ευχαριστημένοι μαζί σου. Έχεις απομακρυνθεί από τις ψυχές μας. Έχεις υποκύψει στις ιδιότητες της εξουσίας και έχεις πάψει να μας αντιπροσωπεύεις. Δεν μας έχει συμπεριφερθεί καλά. Δεν μας νιώθεις. Δεν μας έχεις εξηγήσει – ως αποτέλεσμα της απομάκρυνσης σου από εμάς – τα έργα και τις ημέρες σου. Ζεις «στο κόσμο σου» και όχι στον δικό μας. Χρησιμοποιώ τις Ευρωεκλογές για να σου διαμηνύσω όλο τούτο. Χρησιμοποιώ τις Ευρωεκλογές για να σου φωνάξω «συνετίσου, άκουσε μας». Στο φωνάζω τώρα – τέσσερις μήνες πριν από τις Εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου για σου δώσω την ευκαιρία να «διορθώσεις» όλα τούτα. Να αλλάξεις ρότα. Έχεις αυτούς τους τέσσερις μήνες χρονική προθεσμία για να μου δείξεις ότι θα συνετιστείς».

Το υποκείμενο «κυβερνητικό επιτελείο» υποδέχεται με βάση την δική του φαντασίωση το εξής μήνυμα: «Έλληνες πολίτες, καταλάβαμε ότι δεν μας θέλετε. Δεν αποτελούμε εμείς το αντικείμενο της επιθυμίας σας. Γουστάρετε τους αντιπάλους μας. Για μας αυτό αποτελεί κάτι που δεν μπορούμε να το ανεχθούμε. Έχουμε την πεποίθηση να φεύγουμε πρώτοι από εκεί που δεν μας θέλουν. Άλλωστε τα καλύτερα αξίζουν σε εκείνους που πέρασαν με αξιοπρέπεια τα χειρότερα. Σε εκείνους που κάνουν σημαία το ήθος τους και βαδίζουν αγέρωχοι και ευθυτενείς στα δύσκολα αυτού του κόσμου. Σε εκείνους που αποχωρούν αθόρυβα παίρνοντας την αξιοπρέπεια τους, και κλείνουν πίσω τους απαλά την πόρτα. Αυτούς που τις ώρες της φυγής, επιλέγουν τις σιωπές της ψυχής τους. Αντιστέκονται μπροστά στους σπαραγμούς της καρδιάς τους και  διαλέγουν τον εκκωφαντικό θόρυβο της σιγής τους. Αψηφούν τις κραυγές των συναισθημάτων τους και επιλέγουν την περήφανη απομάκρυνση από τις ψυχοφθόρες διενέξεις. Την ποιότητα του χαρακτήρα τους, από τον ποταπό εξευτελισμό και τις άσκοπες λογομαχίες και ρήξεις. Για αυτό προκηρύσσουμε Εθνικές εκλογές αρχές Ιούνη, όσο πιο γρήγορα γίνεται».

Πιστεύω ότι είναι φανερή η διαφορά των δύο μηνυμάτων. Αυτή η διαφορά προκύπτει από την διαφορετική φαντασίωση των δύο υποκειμένων.

Είναι φανερό ότι το «κυβερνητικό επιτελείο» λειτούργησε με το θυμικό του όταν έσπευσε να αναγγείλει Εθνικές εκλογές το βράδυ της Κυριακής πριν ακόμα να έχει ολοκληρωμένη εικόνα των αποτελεσμάτων. Απέδειξε, ακόμα και από αυτήν την εξαγγελία, το πόσο ορθό ήταν αυτό που έλεγε το υποκείμενο «Έλληνες πολίτες» όταν ισχυρίζεται ότι «ζείτε στον κόσμο σας» μια που δεν είχε – δεν μπόρεσε να δει – το «κυβερνητικό επιτελείο» ότι την Κυριακή στις 30 Ιουνίου διεξάγονται πανελλήνιες εξετάσεις με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις χιλιάδες ελληνικές οικογένειες. Αυτό το τελευταίο το συνειδητοποίησε δύο μέρες αργότερα!

Εξηγείται έτσι και η αντίφαση που περιέχεται στο ΘΕΜΑ 2ο: Από την μια «πήραμε το μήνυμα» από την άλλη «ανακοινώνουμε την απόφαση για πρόωρες κάλπες».
Που οφείλεται όμως η απόσταση των δύο φαντασιώσεων; Τι έχει συμβεί και το υποκείμενο «κυβερνητικό επιτελείο» έχει μια τόσο διαφορετική φαντασίωση από εκείνη των «Ελλήνων πολιτών», σε τέτοιο βαθμό ώστε το αποτέλεσμα των εκλογών να ενέχει θέση Πραγματικού για το πρώτο και άμα τη εμφανίσει του να αποτελεί σοκ – τραύμα για τον ψυχισμό του διότι εμβόλισε την φαντασίωση του;

Η απάντηση βρίσκεται στον ότι το υποκείμενο «κυβερνητικό επιτελείο» πάσχει εδώ και καιρό από μια διαταραχή που είναι γνωστή στην ψυχανάλυση ως «Διαταραχή Οφειλόμενη στον Πλεονάζοντα Ναρκισσισμό» του.

Η λίμπιντο μπορεί να επενδύσει το Εγώ με τρόπο κατακλυσμικό έτσι ώστε να αποσυνδέσει το υποκείμενο από τον εξωτερικό κόσμο (απόσυρση, κλείσιμο στον εαυτό του). Πράγματι, ο ναρκισσισμός αποτελεί έναν τύπο παλινδρόμησης της λίμπιντο (καθήλωση), με άλλα λόγια κάτω από ορισμένες συνθήκες κάποιος μπορεί να επιστρέφει ψυχικά από την αντικειμενοτρόπο ζωή (δούναι και λαβείν με τον εξωτερικό κόσμο) στο ναρκισσισμό (στροφή επί εαυτού) της πρώτης παιδικής του ηλικίας.

Σημείωση: Οι έννοιες παλινδρόμηση-καθήλωση της λίμπιντο σε προηγούμενα στάδια της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης παραπέμπουν γενικότερα σε ψυχοπαθολογία.

Στην καθημερινότητα μας αποσυρόμαστε φυσιολογικά από τα δρώμενα, οπότε χάνουμε την επαφή μας με το εξωτερικό μας περιβάλλον, όταν κοιμόμαστε και όταν πονάμε σωματικά, επίσης όταν ταλανιζόμαστε από υποχονδριακές ενασχολήσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις από-επενδύουμε από τον εξωτερικό κόσμο και συγκεντρωνόμαστε στο Εγώ μας, όλη η προσοχή μας στρέφεται στο Εγώ μας σαν αυτό να ωφελείτο εκ νέου της παντοδυναμίας που το χαρακτήριζε άλλοτε, κατά το φυσιολογικό τότε στάδιο του πρωτογενούς ναρκισσισμού στα πρώτα χρόνια της ζωής.

Ο Κ. Αbraham (γερμανός ψυχαναλυτής και ιατρός. Βρέμη 1877, Βερολίνο 1925), δουλεύοντας με ψυχικά αρρώστους περιέγραψε το 1908 τη διαδικασία από-επένδυσης του αντικειμένου (εξωτερικός κόσμος) και την αναδίπλωση στον εαυτό τους. Πρόκειται για την ψύχωση. Εδώ ο ψυχικά ασθενής αφιερώνει σ’ αυτόν τον ίδιο σα να ήταν το μόνο σεξουαλικό αντικείμενο όλη την λίμπιντο την οποία ο υγιής άνθρωπος στρέφει προς το περιβάλλον.

"Ε, τι όνειρο να βλεπες χθες βράδυ, ερμε, Γκορτζο", που είπε και ο Σκούταρης στην αλησμόνητη ταινία "Τζένη, τζένη". 


[1]Βλ. «Διαταραχές οφειλόμενες στον πλεονάζοντα ναρκισσισμό (Περί Ναρκισσισμού 2)», στις 22 Απριλίου του 2018.

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Το «δεν ξέρω» και το ιδεώδες της «υπολογισμένης δράσης»

Η αναλυτική εμπειρία μας μαθαίνει ότι η σκέψη βρίσκεται ουσιαστικά σε αδιέξοδο και ότι η πράξη πρέπει πάντα να βρει ένα πέρασμα για να εκπληρωθεί, να λάβει χώρα.

«Τι νιώσατε όταν σας συνέβη αυτό το γεγονός;» ρωτά ο αναλυτής την νεαρή, γύρω στα τριάντα, αναλυόμενη του. «Εεε, δεν ξέρω …να σας πω…» απαντά άμεσα. Ακολουθεί ένας χρόνος σιωπής. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο αναλυτής επανέρχεται «Λοιπόν, θα μιλήσετε, θα πείτε;». Η αναλυόμενη απαντά «…μα περιμένετε λίγο … σκέφτομαι …». Μετά από ορισμένα δευτερόλεπτα, μπορεί ίσως και ένα λεπτό, συνεχίζει «… η αλήθεια είναι ότι …». Χρειάστηκε αρκετή σκέψη, έπρεπε να μεσολαβήσει η πίεση του αναλυτή για να εκπληρωθεί η πράξη της ομιλίας. Αυτό το «δεν ξέρω» που ύστερα από λίγο συνοδεύεται από το στερεότυπο «…η αλήθεια είναι …» αποτελεί σήμα κατατεθέν της εν λόγω αναλυόμενης στην προσπάθεια που κάνει η πράξη της ομιλίας της να βρει μια διέξοδο για να εκπληρωθεί. Είναι σίγουρο ότι υπάρχει η πρώτη αντίδραση στην αρχική ερώτηση. Αυτή η πρώτη αντίδραση που συνιστά «πέρασμα στην πράξη». Αυτή που συνήθως αποκαλούμε «αυθόρμητη». Αυτήν την πρώτη αντίδραση, αυτό το πέρασμα στην πράξη, πρέπει να αναβάλλει, να παρεμποδίσει η αναλυόμενη. Να το εμποδίσει αλλά και να το αναλύσει. Μεσολαβεί η ηθική, βλέπετε. Η ηθική δεν αφορά πρωτίστως τις σκέψεις. Αφορά τις πράξεις, δηλαδή αυτό που διαπράττουμε και το οποίο ενδέχεται να κριθεί. Γνωρίζουμε καλά, νομίζω, με ποια νευρωτική μορφή μπορεί να έλθει στη σκέψη το ηθικό ζήτημα. Έτσι ώστε, το υποκείμενο εμφανίζεται απασχολημένο ή μετέωρο αξιολογώντας αδιάκοπα την ορθότητα των πράξεων του, της πράξης που πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει φτάνοντας μέχρι τον ψυχαναγκασμό.

Το πέρασμα στην πράξη αναβάλλεται, αναστέλλεται μέσω της σκέψης. Η σκέψη η οποία βρισκόμενη σε αδιέξοδο διακόπτεται απότομα, ξαφνικά, υπό μορφή βιασύνης, καθώς το υποκείμενο σπεύδει να δράσει. Γνωρίζουμε κλινικά αυτή την ανατροπή της αναστολής, της αναβλητικότητας σε βιασύνη και σε αίσθημα επείγοντος χάρη στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση.

Υπάρχει λοιπόν, μια αντινομία ανάμεσα στην σκέψη και στην πράξη.

Αυτήν την αντινομία κυριεύει σήμερα το ιδεώδες της ορθολογικής συμπεριφοράς: Έχουμε σήμερα ιδιαίτερα μορφοποιημένο το ιδανικό ενός συγκεκριμένου τύπου πράξης, η οποία θα ανταποκρίνονταν μονίμως σε έναν ώριμο επιστημονικό συλλογισμό – έτσι ώστε η δράση να μπορεί να απορροφάται μέσα στην σκέψη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η σκέψη είναι επιστημονική, μαθηματική ή απλώς λογική. Επομένως, θα ανταποκρίνονταν στο ιδανικό της «υπολογισμένης δράσης» που τελικά εμφανίζεται ως το συμπέρασμα ενός συλλογισμού, ως το πόρισμα μιας αποδεικτικής διαδικασίας.

Εδώ, σε αυτό το σημείο, είναι που κάτι έχει να πει η κλινική του περάσματος στην πράξη.

Ουσιαστικά, αυτό που όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν είναι ότι το υποκείμενο της σκέψης, το υποκείμενο που πρόκειται να δράσει, θέλει ουσιωδώς το δικό του καλό, το οποίο σήμερα ταυτίζεται με το όφελος. Η «υπολογισμένη δράση» αποβλέπει στην εκμηδένιση της πιθανότητας το υποκείμενο να βλάψει τον εαυτό του. Έτσι, αν κάτι τέτοιο συμβεί τότε αυτό αποτελεί μια εξαίρεση!

Τελικά, πρόκειται για την εξαίρεση ή για τον κανόνα της πράξης; Λοιπόν, η κλινική της πράξης αμφισβητεί αυτό το αξίωμα, ότι το υποκείμενο της σκέψης θέλει το καλό του. Αν υπάρχει κάτι που πραγματικά αντιτίθεται σε αυτό το ιδανικό είναι σίγουρα η αυτοκαταστροφή. Επίσης, είναι σαφές ότι η ορθολογική συμπεριφορά, όσο περισσότερο συνεχίζεται τόσο περισσότερο καταλήγει στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, σήμερα σε μεγαλύτερη κλίμακα αφού έχουμε συγκεντρώσει μέσα αυτοκαταστροφής που υπερβαίνουν το άτομο και εξαπλώνονται στην ανθρωπότητα.

Στο σημείο αυτό αρκεί να δείξω ότι υπάρχει κάτι στο υποκείμενο που ενδέχεται να μην εργάζεται για το καλό του. Ενδέχεται να μην εργάζεται για το όφελος του, αλλά αντίθετα να δουλεύει για την καταστροφή.

Το σύμπτωμα. Εκείνο δηλαδή που το υποκείμενο θέλει. Εκείνο που το υποκείμενο αγαπάει σαν τον εαυτό του. Το υποκείμενο προσκολλάται στο σύμπτωμα του, το οποίο εντούτοις του κάνει κακό. Το λέω όσο πιο απλά μπορώ, πράγμα που δικαιολογεί την εισαγωγή μιας ξεχωριστής έννοιας, της απόλαυσης, η οποία δεν γίνεται να συγχέεται με την ευχαρίστηση. Το σύμπτωμα κάνει κακό στον οργανισμό, στο σώμα, σε τέτοιο σημείο ώστε όταν αυτονομείται,   η απόλαυση φτάνει ως τον θάνατο.

Από αυτήν την άποψη, ο ηρωισμός, η ηρωική αυτοκτονία – ο ηρωισμός που αποτελεί, για την ψυχανάλυση, μια μετουσίωση – δεν αποκλείει την βούληση για απόλαυση, αντίθετα την μαρτυράει, δηλαδή μπορεί κανείς για αυτό να θυσιάσει ακόμα και την ζωή του. Πρόκειται για τον θρίαμβο της ενόρμησης του θανάτου ή, αν θέλετε, για την απεγνωσμένη κατάφαση της απόλαυσης. Ήδη ως προς αυτό οφείλουμε να διακρίνουμε την πράξη από την δράση, από την κινητικότητα. Είναι βέβαιο ότι η αυτοκτονική πράξη δείχνει σαφώς τον πλήρη διαχωρισμό που μπορεί να συμβεί ανάμεσα αφενός στον οργανισμό, στο σώμα, στα συμφέροντα του έμβιου για την επιβίωση του, για το ευ ζην του, και αφετέρου στο άλλο πράγμα που το διακατέχει, το κατατρύχει και, ενδεχομένως, το καταστρέφει. Αυτό σημαίνει ότι ως προς το ευ ζην, η αυτοκτονία βρίσκεται στο παράδοξο σημείο – η αυτοκτονία είτε παθολογική είτε ηρωική. Το ευ ζην, η ευχαρίστηση, το όφελος του ζώντος, η διατήρηση του στην ζωή δεν είναι βέβαιο ότι αντέχουν απέναντι σε μια αξία που είναι από την πλευρά της απόλυτη. Για τον λόγο αυτό η πράξη της αυτοχειρίας συνιστά εν είδει βραχυκυκλώματος αυτήν την κεντρική ζώνη, που είναι ταυτόχρονα αποκλεισμένη από τον υποκειμενικό κόσμο, ζώνη την οποία η ψυχανάλυση ονόμασε απόλαυση.

Η ψυχανάλυση ονομάζει πράξη εκείνο που στοχεύει στην καρδιά του Είναι, δηλαδή στην απόλαυση. Η μοναδική πράξη που μπορεί να αποτελεί επιτυχημένη πράξη είναι η αυτοκτονία! Η πράξη ως τέτοια αδιαφορεί για το μέλλον της, είναι εκτός νοήματος, αδιαφορεί για το τι θα επέλθει στην συνέχεια. Κατά βάθος, μια πράξη δεν έχει ιστορία, μια πράξη υφίσταται αφ’ εαυτού της. Ό,τι επακολουθεί είναι ήδη κάποιος άλλος που θα το εκπληρώσει. Ο Καίσαρας πράγματι διάβηκε τον Ρουβικώνα. Μην φανταστείτε όμως ότι Ρουβικώνας είναι κανένα ποτάμι τύπου Νιαγάρα. Πρόκειται για ένα μικρό ρεύμα νερού εντελώς ασήμαντο. Δεν υπάρχει καμιά δυσκολία, σας διαβεβαιώ, στο να προσπαθήσει κάποιος να τον διαβεί. Η αξία του έγκειται απλώς και μόνο επειδή ήταν εκεί το επιτρεπόμενο όριο για το πέρασμα των στρατών εκτός Ιταλίας – το όριο πέραν από το οποίο διέπραττε κανείς παράβαση. Από αυτήν την άποψη δεν υπάρχει πράξη παρά μόνον αν υπάρχει υπέρβαση ενός σημαίνοντος ορίου. Έτσι, το «μετά» της πράξης ένα άλλο υποκείμενο θα το εκπληρώσει. Ο Καίσαρας ένθεν και ο Καίσαρας κακείθεν του Ρουβικώνα δεν είναι πλέον ο ίδιος Καίσαρας. Συνεπώς, το «ύστερα» εξαφανίζεται, αφού εν συνεχεία αναγεννάται άλλος. Θα έλεγα ότι όταν υπάρχει αληθινή πράξη – γεγονός που είναι δυστυχώς σπάνιο – την προφταίνει πάντοτε η εκ των υστέρων σημασία.

Η ουσία της σκέψης, όταν συλλαμβάνεται με βάση το ασυνείδητο είναι η Αμφιβολία. Άπαξ και υπάρχει απώθηση σκεφτόμαστε μόνο μέσα από ένα «δεν ξέρω». Όπως ακριβώς η εν λόγω αναλυόμενη με την οποία ξεκίνησα τούτο το σημείωμα. Στο επίπεδο της σκέψης το υποκείμενο βρίσκεται ουσιωδώς σε απροσδιοριστία. Τίποτε πιο ανθρώπινο από αυτό. Ως εκ τούτου η εν λόγω αναλυόμενη είναι εντελώς … ανθρώπινη.

Από την άλλη, αν η ουσία της σκέψης είναι η Αμφιβολία, και την ενσαρκώνει η ιδεοληψία, η ουσία της πράξης είναι η Βεβαιότητα, η Αμετακλητότητα.     
 
Συνοψίζοντας: Η πράξη είναι πάντα του «εαυτού» (αυτο….): αυτό – τιμωρίας, αυτό – καταστροφής κ.λπ. Με άλλα λόγια, διαχωρίζεται από τον Άλλο. Μέσα στην πράξη το υποκείμενο αποσύρεται από τα διφορούμενα της ομιλίας όπως και από κάθε διαλεκτική της αναγνώρισης, διαγράφει τον Άλλο. Εξ ου ακριβώς και το διακύβευμα της πράξης είναι, κυριολεκτικά, μη κωδικοποιήσιμο. Αυτό ισχύει για κάθε δράση επιτυχημένη ή μη, και καλό είναι να το έχουμε κατά νου. Βρίσκεται έξω από τον κόσμο των υπολογισμών, των ισοτιμιών και των συναλλαγών. Αποβλέπει στο οριστικό και στο αμετάκλητο. Στοχεύει την απόλαυση του Άλλου η οποία υποτίθεται επιβλαβής. Αυτός ο μηχανισμός αποτελεί ακριβώς την αρχή της ασυνείδητης ρίζας του ρατσισμού.

Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Το Συμβάν της Τρίτης…

 «Δεν είναι το πάθημα που έγινε μάθημα, ούτε οι απουσίες της Λίβερπουλ, που στη ρεβάνς του "Anfield" δεν μπορεί ποτέ να επαναληφθεί το περσινό θαύμα της Ρώμης. Αλλά τέσσερις διαφορετικοί λόγοι, που κλείνουν με μια αυγουστιάτικη υπόσχεση του Μέσι.»[1] γράφει ο Γιώργος Περπερίδης, δημοσιογράφος του contra.gr, στο άρθρο του που δημοσίευσε υπό τον παραπάνω τίτλο, την Τρίτη 7 Μαΐου στις 17:35! Λίγες ώρες, δηλαδή, πριν συμβεί το Λίβερπουλ – Μπαρτσελόνα 4 – 0!

7 ώρες αργότερα, η πραγματικότητα τον έχει εκθέσει. Το θαύμα έχει επαναληφθεί σε μια «χειρότερη» εκδοχή του. Δυστυχώς για τον δημοσιογράφο είναι μια μόνο λέξη, σε ολόκληρο το άρθρο, εκείνη που τον εκθέτει: εκείνο το «ποτέ» που έγραψε.

Αλλά, ας πλησιάσουμε λίγο αυτό το «ποτέ» για να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι συνέβη στον κύριο Περπερίδη (ή σε πολλούς από μας) και εκθέτει το Είναι του με αυτόν τον αμετάκλητο τρόπο.

«Ποτέ», λοιπόν. Πρόκειται για χρονικό επίρρημα. Χρησιμοποιείται με δύο ερμηνείες: (ερμηνεία 1η ) είτε του «κάποια φορά, σε κάποιο χρονικό διάστημα», για παράδειγμα «θα έρθεις ποτέ να μας δεις;» και έχει για συνώνυμο το «κάποτε», είτε (ερμηνεία 2η ) του «καμία φορά, σε κανένα χρονικό διάστημα», για παράδειγμα «…δεν θα έρθω ποτέ!» και έχει για συνώνυμο το «ουδέποτε» και για αντώνυμο το «πάντα, πάντοτε». Προφανώς ο εν λόγω δημοσιογράφος, στο άρθρο του, χρησιμοποιεί το χρονικό επίρρημα με την δεύτερη του ερμηνεία.

Ας σκεφτούμε τώρα λίγο τον χρόνο. Εμείς τοποθετούμε τον εαυτό μας σε μια χρονική στιγμή Τ1 . Ένα γεγονός θα λάβει χώρα σε μια χρονική στιγμή Τ2 , στο μέλλον. Μπορεί να συμβεί ή να μη συμβεί. Ας συμβολίσουμε την στιγμή που το γεγονός συμβαίνει με το Τ2(+) και ας συμβολίσουμε την στιγμή που το γεγονός δεν συμβαίνει με το Τ2( - ). Έτσι προκύπτει το παρακάτω σχήμα:

 


Αν τελικά αυτό συμβεί τότε το παραπάνω σχήμα μετατρέπεται στο: 
 

Δηλαδή, τότε θα είναι πλέον αληθές ότι το γεγονός έλαβε χώρα. Υπάρχει μια μόνιμη διαμάχη των ιστορικών για το αν αυτό που συμβαίνει είναι αναγκαίο ή όχι. Υπάρχουν εδώ δύο φάσεις του συλλογισμού. Καταρχάς ο συνδυασμός των δυνατοτήτων και εν συνεχεία, άπαξ και μια από τις δυνατότητες πραγματοποιείται, μπορούμε να την θεωρήσουμε αναγκαία και, εκ των υστέρων, μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι όταν πιστεύαμε ότι ήταν μόνο δυνατόν ήταν ήδη  αναγκαίο αλλά δεν το γνωρίζαμε ακόμη. Έτσι, θα είναι αναγκαίο από την στιγμή που είναι αληθές ότι έλαβε χώρα. Αυτό σημαίνει ότι είναι αδύνατο αυτό που συνέβη να μπορούσε να μην έχει λάβει χώρα.

Υπάρχει μια τεράστια βιβλιογραφία γύρω από το παραπάνω σόφισμα. Κατά την γνώμη μου, το ευαίσθητο σημείο του είναι η μετατροπή του δυνατού σε αναγκαίο το οποίο είναι αποτέλεσμα αναδρομής. Δηλαδή, την χρονική στιγμή Τ1 αυτό που θα συμβεί αύριο είναι μόνο δυνατόν. Στην χρονική στιγμή Τ2(+) μπορούμε να πούμε ότι αυτό συμβαίνει, είναι γεγονός. Και επειδή ακριβώς ξαναπροβάλλουμε προς τα πίσω αυτό το γεγονός, μπορούμε να πούμε ότι ήταν εκ των προτέρων ήδη αναγκαίο.

Όμως, δεν υπάρχει απλώς η μυστηριώδης μετατροπή του δυνατού σε αναγκαίο που υποστηρίζει το σόφισμα των μελλοντικών ενδεχομένων. Η μετατροπή του δυνατού σε αναγκαίο είναι πάντοτε σε θέση να καταστήσει ό,τι συμβαίνει σε αναγκαιότητα και αυτό εκμεταλλεύεται η αναλυτική εμπειρία. Μπορούμε πάντοτε να μεταθέσουμε αυτό που συμβαίνει και αυτό που λέγεται στην αναγκαιότητα που υπήρχε ανέκαθεν. Εκεί ακριβώς στηρίζεται το «υποκείμενο που υποτίθεται ως γνώση», ο αναλυτής, με άλλα λόγια.

Υπάρχει επίσης, η μετατροπή μέσω της οποίας το αδύνατον γίνεται συμβάν. Στην φιλοσοφική παράδοση υπάρχει συχνά μια σύγχυση ανάμεσα στο δυνατόν και στο ενδεχόμενο, ενώ η ψυχανάλυση το διαφοροποιεί ριζικά. Το δυνατόν είναι αυτό που μπορεί. Μόλις ένα από τα δυνατά στοιχεία πραγματοποιηθεί, μπορούμε ακόμη και να θεωρήσουμε ότι είναι αναγκαίο. Ενώ το ενδεχόμενο είναι τελείως διαφορετικό. Το ενδεχόμενο εμφανίζεται με φόντο το αδύνατον, αυτό που δεν μπορεί. Στην 1η φάση εμφανίζεται σαν να μην ήταν δυνατόν, σαν αδύνατον. Και για αυτό, στην 2η φάση, όταν προκύπτει, προκύπτει υπό μορφή έκπληξης: «Μα είναι δυνατόν!» Αυτό ακριβώς του δίνει αξία Πραγματικού. Το συμβάν παραβιάζει τον κύκλο του δυνατού. Αν η έκπληξη ενυπάρχει στο συμβάν, αυτό οφείλεται στην ιδιάζουσα σχέση της ενδεχομενικότητας με το αδύνατον. Βεβαίως, στην συνέχεια, η έκπληξη εξαφανίζεται λέγοντας: «αφού συνέβη ήταν λάθος να εκπλαγούμε». Όμως, αυτό δεν αφαιρεί τίποτε από το Πραγματικό του συμβάντος που δημιούργησε την έκπληξη.

Και εδώ λίγο πριν να «κλείσω» αυτό το σημείωμα να αναφερθώ λίγο στην έκθεση του Είναι στον χρόνο με την οποία και ξεκίνησα. Κυριαρχούσε πάντοτε η ιδέα ότι το Είναι βρίσκεται εκτός χρόνου, διότι ο χρόνος εισάγει πάντα μια αρνητικότητα. Εισάγει την εξαφάνιση, την φθορά, την γήρανση, τον θάνατο, την έκλειψη. Για να ξαναθυμηθώ την διατύπωση του Λα Ροσφουκώ στην οποία αναφερόταν ο Φρόυντ, ότι δεν μπορούμε να κοιτάξουμε τον θάνατο κατά πρόσωπο, τουλάχιστον όχι περισσότερο από τον ήλιο, θα μπορούσα να πω ότι το ίδιο ισχύει και για τον χρόνο. Ότι υπάρχει επίσης και μια φρίκη του χρόνου. Για αυτό όταν έλθουμε αντιμέτωποι μαζί του, όταν εκτεθούμε εμπρός του, φρικάρουμε. Προστατεύουμε το Είναι μας τοποθετώντας το εκτός χρόνου. Και δεν αποσπούμε μόνο το Είναι από τον χρόνο αλλά επίσης και την αλήθεια. Οι σχέσεις αλήθειας και χρόνου είναι πάντοτε δύσκολες για την σκέψη. Λες και η αλήθεια είχε πάντα μια φυσική αξίωση: να βρίσκεται εκτός χρόνου. Είναι αυτό που ο Ντελέζ λέει πολύ εύστοχα: «Ο χρόνος θέτει σε κρίση την αλήθεια».

Αυτό που έλαβε χώρα το βράδυ της Τρίτης της 7ης Μαΐου, στο Anfield, είναι ένα συμβάν. Εντάσσεται στο φόντο του αδύνατου. Υπήρξε ως ενδεχόμενο με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου. Πρόκειται για το απρόβλεπτο του Πραγματικού και εκδηλώθηκε υπό την μορφή της έκπληξης. Εκθέτει λοιπόν, τον δημοσιογράφο (αλλά και όλους μας, όσους έχουμε φαντασιακό συμβολοποιημένο!) γιατί, πολύ απλά, δεν ήταν ΔΥΝΑΤΟΝ!    
 




[1] «4 λόγοι που δεν μπορεί να επαναληφθεί το θαύμα της Ρώμης», https://www.contra.gr/Soccer/Europe/ChL/barcelona/4-logoi-poy-den-mporei-na-epanalhfthei-to-thauma-ths-rwmhs-sth-revans-tou-anfield.5506189.html