Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Το βίωμα της συνουσίας είναι πολύ διαφορετικό για τους δύο παρτενέρ.

Το ζήτημα του χρόνου στοιχειώνει την αγάπη. Πάντα εκφράζεται με το ερώτημα «με αγαπούν, αλλά για πόσο καιρό, αγαπώ αλλά για πόσο καιρό;». Από εδώ πηγάζουν και οι πλάνες ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από τον χρόνο, πιο δυνατή και από τον θάνατο. Με άλλα λόγια, η αγάπη μετατοπίζεται στο αιώνιο αντικείμενο, στο αναλλοίωτο αντικείμενο. Για αυτό και κάποιοι φαντάστηκαν ότι μπορούσαν να συνδέσουν την αγάπη με την αιωνιότητα που αντιστοιχεί σε αυτή την φοβερή ιδέα της αγάπης για τον θεό.

Επίσης, διαπιστώνουμε ότι μέσα στην αγάπη αναμεταδίδεται η αναγκαιότητα μιας συνάντησης που αν έλειπε η αγάπη ίσως να μην συνέβαινε. Αναφέρεται συνήθως με την φράση «προοριζόσουν για μένα!». Ας θυμηθούμε τα λόγια του Τάσου Λειβαδίτη: «Ναι αγαπημένη μου. Πολύ πριν σε συναντήσω εγώ σε περίμενα». Ακόμα μου έρχεται στο μυαλό ο Μπαλζάκ: «Μια αγάπη που πιστεύει ότι δεν είναι αιώνια είναι μισητή». Η αγάπη, λοιπόν, αποσκοπεί στην αχρονικότητα, ενώ η εμπειρία, και πιο ειδικά η αναλυτική, διδάσκει τον διαλείποντα χαρακτήρα της σεξουαλικής επιθυμίας. Η σταθερότητα, ο αναλλοίωτος χαρακτήρας της ασυνείδητης επιθυμίας είναι συμβατά με την μεταβλητότητα της επένδυσης του τάδε ιδιαίτερου αντικειμένου, και ειδικότερα στον βαθμό που η απόλαυση έχει συνέπειες στην επιθυμία. Ο Φρόυντ το είχε πει ξεκάθαρα: κάθε απόλαυση του αντικειμένου έχει ως συνέπεια μια πτώση της ερωτικής του αξίας. Αυτό συμβαίνει διότι η απόλαυση έχει μια χρονικότητα.

Η Συνουσία

Ας έλθουμε, στο σημείο αυτό, στην φαινομενολογία της συνουσίας και ας ξεκινήσουμε καταρχήν από τον άνδρα. Σε αυτόν ο κύκλος της απόλαυσης είναι σαφέστατος. Με άλλα λόγια, η φαλλική απόλαυση κάνει έναν κύκλο. Το ανδρικό όργανο ως έδρα της απόλαυσης πηγαινοέρχεται. Επομένως, από την μεριά της ερωτικής συνθήκης του χώρου η απόλαυση είναι εντοπισμένη στην συγκεκριμένη περιοχή που βρίσκεται το όργανο, όμως παράλληλα υπάρχει στενή σχέση του φαλλού με τον χρόνο. Αυτό λέει ότι η απόλαυση, από την αρσενική πλευρά, είναι διακεκομμένη, και μάλιστα μετρήσιμη. Κατά βάθος, όταν τελειώνει, τελειώνει, ό,τι δηλαδή αποκαλούμε «ρίχνω ένα πήδημα». Εκείνο που εντοπίζει ο Φρόυντ είναι ότι η ερωτική αξία του αντικειμένου μειώνεται άμα το πέρας της συνουσίας. Εδώ ο Φρόυντ δείχνει  κάτι το προφανές: την άμεση επίπτωση του γεγονότος της απόλαυσης στην ερωτική αξία του αντικειμένου.

Τα πράγματα όμως, διαφέρουν από την θηλυκή πλευρά. Την πλευρά αυτή σημαδεύει η απαίτηση να πάρει την σκυτάλη η αγάπη. Να πάρει την χρονική σκυτάλη της απόλαυσης η αγάπη. Δηλαδή, από την στιγμή που ολοκληρωθεί η απόλαυση του άνδρα η αγάπη να αποτελέσει την συνέχεια της απόλαυσης. Από εδώ και η φράση που εκφράζει αυτήν την απαίτηση: «Φεύγεις κιόλας …!».

Μπορούμε έτσι να διαπιστώσουμε τον ιδιαίτερο τρόπο απόλαυσης των υποκειμένων που έρχονται σε ερωτική σχέση. Λέγοντας σχέση εννοούμε: Υπάρχει συγχρονισμός; Υπάρχει διαφορά φάσης; Για τον καθένα από τους παρτενέρ ο χρόνος είναι ο ίδιος; Ο μετασυνουσιακός χρόνος άραγε βιώνεται όμοια;
Μπορούμε να πούμε ότι η σχέση σημαδεύεται από τον ετεροχρονισμό και την χρονική δυσαρμονία. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός που συναντούμε στην ανάλυση οι μετέχοντες στην σχέση να έχουν πάντα την εντύπωση ότι δεν συναντούν εκείνο που θα έπρεπε.  

Η αιωνιότητα της ανικανοποίητης αγάπης

Έτσι, σε αυτό το σημείο καταγράφεται η διαδικασία που λειτουργεί με βάση την διαφορά απόλαυσης και επιθυμίας, και η οποία δεν είναι άλλη από την αναστολή της απόλαυσης για να διατηρηθεί η επιθυμία. Μπορούμε μάλιστα να μιλήσουμε ότι σε αυτήν συνίσταται το κατεξοχήν επιχείρημα της υστερικής που δεν είναι άλλο από αυτήν ακριβώς την διαφορά. Εισάγεται, έτσι, μια ερωτική διαστρωμάτωση του χρόνου. Δηλαδή, εξασφαλίζεται η αναστολή της απόλαυσης (που φτάνει και στα όρια της κατάργησης) για να επιμηκυνθεί η χρονική διάρκεια της επιθυμίας. Αυτή, άλλωστε αποτελεί και την ουσία της υστερικής. Σε πολλές περιπτώσεις αυτή η αναστολή μετατίθεται στο υποκείμενο και έτσι οδηγεί στην ψυχρότητα που αποπνέει το εν λόγω υποκείμενο. Αν αυτή η αναστολή προβληθεί στον απώτερο χρονικό ορίζοντα τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αιωνιότητα της ανικανοποίητης αγάπης. Αυτή η αιωνιότητα της ανικανοποίητης αγάπης κορυφώνεται στην λατρεία του νεκρού άντρα, λατρεία που πρότυπο της είναι η χήρα. Η εύθυμη χήρα αποτελεί μια καρικατούρα θηλυκής αγάπης.

Η ανάδυση της αναμονής

Γνωρίζουμε ότι ο ιδεοψυχαναγκαστικός αναβάλλει τον χρόνο, κωλυσιεργεί, αναλαμβάνει δηλαδή την αναστολή της απόλαυσης, χωρίς όμως αυτήν την φορά να την ακυρώνει. Κατά βάθος, στην περίπτωση του, δεν υπάρχει το αρνητικό της απόλαυσης. Με άλλα λόγια, υπάρχει στον ιδειψυχαναγκαστικό μια ειδική απόλαυση της αναστολής της απόλαυσης. Η εν λόγω δομή προβαίνει σε έναν «χειρισμό» του χρόνου που σχετίζεται με τον Άλλο. Δημιουργεί έτσι την αναμονή ώστε δίνει χρόνο στον Άλλο να διατυπώσει το αίτημα του. Το αίτημα του Άλλου δεν είναι τίποτε άλλο από το «πρέπει» του. Υπάρχει εδώ, λοιπόν, μια ερωτική συνθήκη του χρόνου που αποτελεί μια ειδική κατηγορία και ονομάζεται αναμονή. Ο στόχος της αναμονής είναι να διατηρηθεί ο Άλλος σε εκκρεμή θέση ώστε να δώσει το αίτημα του. Στην αναλυτική εμπειρία ο αναλυτής  - ως Άλλος - περιμένει την ομιλία του αναλυόμενου. Αυτό το γεγονός φέρει την σιωπή του ιδεοψυχαναγαστικού αναλυόμενου. Έτσι, το δώρο της ομιλίας του ως προς τον αναλυτή τίθεται σε αναμονή.

Εν κατακλείδι…

Υπάρχει μια δυσαρμονία, ένας ετεροχρονισμός στο βίωμα της συνουσίας ανάμεσα στους παρτενέρ το οποίο αποτελεί «άλυτο» πρόβλημα τους. Η διαφορά της αρσενικής πλευράς με την θηλυκή στο θέμα της απόλαυσης συνιστά όλη την ουσία του προβλήματος. Έτσι, η ανικανοποίητη αγάπη της υστερικής και η ανάδυση της αναμονής στον ιδεοψυχαναγκαστικό αποτελούν ιδιαίτερης εκφράσεις του «προβλήματος» κατά την πράξη της συνουσίας.  

Τρίτη 25 Ιουνίου 2019

Σε κάθε «δρόμο» πάντα υπάρχει ένας «γκρεμός» ή «πέτρα είναι ο θάνατος».

«Η πέτρα είναι ο θάνατος, η πέτρα είν' η ζωή μου
φυτρώσαν άσπρα γιασεμιά μεσ’ την αναπνοή μου.
Είν’ ένα δέντρο έρημο στην πέτρα σπάει η φωνή μου,
δεν μπαίνει αγέρας μήτε φως πετρώνει το κορμί μου».
Μουσική/Στίχοι: Χατζιδάκις, Η πέτρα – Ερμηνεύει: Ζουμπουλάκη Βούλα – 1961

Από την στιγμή που άκουσα αυτό το κομμάτι, ή, ακριβέστερα, τους στίχους του, τριγυρίζει διαρκώς στο μυαλό μου. Κάτι με μαγεύει και νιώθω αιχμάλωτος μιας ικανοποίησης. Είναι μια ακριβής αλληγορία του σκληρού πυρήνα της ανάλυσης.

Λίγο μετά το συσχέτισα με ένα άλλο καταπληκτικό κομμάτι του ίδιου συνθέτη. Φέρει τον τίτλο «ο γκρεμός» και έχει κυκλοφορήσει δύο χρόνια νωρίτερα. Για να γίνω πιο ακριβής το παραθέτω: 

«Ένας γκρεμός μες στη ζωή μας είν’ ο χωρισμός, της ευτυχίας κόβει απότομα τη στράτα
βρες άλλο δρόμο όσο ακόμα είν’ ο καιρός, και με τον άνθρωπο που πόνεσες περπάτα.
Σε κάθε δρόμο πάντα υπάρχει ένας γκρεμός, αρκεί στην ώρα να τον δεις και να ξεφύγεις
έτσι σε κάθε αγάπη είν’ ο χωρισμός που μοναχά με τις θυσίες θ’ αποφύγεις».
Στίχοι: Λουκάς Στρογγυλός, Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις – «Ο γκρεμός» - 1959

Η «ευτυχία» περπατά σε έναν «δρόμο» και ένας «γκρεμός» της κόβει απότομα την στράτα! Και ακολουθεί η προτροπή: Βρες άλλο «δρόμο» όσο ακόμα είναι καιρός!

Μα τι συνειρμός είναι αυτός, σκέφτηκα. Ποια σχέση συνάφειας έχει «η πέτρα που είναι θάνατος, η πέτρα που είναι η ζωή μου» με τον «δρόμο της ευτυχίας που κόβεται απότομα»;

Μετά από λίγο βρήκα την συσχέτιση: «Η πέτρα» του Χατζιδάκι στο πρώτο κομμάτι γίνεται «Ο γκρεμός» του Στρογγυλού στο δεύτερο κομμάτι. «Ο γκρεμός» κόβει απότομα τον δρόμο. Ένας γκρεμός που στέκει εκεί καταμεσίς της δημοσιάς και κόβει απότομα τον δρόμο της «ευτυχίας». Ο γκρεμός ετούτος είναι ο θάνατος της ευτυχίας. Είναι «η πέτρα» που είναι θάνατος (για τον Χατζιδάκι). Ο «δρόμος» της ζωής οδηγεί προς την «πέτρα» (στον θάνατο, πάει να πει). «Ο γκρεμός» ή «η πέτρα» βρίσκεται καταμεσίς του «δρόμου» της ζωής. Αποτελεί το εμπόδιο για το υποκείμενο που εκφέρει τον στίχο. Ένα εμπόδιο που δεν του επιτρέπει να προχωρήσει.

Αλλά, ας δούμε, εδώ, λίγο από πιο κοντά την διαλεκτική ανάμεσα στην «πέτρα» από την μια, ή στον «γκρεμό» αν προτιμάτε, και στον «δρόμο» από την άλλη.

Υπάρχει μια πέτρα (ή ένα γκρεμός) στον δρόμο αλλά γίνεται εμπόδιο ακριβώς διότι ξεκίνησα να περπατώ! Η πέτρα βρίσκεται στην θέση της: στην μέση του δρόμου. Πρόκειται για την θέση που καταλαμβάνει. Η θέση είναι δική της και την καταλαμβάνει χωρίς καμιά πρόθεση να ενοχλήσει τον δρόμο της ευτυχίας μου. Υπάρχει χωρίς σκοπό. Δεν είναι εκεί για να με ενοχλήσει. Αν αυτό συμβαίνει είναι γιατί εγώ βαδίζω σε αυτόν τον δρόμο. Εγώ είμαι αυτός που δημιούργησα μέσα στον κόσμο όπου βρίσκεται η πέτρα (ή ο γκρεμός) έναν δρόμο που συναντάει την πέτρα – εμπόδιο. Την πέτρα δεν την δημιούργησα. Απλώς υπάρχει εκεί. Τον δρόμο δημιούργησα εγώ. Από μένα εξαρτάται, δηλαδή είναι εξαιτίας μου που μια πέτρα που υπάρχει στον κόσμο γίνεται εκείνη που βρίσκω στον δρόμο μου. Αποτελεί το εμπόδιο μου εξαιτίας του δρόμου που χάραξα μέσα στον κόσμο, μόνο εγώ.

Δεν υπάρχει εμπόδιο αν δεν υπάρχει δρόμος, αλλά ασφαλώς και δεν υπάρχει δρόμος χωρίς πέτρα. Δεν θα υπήρχε δρόμος αν δεν υπήρχε μια πέτρα (ένας γκρεμός) που να με εμποδίζει και να με αναγκάζει να την βλέπω με τα κουρασμένα μου μάτια που πάνε μαζί με το κουρασμένο μου βήμα, για να θυμηθώ εδώ και το θαυμάσιο κομμάτι του Κώστα Βίρβου «το κουρασμένο βήμα σου» («…Το κουρασμένο βήμα σου να σέρνεται κάθε βράδυ, κάθε βράδυ»).       

Το κομμάτι αναφέρεται στην πέτρα ως συμπαγή όγκο στερεάς και βαριάς ύλης. Γνωρίζετε τις πέτρες, έτσι δεν είναι; Είναι κάτι περισσότερο από ένα χαλίκι που το παραμερίζεις από τον δρόμο με μια κλωτσιά, αλλά και κάτι λιγότερο από ένα βουνό – η μάζα ενός βουνού θα καταργούσε τον δρόμο. Πάνω σε ένα βουνό μπορεί να χαραχτεί ένας δρόμος. Εδώ λοιπόν, δεν έχουμε να κάνουμε με χαλίκι ούτε με βουνό, αλλά με μια πέτρα. Ένα κομμάτι γης, ένα κομμάτι από το ίδιο το χώμα όπου περπατάω, ένα κομμάτι που ξεχώρισε από την υπόλοιπη γη και το οποίο ορθώθηκε εμπρός μου για να μου πει «όχι».

Τόσο η πέτρα όσο και ο δρόμος προϋποθέτουν την ύπαρξη της γης. Ο δρόμος είναι η γη που μιλάει και λέει «ναι». Η πέτρα, όμως, είναι η γη που μιλάει και λέει «όχι». Και στα δύο, η γη μιλάει. Προσέξτε στο σημείο αυτό παρακαλώ: δεν μιλάει εδώ – στα κομμάτια αυτά – ο ποιητής και λέει εκείνο που θέλει. Όχι, δεν είναι έτσι. Η ίδια η γη μιλάει. Ο ποιητής ή αν προτιμάτε ο στιχουργός δανείζει την φωνή του στην γη μέσω του ερμηνευτή και τραγουδάει: «Στην μέση του δρόμου υπήρχε μια πέτρα». Αυτό το τελευταίο θέλει να πει ότι δεν θα υπήρχε ούτε δρόμος ούτε, πολύ περισσότερο, πέτρα χωρίς όντα που μιλούν! Αν δεν υπήρχε ον που μιλάει για ποιον θα μιλούσε η γη;

Ποιος είναι ο δρόμος του όντος που μιλάει;

Το ον που μιλάει έχει πολλούς δρόμους. Πάει, έρχεται, δεν μένει σε ένα σημείο, ή αν το κάνει, είναι για λίγο. Μένει σπίτι, πάει στην δουλειά, επιστρέφει, επισκέπτεται φίλους, πάει διακοπές – πολλοί, αμέτρητοι δρόμοι. Αλλά κάθε ομιλούν ον έχει έναν, ουσιαστικό, μοναδικό δρόμο που διανύει όσο εξακολουθεί να μιλάει. Πρόκειται για τον δρόμο του λόγου του. Ας επισημάνω εδώ ότι, όταν εισάγεται στον κόσμο η λέξη (το σημαίνον, γενικά) εισάγεται ταυτόχρονα η πέτρα (ο γκρεμός), η δυσκολία, το εμπόδιο. Είναι η πέτρα του Ζήνωνα του Ελεάτη που εμποδίζει οποιοδήποτε ον κινείται να φτάσει στον προορισμό του και, ούτε λίγο ούτε πολύ, να αφήσει το σημείο εκκίνησης του!

Το σώμα του ομιλούντος είναι σημαδεμένο από την γλώσσα, από τις λέξεις, από τα σημαίνοντα. Τα τελευταία προϋπήρχαν του σώματος του ομιλούντος. Υπήρχαν εκεί πριν την γέννηση του ομιλούντος και περίμεναν άμα τη γεννήσει του να σημαδέψουν, να εποικίσουν το σώμα του. Είναι σημαίνοντα, λέξεις, ο πνεύμονας, το χέρι, η καρδιά, το έντερο, η σάρκα, οι ερωτογόνες ζώνες, όλα αυτά που αποτελούν το σώμα περιβάλλουν την γλώσσα. Μόνο που κάθε σημαίνον υπήρχε εκεί ακίνητο, νεκρό πάει να πει, με μοναδικό προορισμό να σμιλέψει το σώμα. Ακόμα και το όνομα μας υπήρχε εκεί πριν από μας για μας! Για αυτό η γλώσσα αδιαφορεί για το αν είμαστε ζωντανοί ή νεκροί. Καλύτερα, δεν δίνει δεκάρα για αυτό. Ξέρει ένα μόνο πράγμα: πως ότι υπάρχει στο σώμα αποκτά υπόσταση γύρω από αυτήν. Αυτή αποτελεί την πέτρα! Από την αρχή της ανθρωπότητας όταν το σώμα μετατρέπεται σε λείψανο, σε σωρό, το τοποθετούμε κάτω από μια πέτρα. Αυτός είναι ο δρόμος της σάρκας, πορεύεται προς την πέτρα. Για αυτό η «πέτρα είναι θάνατος».

Να ναι άραγε ο θάνατος η πέτρα μιας ανάλυσης;

Ο Λακάν είπε κάποτε λίγο ως πολύ ότι η πέτρα μιας θεραπείας είναι ο θάνατος, ότι πρέπει να ετοιμαζόμαστε για τον θάνατο, ότι η έκβαση της ανάλυσης είναι η ανάληψη του θανάτου και ότι η ανάλυση μπορεί να προηγηθεί του θανάτου ανοίγοντας τον δρόμο σε έναν άλλο τρόπο να ζούμε την ζωή.

Όταν κάποιος έρχεται στην ανάλυση, τον δεχόμαστε χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς να γνωρίζουμε, χωρίς αναμνήσεις και τον υποδεχόμαστε στο ξεκίνημα του δρόμου του λόγου του, μαζί μας. Ο ίδιος έρχεται επειδή σκόνταψε, επειδή συνάντησε μια πέτρα στον δρόμο του. Τον καλούμε να μιλήσει, και αυτό που μας καθοδηγεί καθώς τον ακούμε είναι το γεγονός ότι στον δρόμο του λόγου του υπάρχει μια πέτρα – εμπόδιο. Προβλέπουμε - κάποιες φορές είναι το μοναδικό πράγμα που μας «επιτρέπεται» να προεξοφλήσουμε – ότι ο λόγος του θα περιστραφεί γύρω από αυτήν την πέτρα. Είμαστε αρωγοί στην προσπάθεια του να βρει έναν άλλο δρόμο να ζήσει την ζωή. Αυτό σημαίνει για εκείνον δύο υπερβάσεις:

Υπέρβαση πρώτη: από το φαντασιακό στο συμβολικό. Το όνομα αυτής της υπέρβασης είναι η ανάληψη του θανάτου.
Υπέρβαση δεύτερη: από το συμβολικό στο πραγματικό. Το όνομα εδώ είναι υπέρβαση της φαντασίωσης.   

Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

Αφιέρωμα στον Μ. Ελευθερίου: «Παραμύθια για τον Αυτοκράτορα: Το λαούτο»

Μια φορά, οι ταμίες του αυτοκράτορα του ’φεραν ένα λαούτο. Το βγάλανε από τη βελούδινη θήκη του, το ακούμπησαν με προσοχή στο χρυσό τραπέζι και τον ρώτησαν ευγενικά ποιό σκοπό ήθελε ν’ ακούσει.
Σαστισμένος ο αυτοκράτορας, δίστασε μια στιγμή και χωρίς να το καταλάβει, είπε πως επιθυμούσε ν’ ακούσει τον εθνικό ύμνο της χώρας του!

Τότε το λαούτο άρχισε να παίζει μόνο του!

Περίεργος, όπως πάντα, αλλά συγκινημένος από τη μουσική, τούς ρώτησε πού το ανακάλυψαν. Κι όταν εκείνοι του απάντησαν πως το είχε κάποιος μάγος που πέθανε, ο αυτοκράτορας το πλησίασε και χαϊδεύοντάς το, παρακάλεσε να παίξει ένα νανούρισμα. Το λαούτο –όσο κι αν φαίνεται παράξενο– άρχισε έναν τόσο γλυκό σκοπό, που κανένας άνθρωπος ποτέ δεν είχε ξανακούσει.

Ο αυτοκράτορας έκλεισε τα μάτια του με αγαλλίαση, γιατί θυμήθηκε πως έμοιαζε, κάπως, με το νανούρισμα που του τραγουδούσαν οι παραμάνες του όταν ήταν παιδί…
«Όπως στα παραμύθια», σκέφτηκε. «Όπως στα παραμύθια».

Τρομαγμένος όμως πως θα τον έπαιρνε ο ύπνος όρθιο, διέταξε το λαούτο να παίξει κάτι εύθυμο. Κι εκείνο άρχισε να παίζει έναν από τους σκοπούς που συνήθιζαν στις γιορτές των ανακτόρων. Ο αυτοκράτορας ενθουσιάστηκε, αλλά η χαρά του δεν κράτησε για πολύ. Το λαούτο, χωρίς λόγο, σταμάτησε να παίζει. Άδικα προσπαθούσαν όλοι με παρακάλια και καλοπιάσματα να το ξανακάνουν να παίξει. Στάθηκε αδύνατο. Το λαούτο έμενε βουβό. Ο αυτοκράτορας το ’πιασε στα χέρια του νευριασμένος και το ταρακούνησε.
«Αν δεν παίξεις», ούρλιαξε, «θα σε σπάσω!»

Τότε, είδε και τη μικρή περγαμηνή που κρεμόταν τυλιγμένη μέσα στο ηχείο. Νομίζοντας πως βρήκε την αιτία της βλάβης, την ξετύλιξε με περιέργεια και διάβασε τούτα τα λόγια:
«Όλοι οι άνθρωποι για μια φορά μπορούν να με ακούσουν στη ζωή τους. Δυο φορές θα μ’ ακούσουν εκείνοι που το επιθυμούν πάρα πολύ κι αυτό γίνεται για να μην κατηγορήσουν κανέναν για απάτη.  Τρεις φορές όμως θα μ’ ακούσουν αν η συνείδησή τους είναι καθαρή. Γι’ αυτό, ο μόνος προορισμός μου είναι να παίζω μόνο για τα παιδιά και μόνο τα παιδιά να μ’ ακούνε!»

Ο αυτοκράτορας έπεσε σε συλλογή. Έστειλε και φέρανε τον εγγονό του. Κι όταν του εξήγησε τι ήθελε, το λαούτο άρχισε πάλι να παίζει και μόνο το παιδί άκουγε.
Ταπεινωμένοι –αυτοκράτορας και συνοδεία– που δεν μπορούσαν νακούσουν, άφησαν το παιδί στην αίθουσα μόνο του και φύγανε ακροπατώντας.
Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβαν μερικοί πως είχαν μεγαλώσει…

Έζησε ανάμεσα μας: ΤΙΜΗ ΜΑΣ!
Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1938. Ποιητής, στιχουργός μυθιστοριογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ιστορικός και επιμελητής εκδόσεων. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εργάστηκε πολλά χρόνια στο περιοδικό Reader's Digest. Έγραψε στίχους για πάνω από 500 τραγούδια, τα οποία μελοποίησαν συνθέτες όπως ο Μ. Θεοδωράκης, ο Μ. Χατζιδάκις, ο Γ. Μαρκόπουλος, ο Δ. Μούτσης, ο Θ. Μικρούτσικος, ο Σ. Κουγιουμτζής, ο Γ. Σπανός, ο Σ. Κραουνάκης, ο Λ. Κηλαηδόνης, ο Γ. Χατζηνάσιος, ο Α. Βαρδής κ.ά. Τη δεκαετία του 1990 έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές στον «Αθήνα 9,84» και στο Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΤ. Συνολικά εξέδωσε πάνω από σαράντα βιβλία. Ήδη το πρώτο του μυθιστόρημα Ο καιρός των χρυσανθέμων (2004) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Το 2013 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συνολική προσφορά του στα Γράμματα.
Για τον άνθρωπο και το έργο του έχουν γραφτεί άπειρα κείμενα. Και δικαίως. Υπήρξε μοναδική μορφή πολυσυλλεκτικού και ευφυούς δημιουργού, με χιούμορ, διαπεραστική ματιά, αλλά και ευρύτατη απήχηση και αποδοχή τόσο από τους ομοτέχνους του όσο και από το κοινό.
Ο Μάνος Ελευθερίου πέθανε (που λέει ο λόγος!) στην Αθήνα το 2018, την ημέρα που η μεγάλη πυρκαγιά διέγραψε την Ιστορία του Ματιού και αποτεφρώθηκε στη μνήμη μας.