«Η πέτρα είναι ο θάνατος, η πέτρα είν' η ζωή
μου
φυτρώσαν
άσπρα γιασεμιά μεσ’ την αναπνοή μου.
Είν’
ένα δέντρο έρημο στην πέτρα σπάει η φωνή μου,
δεν
μπαίνει αγέρας μήτε φως πετρώνει το κορμί μου».
Μουσική/Στίχοι:
Χατζιδάκις, Η πέτρα – Ερμηνεύει: Ζουμπουλάκη Βούλα – 1961
Από
την στιγμή που άκουσα αυτό το κομμάτι, ή, ακριβέστερα, τους στίχους του,
τριγυρίζει διαρκώς στο μυαλό μου. Κάτι με μαγεύει και νιώθω αιχμάλωτος μιας
ικανοποίησης. Είναι μια ακριβής αλληγορία του σκληρού πυρήνα της ανάλυσης.
Λίγο
μετά το συσχέτισα με ένα άλλο καταπληκτικό κομμάτι του ίδιου συνθέτη. Φέρει τον
τίτλο «ο γκρεμός» και έχει κυκλοφορήσει δύο χρόνια νωρίτερα. Για να γίνω πιο
ακριβής το παραθέτω:
«Ένας γκρεμός μες στη ζωή μας είν’ ο χωρισμός,
της ευτυχίας κόβει απότομα τη στράτα
βρες
άλλο δρόμο όσο ακόμα είν’ ο καιρός, και με τον άνθρωπο που πόνεσες περπάτα.
Σε
κάθε δρόμο πάντα υπάρχει ένας γκρεμός, αρκεί στην ώρα να τον δεις και να
ξεφύγεις
έτσι
σε κάθε αγάπη είν’ ο χωρισμός που μοναχά με τις θυσίες θ’ αποφύγεις».
Στίχοι:
Λουκάς Στρογγυλός, Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις – «Ο γκρεμός» - 1959
Η
«ευτυχία» περπατά σε έναν «δρόμο» και ένας «γκρεμός» της κόβει απότομα την
στράτα! Και ακολουθεί η προτροπή: Βρες άλλο «δρόμο» όσο ακόμα είναι καιρός!
Μα
τι συνειρμός είναι αυτός, σκέφτηκα. Ποια σχέση συνάφειας έχει «η πέτρα που
είναι θάνατος, η πέτρα που είναι η ζωή μου» με τον «δρόμο της ευτυχίας που
κόβεται απότομα»;
Μετά
από λίγο βρήκα την συσχέτιση: «Η πέτρα» του Χατζιδάκι στο πρώτο κομμάτι γίνεται
«Ο γκρεμός» του Στρογγυλού στο δεύτερο κομμάτι. «Ο γκρεμός» κόβει απότομα τον
δρόμο. Ένας γκρεμός που στέκει εκεί καταμεσίς της δημοσιάς και κόβει απότομα
τον δρόμο της «ευτυχίας». Ο γκρεμός ετούτος είναι ο θάνατος της ευτυχίας. Είναι
«η πέτρα» που είναι θάνατος (για τον Χατζιδάκι). Ο «δρόμος» της ζωής οδηγεί
προς την «πέτρα» (στον θάνατο, πάει να πει). «Ο γκρεμός» ή «η πέτρα» βρίσκεται
καταμεσίς του «δρόμου» της ζωής. Αποτελεί το εμπόδιο για το υποκείμενο που
εκφέρει τον στίχο. Ένα εμπόδιο που δεν του επιτρέπει να προχωρήσει.
Αλλά,
ας δούμε, εδώ, λίγο από πιο κοντά την διαλεκτική ανάμεσα στην «πέτρα» από την
μια, ή στον «γκρεμό» αν προτιμάτε, και στον «δρόμο» από την άλλη.
Υπάρχει
μια πέτρα (ή ένα γκρεμός) στον δρόμο αλλά γίνεται εμπόδιο ακριβώς διότι
ξεκίνησα να περπατώ! Η πέτρα βρίσκεται στην θέση της: στην μέση του δρόμου.
Πρόκειται για την θέση που καταλαμβάνει. Η θέση είναι δική της και την
καταλαμβάνει χωρίς καμιά πρόθεση να ενοχλήσει τον δρόμο της ευτυχίας μου.
Υπάρχει χωρίς σκοπό. Δεν είναι εκεί για να με ενοχλήσει. Αν αυτό συμβαίνει
είναι γιατί εγώ βαδίζω σε αυτόν τον δρόμο. Εγώ είμαι αυτός που δημιούργησα μέσα
στον κόσμο όπου βρίσκεται η πέτρα (ή ο γκρεμός) έναν δρόμο που συναντάει την
πέτρα – εμπόδιο. Την πέτρα δεν την δημιούργησα. Απλώς υπάρχει εκεί. Τον δρόμο
δημιούργησα εγώ. Από μένα εξαρτάται, δηλαδή είναι εξαιτίας μου που μια πέτρα
που υπάρχει στον κόσμο γίνεται εκείνη που βρίσκω στον δρόμο μου. Αποτελεί το
εμπόδιο μου εξαιτίας του δρόμου που χάραξα μέσα στον κόσμο, μόνο εγώ.
Δεν
υπάρχει εμπόδιο αν δεν υπάρχει δρόμος, αλλά ασφαλώς και δεν υπάρχει δρόμος
χωρίς πέτρα. Δεν θα υπήρχε δρόμος αν δεν υπήρχε μια πέτρα (ένας γκρεμός) που να
με εμποδίζει και να με αναγκάζει να την βλέπω με τα κουρασμένα μου μάτια που
πάνε μαζί με το κουρασμένο μου βήμα, για να θυμηθώ εδώ και το θαυμάσιο κομμάτι
του Κώστα Βίρβου «το κουρασμένο βήμα σου» («…Το κουρασμένο βήμα σου να σέρνεται κάθε βράδυ, κάθε βράδυ»).
Το
κομμάτι αναφέρεται στην πέτρα ως συμπαγή όγκο στερεάς και βαριάς ύλης.
Γνωρίζετε τις πέτρες, έτσι δεν είναι; Είναι κάτι περισσότερο από ένα χαλίκι που
το παραμερίζεις από τον δρόμο με μια κλωτσιά, αλλά και κάτι λιγότερο από ένα
βουνό – η μάζα ενός βουνού θα καταργούσε τον δρόμο. Πάνω σε ένα βουνό μπορεί να
χαραχτεί ένας δρόμος. Εδώ λοιπόν, δεν έχουμε να κάνουμε με χαλίκι ούτε με
βουνό, αλλά με μια πέτρα. Ένα κομμάτι γης, ένα κομμάτι από το ίδιο το χώμα όπου
περπατάω, ένα κομμάτι που ξεχώρισε από την υπόλοιπη γη και το οποίο ορθώθηκε
εμπρός μου για να μου πει «όχι».
Τόσο
η πέτρα όσο και ο δρόμος προϋποθέτουν την ύπαρξη της γης. Ο δρόμος είναι η γη
που μιλάει και λέει «ναι». Η πέτρα, όμως, είναι η γη που μιλάει και λέει «όχι».
Και στα δύο, η γη μιλάει. Προσέξτε στο σημείο αυτό παρακαλώ: δεν μιλάει εδώ –
στα κομμάτια αυτά – ο ποιητής και λέει εκείνο που θέλει. Όχι, δεν είναι έτσι. Η
ίδια η γη μιλάει. Ο ποιητής ή αν προτιμάτε ο στιχουργός δανείζει την φωνή του
στην γη μέσω του ερμηνευτή και τραγουδάει: «Στην μέση του δρόμου υπήρχε μια
πέτρα». Αυτό το τελευταίο θέλει να πει ότι δεν θα υπήρχε ούτε δρόμος ούτε, πολύ
περισσότερο, πέτρα χωρίς όντα που μιλούν! Αν δεν υπήρχε ον που μιλάει για ποιον
θα μιλούσε η γη;
Ποιος
είναι ο δρόμος του όντος που μιλάει;
Το
ον που μιλάει έχει πολλούς δρόμους. Πάει, έρχεται, δεν μένει σε ένα σημείο, ή
αν το κάνει, είναι για λίγο. Μένει σπίτι, πάει στην δουλειά, επιστρέφει,
επισκέπτεται φίλους, πάει διακοπές – πολλοί, αμέτρητοι δρόμοι. Αλλά κάθε
ομιλούν ον έχει έναν, ουσιαστικό, μοναδικό δρόμο που διανύει όσο εξακολουθεί να
μιλάει. Πρόκειται για τον δρόμο του λόγου του. Ας επισημάνω εδώ ότι, όταν εισάγεται
στον κόσμο η λέξη (το σημαίνον, γενικά) εισάγεται ταυτόχρονα η πέτρα (ο
γκρεμός), η δυσκολία, το εμπόδιο. Είναι η πέτρα του Ζήνωνα του Ελεάτη που
εμποδίζει οποιοδήποτε ον κινείται να φτάσει στον προορισμό του και, ούτε λίγο
ούτε πολύ, να αφήσει το σημείο εκκίνησης του!
Το
σώμα του ομιλούντος είναι σημαδεμένο από την γλώσσα, από τις λέξεις, από τα
σημαίνοντα. Τα τελευταία προϋπήρχαν του σώματος του ομιλούντος. Υπήρχαν εκεί
πριν την γέννηση του ομιλούντος και περίμεναν άμα τη γεννήσει του να σημαδέψουν,
να εποικίσουν το σώμα του. Είναι σημαίνοντα, λέξεις, ο πνεύμονας, το χέρι, η
καρδιά, το έντερο, η σάρκα, οι ερωτογόνες ζώνες, όλα αυτά που αποτελούν το σώμα
περιβάλλουν την γλώσσα. Μόνο που κάθε σημαίνον υπήρχε εκεί ακίνητο, νεκρό πάει
να πει, με μοναδικό προορισμό να σμιλέψει το σώμα. Ακόμα και το όνομα μας υπήρχε
εκεί πριν από μας για μας! Για αυτό η γλώσσα αδιαφορεί για το αν είμαστε
ζωντανοί ή νεκροί. Καλύτερα, δεν δίνει δεκάρα για αυτό. Ξέρει ένα μόνο πράγμα:
πως ότι υπάρχει στο σώμα αποκτά υπόσταση γύρω από αυτήν. Αυτή αποτελεί την
πέτρα! Από την αρχή της ανθρωπότητας όταν το σώμα μετατρέπεται σε λείψανο, σε
σωρό, το τοποθετούμε κάτω από μια πέτρα. Αυτός είναι ο δρόμος της σάρκας,
πορεύεται προς την πέτρα. Για αυτό η «πέτρα είναι θάνατος».
Να
ναι άραγε ο θάνατος η πέτρα μιας ανάλυσης;
Ο
Λακάν είπε κάποτε λίγο ως πολύ ότι η πέτρα μιας θεραπείας είναι ο θάνατος, ότι
πρέπει να ετοιμαζόμαστε για τον θάνατο, ότι η έκβαση της ανάλυσης είναι η
ανάληψη του θανάτου και ότι η ανάλυση μπορεί να προηγηθεί του θανάτου
ανοίγοντας τον δρόμο σε έναν άλλο τρόπο να ζούμε την ζωή.
Όταν
κάποιος έρχεται στην ανάλυση, τον δεχόμαστε χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς να
γνωρίζουμε, χωρίς αναμνήσεις και τον υποδεχόμαστε στο ξεκίνημα του δρόμου του
λόγου του, μαζί μας. Ο ίδιος έρχεται επειδή σκόνταψε, επειδή συνάντησε μια
πέτρα στον δρόμο του. Τον καλούμε να μιλήσει, και αυτό που μας καθοδηγεί καθώς
τον ακούμε είναι το γεγονός ότι στον δρόμο του λόγου του υπάρχει μια πέτρα –
εμπόδιο. Προβλέπουμε - κάποιες φορές είναι το μοναδικό πράγμα που μας «επιτρέπεται»
να προεξοφλήσουμε – ότι ο λόγος του θα περιστραφεί γύρω από αυτήν την πέτρα.
Είμαστε αρωγοί στην προσπάθεια του να βρει έναν άλλο δρόμο να ζήσει την ζωή.
Αυτό σημαίνει για εκείνον δύο υπερβάσεις:
Υπέρβαση
πρώτη: από το φαντασιακό στο συμβολικό. Το όνομα αυτής της υπέρβασης είναι η
ανάληψη του θανάτου.
Υπέρβαση
δεύτερη: από το συμβολικό στο πραγματικό. Το όνομα εδώ είναι υπέρβαση της φαντασίωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου