Άγαλμα
Δηλώνει
το αινιγματικό αντικείμενο της επιθυμίας. Η σαγηνευτική δύναμη και η ισχύς του
επί του υποκειμένου της έλλειψης οφείλεται στο μικρό αντικείμενο α
άλλος
(μικρός άλλος)
Δηλώνει
την παράσταση του ομοίου μας – την εγωική και, ας πούμε, την «διαφανή» διάσταση
του άλλου – που δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί από την παράσταση που έχει το
υποκείμενο με τον εαυτό του. Η ψυχανάλυση συμβολίζει την εικόνα του ομοίου με
ί(α), ενώ η εικόνα του ιδίου του σώματος γράφεται ως ι(α). Η εικόνα του σώματος
από την ίδια την γένεση της φέρει την υπόσχεση της ενότητας, άρα τείνει πάντα
προς την εξιδανίκευση. Είναι λοιπόν επόμενο η εξιδανίκευση αυτή να μεταφερθεί
στην εικόνα του ομοίου μαζί με την δοξασία ότι ο άλλος είναι πάντοτε
ευτυχισμένος.
Άλλος
(μεγάλος Άλλος)
Από
την εγωική διάσταση της ετερότητας – εκείνη του μικρού άλλου – η ψυχανάλυση
διακρίνει μια άλλη διάσταση, που δεν παρουσιάζει καμιά διαφάνεια. Είναι ο Άλλος
ως υποκείμενο της ομιλίας, ο απατηλός Άλλος, ο τόπος της καλής ή της κακής
πίστης. Είναι ο τόπος όπου κατοικεί η γλώσσα και όλοι εκείνοι οι συμβολισμοί που
ορίζονται από τον πολιτισμό. Είναι ο τόπος στον οποίο καθορίζονται ασυνείδητα
για το υποκείμενο όλες οι λειτουργίες που αφορούν το Είναι και την επιθυμία
του. Για αυτό η ψυχανάλυση το αποκαλεί και «τόπο της αλήθειας», καθώς εκείνο
που προέρχεται από εκεί αντιπροσωπεύει την αληθινή σκέψη του υποκειμένου, ακόμα
και αν αυτή εκπορεύεται μέσα από μια απατηλή φαντασίωση.
Αντικείμενο
α
Το
υποκείμενο χωρίζεται από το αντικείμενο σαν να χωρίζεται από ένα μέρος του
εαυτού του. Αυτό του επιτρέπει να συσταθεί ως υποκείμενο της επιθυμίας. Καθώς
τοποθετείται πέραν του δώρου – μάλλον «πίσω» από την επιθυμία παρά «μπροστά»
από το υποκείμενο – «ξαναβρίσκεται» σε διάφορα αντικείμενα υποκατάστασης. Ο
όρος επίσης δηλώνει τα αντικείμενα στα οποία ξαναβρίσκεται το «χαμένο»
αντικείμενο, δηλαδή τις καταστάσεις εκείνες στις οποίες το υποκείμενο πλανάται
σχετικά με την έλλειψη του. Έτσι μπορούμε να προσδιορίσουμε ως α το
χρηματοφυλάκιο όπου ο φιλάργυρος ξαναβρίσκει τα σκύβαλα του, αποκομμένα για
πάντα από το σώμα του.
Αντιμεταβίβαση
Προσδιορίζει
τα θετικά ή τα αρνητικά συναισθήματα που τρέφει ο αναλυτής έναντι του
αναλυόμενου, τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τις ερμηνευτικές του παρεμβάσεις.
Σύμφωνα με την ψυχανάλυση πρόκειται για ένα προκάλυμμα, μια «λέξη – οθόνη», που
εμποδίζει να τεθεί το ζήτημα της επιθυμίας του αναλυτή, η οποία και τίθεται
διττά: Καταρχήν, μέσω της διδακτικής ανάλυσης υποτίθεται ότι διαμορφώνεται η
επιθυμία άσκησης της αναλυτικής αγωγής. Δεύτερον, η επιθυμία αυτή δεν είναι
διόλου συμμετρική με την επιθυμία του αναλυόμανου.
Αντίσταση
Στον
Φρόυντ ο όρος δηλώνει αρχικά την παρεμβολή του Εγώ, που διακόπτει την πρόοδο
των συνειρμών του αναλυόμενου. Ο Λακάν διατηρεί αυτήν την σημασία, αλλά την
επεκτείνει στην εγγενή δυσκολία του λόγου να περάσει την διαχωριστική γραμμή
ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο.
Αποκλεισμός
(του πατρικού ονόματος)
Κάθε
πολιτισμός βασίζεται σε ένα σύνολο πρωταρχικών καταφάσεων που συνιστούν την
συμβολική τάξη. Στην καρδιά αυτής της συμβολικής τάξης βρίσκεται το σύστημα της
συγγένειας. Και στο κέντρο του συστήματος βρίσκεται το όνομα του πατέρα με το
οποίο σημαίνεται η απαγόρευση της μητέρας σε σχέση με τους κανόνες του γάμου. Ο
αποκλεισμός δηλώνει μια κατάσταση στην οποία όλα εκτυλίσσονται σαν να μην
υπήρχε διόλου τούτο το (όνομα. Συμβαίνει όταν η θέληση της μητέρας εκδηλώνεται
ως νόμος καθαρής ιδιοτροπίας που τίποτε δεν μπορεί να κάμψει ή όταν ο πατέρας
παίρνει την τερατώδη και γελοιογραφική συνάμα μορφή του νομοθέτη.
Αποκοπή
(συμβολικός ευνουχισμός)
Ο
όρος εισήχθη από τον Φρόυντ για να υποδηλώσει τον τρόπο που το μικρό αγόρι
εξηγεί την απουσία του πέους στο κορίτσι. Από δω απορρέει και ο φόβος του
παιδιού μήπως υποστεί το ίδιο πράγμα. Στον Λακάν προσδιορίζει κυρίως μια
έλλειψη, μια τομή, ένα ρήγμα. Με αυτήν την έλλειψη σημαδεύεται η εικόνα του
σώματος που δεν επιτρέπει στο παιδί – είτε είναι αγόρι είτε κορίτσι – να
ικανοποιηθεί πλήρως από την εικόνα του. Το κομμάτι που λείπει ή σημαδεύεται από
την απουσία του στο κατοπτρικό είδωλο του υποκειμένου είναι ο φαλλός, ως
αποτέλεσμα της πατρικής μεταφοράς. Πρόκειται βέβαια για μια φαντασιακή αποκοπή,
όμως τούτη η παράσταση επιτρέπει την σύλληψη του υποκειμένου στην συμβολική
τάξη.
Απόλαυση
Οι ηθικές διδασκαλίες που επικεντρώνονται στην
ευδαιμονία ή στην ηδονή, όπως εκείνη του Αριστοτέλη, πρεσβεύουν ένα υπέρτατο
αγαθό, το οποίο συνιστά τον ανώτατο βαθμό του αγαθού. Όμως, στην φροϋδική σκέψη
το υπέρτατο αγαθό που υποβάλλει ο πόθος της μητέρας είναι απαγορευμένο διότι η
κάρπωση του θα έθετε τέρμα στον κόσμο της ζήτησης. Η απαγόρευση αυτή δημιουργεί
τον μύθο μιας απόλαυσης απελευθερωμένης από τα όρια της ηδονής που προσεγγίζει
την οδύνη. Η απόλαυση εκδηλώνεται κυρίως ως σύμπτωμα.
Αρχή
της ηδονής, αρχή της πραγματικότητας
Η
κυριαρχία της αρχής της ηδονής στην ψυχική ζωή δεσπόζει στις ηδονιστικές
ηθικές. Αλλά δεν συμβαίνει κάτι παρόμοιο στον Φρόυντ, για τον οποίο η αρχή της ηδονής
αντιβαίνει προς την πραγματικότητα, φτάνοντας μέχρι την παραίσθηση των αντικειμένων
που την αφορούν. Εξάλλου η αρχή της πραγματικότητας δεν αντιτίθεται στην αρχή της
ηδονής, αλλά συνιστά μια παράκαμψη για να εξασφαλίσει την ηδονή. Δεν υπάρχει όμως
παράδοξο, εάν θέσουμε ότι η ψυχική ζωή αποσκοπεί σε μια ηδονή απελευθερωμένη από
τα φυσικά όρια της ηδονής και αν ενοποιήσουμε αντί να διαχωρίσουμε την αρχή της
πραγματικότητας με την αρχή της ηδονής.
Αφάνιση
Ο
όρος έχει εισαχθεί από τον Τζόουνς για να υποδηλώσει τον φόβο εξαφάνισης της επιθυμίας
την οποία ο Άγγλος αναλυτής εκλαμβάνει ως μια βιολογική οντότητα. Μετά την
κριτική επανεξέταση του όρου ο Λακάν
διατήρησε και επέκτεινε την εμβέλεια του προσδιορίζοντας την έκλειψη του
υποκειμένου.
Διχασμός
του υποκειμένου
Ο
«διχασμός του Εγώ» στην Φρουδική σκέψη υποδηλώνει την φετιχιστική αντιπαράθεση
δύο σκέψεων. Από την μια πλευρά ο φετιχιστής δεν πιστεύει ότι λείπει το πέος
από την μητέρα. Από την άλλη, όλα δείχνουν σαν να το πιστεύει. Ο Λακάν
παρατηρεί ότι στο επίπεδο των ασυνειδήτων σκέψεων δεν μπορούμε να μιλάμε για
διχασμό του Εγώ αλλά για διχασμό του υποκειμένου. Ένα υποκείμενο διχάζεται
μπροστά στο γεγονός της έλλειψης στην μητέρα.
Ο
όρος όμως έχει και μια ακόμα πιο ριζική σημασία: Προσδιορίζει τον διχασμό
ανάμεσα στην ζήτηση και στην επιθυμία. Εξάλλου
μπορούμε να δούμε το αντικείμενο της επιθυμίας ως αιτία του
υποκειμενικού διχασμού υπό την έννοια της αντιδιαστολής ανάμεσα σε εκείνο που
ψάχνει και σε εκείνο που βρίσκει το υποκείμενο.
Εγώ
Καταρχήν
στον Φρόυντ πρόκειται για μια δομή συσχετισμού με την πραγματικότητα. Με την
εισαγωγή του Ναρκισσισμού το Εγώ γίνεται ένα στοιχείο πάθους, που παραγνωρίζει
μάλλον αντί να γνωρίζει. Ο Λακάν κλίνει αποφασιστικά προς την δεύτερη εκδοχή.
Θεωρεί το Εγώ ως μια φαντασιακή δομή που από την σύσταση της παραβλέπει ή
παραγνωρίζει.
Έκλειψη
του υποκειμένου
Συνέπεια της υπαγωγής του υποκειμένου στην
σημαίνουσα αλυσίδα. Το υποκείμενο δεν μπορεί να παρασταθεί από ένα σημαίνον
χωρίς να εκλείψει για να εμφανιστεί κάτω από ένα άλλο σημαίνον. Τούτο οφείλεται
στο γεγονός ότι κανένα σημαίνον δεν μπορεί να αποκριθεί πλήρως στο ζήτημα του
υποκειμενικού Είναι.
Ενόρμηση
Ο
όρος υποδηλώνει μια τάση επανεύρεσης του αντικειμένου που καταλήγει στο α. Στον
Λακάν η ενόρμηση δεν αφομοιώνεται από το ένστικτο ούτε κατάγεται από την
επανάληψη της ανάγκης. Αντίθετα συνιστά μια από τις πλέον εμφανείς συνέπειες
του σημαίνοντος στο υποκείμενο.
Επιθυμία
Δεν
μπορεί να εννοηθεί παρά στην αντιπαράθεση της με την έννοια της ζήτησης. Η
αντιδιαστολή αυτή αναδεικνύεται από την φροϋδική παρατήρηση της γυναικείας
σεξουαλικότητας. Το κορίτσι ζητάει τον φαλλό από την μητέρα του. Είναι σαφές
ότι μια τόσο αφύσικη ζήτηση δεν αποσκοπεί στην ικανοποίηση. Αποσκοπεί στο να
θέσει το όριο στην μητρική παντοδυναμία και να διατηρήσει το υποκείμενο στο
πεδίο του λέγειν και της ζήτησης. Η επιθυμία στον Λακάν σημαδεύεται από αυτόν
τον διττό χαρακτήρα – του δεσμού με ένα φαντασιωτικό αντικείμενο και από την άρνηση
της ικανοποίησης. Τούτη είναι η πρωταρχική τοποθέτηση της επιθυμίας με την
οποία πρέπει να ξεμπερδέψει το υποκείμενο.
Επιθυμία
του Άλλου
Η επιθυμία του υποκειμένου χάνει την προφάνεια
που έχει μια κατάσταση ανταγωνισμού ή ζήλιας από την στιγμή που παραπέμπει στην
άγνωστη επιθυμία του Άλλου. Τότε δεν μπορεί παρά να τεθεί ως ερώτημα. Η
απόκριση έχει τα φωτεινά αλλά και τα σκοτεινά της σημεία, αφού το Είναι του
υποκειμένου αναδύεται από το βάθος του μη-Είναι. Για να διατηρήσει αυτό το κενό
του μη-Είναι με το οποίο συναρτάται το Είναι του, το υποκείμενο χάνει ένα μέρος
του εαυτού του, που σημαίνεται από τις πρωταρχικές ζητήσεις – στοματική ή
πρωκτική. Στον βαθμό που η σεξουαλική επιθυμία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από
μια δοτική αυταπάρνηση, σχετίζεται με ένα χρέος που συνάπτεται με την συμβολική
αποκοπή.
Ιδανικό
Εγώ
Μπορούμε
να πούμε ότι ο όρος αναπαριστά το Εγώ όπως θέλει να βλέπει τον εαυτό του και να
φαίνεται από τους άλλους.
Ιδανικό
του Εγώ
Βασίζεται
στην ταύτιση με ένα οποιοδήποτε σημαίνον. Γίνεται το κριτήριο με το οποίο το
υποκείμενο κρίνει τον εαυτό του και συνήθως δεν τον βρίσκει αρεστό. Θα λέγαμε
ότι αντιπροσωπεύει αυτό που θα ήθελε να είναι το υποκείμενο.
Ματαίωση
Σύμφωνα
με την ψυχανάλυση ο πόθος δεν προκαλεί το δράμα της ζήλιας και οικογενειακές
συμφορές, αν δεν αποκαλυφθεί στο υποκείμενο αυτό που μέχρι στιγμής ασυνείδητα
ήταν το αντικείμενο του πόθου του. Από εδώ προέρχεται και ο φαντασιακός
χαρακτήρας της έλλειψης που νιώθει, ενώ το διεκδικούμενο αντικείμενο είναι
πραγματικό. Βλέπουμε την απόσταση που χωρίζει την ψυχαναλυτική από την απλοϊκή εκείνη
άποψη που θεωρεί ότι η έλλειψη προέρχεται από την ανάγκη ή από τον οργανισμό
και είναι καθεαυτή μια πηγή επιθετικότητας.
Μεταβατισμός
Τρόπος
κοινωνικής επαφής που αποκαλείται «συγκρητισμός». Χαρακτηρίζεται από την
αμφιθυμία των σχέσεων που συνάπτει το μικρό παιδί με τα συνομήλικα του. Όταν
ρώτησαν ένα κοριτσάκι γιατί χτύπησε μια άλλη μικρή, εκείνο απάντησε «Γιατί με
χτύπησε αυτή». Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με μια προβολή αλλά με μια θεμελιακή
δομή, στην οποία το Εγώ δεν διακρίνεται από την εικόνα του ομοίου. Έτσι το
χτύπημα που δίνει κανείς βιώνεται ως το χτύπημα που δέχτηκε. Ένα παιδί
γοητευμένο από την παρουσία ενός παιδιού που παρελαύνει ταυτίζεται μαζί του με
ένα είδος «συμπαθητικής ζήλιας», ενώ το δεύτερο ταυτίζεται με το βλέμμα
θαυμασμού του πρώτου. Μέσα από ένα εσωτερικό διχασμό του καθενός υπολανθάνει η
διυποκειμενική σχέση. Βέβαια, το υποκείμενο μαθαίνει αργότερα να ξεχωρίζει το
δικό του Εγώ. Όμως η προηγούμενη μεταβατική δομή δεν καταργείται ολότελα.
Υποκρύπτεται για παράδειγμα στις σχέσεις αφέντη – δούλου, ενώ βγαίνει καθαρά
στο φως μέσα στις ερωτικές σχέσεις («εγώ είμαι εσύ κι εσύ είσαι εγώ»).
Όνομα
του πατέρα
Η
αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους δεν αφήνεται στην φυσική συνεύρεση, αλλά
υπάγεται σε συστήματα και κανόνες συγγενείας. Παρά τις διαφορές που
παρουσιάζουν τούτα τα συστήματα σε διαφορετικές κοινωνίες έχουν ένα κοινό
χαρακτηριστικό: την απαγόρευση της μητέρας. Πριν αρθρωθεί αυτή η απαγόρευση,
σημαίνεται (ή όχι) από τις αναφορές της μητέρας στο όνομα του πατέρα, από το
βάρος που του αποδίδει. Στην μοναδική αυτή περίπτωση, η ισχύς του νόμου
έγκειται στο σημαίνον που τον διατυπώνει και όχι το πρόσωπο. Όμως, ο πατέρας ως
πρόσωπο πρέπει να αναλάβει την ισχύ που του δίνει το όνομα του. Έτσι, το
πατρικό σημαίνον με την αποτελεσματικότητα που του δίνει η μητέρα μπορεί να
έχει ως συνέπεια την συμβολική αποκοπή (να δημιουργήσει ανάμεσα στο παιδί και
στον πραγματικό του πατέρα έναν δεσμό χρέους).
Παλινδρόμηση
Η
ψυχαναλυτική θεωρία έθετε ότι μπροστά στην απειλή της αποκοπής μέσα από την
οποία φτάνει στο γενετήσιο στάδιο, το υποκείμενο παλινδρομεί σε προηγούμενες
φάσεις ανάπτυξης της λίμπιντο. Η αντίληψη αυτή παρουσιάζει μια ανεπάρκεια, αφού
η παλινδρόμηση με την οποία έχει να κάνει η ανάλυση δεν είναι μια πραγματική οπισθοδρόμηση,
εκτός από σπάνιες περιπτώσεις όπου δεν προμηνύει τίποτε καλό (όταν, για παράδειγμα,
το υποκείμενο αρχίζει να μιλά «μωρουδίστικα»). Ο Λακάν θεωρεί ότι πρόκειται για
παλινδρόμηση σε σημαίνοντα που έχουν σημαδέψει την σχέση με τον άλλο. Για αυτό
άλλωστε μπορεί να θεωρηθεί ως πρόοδος όσον αφορά την σημασία.
Παρανοϊκή
γνώση
Ο
όρος δεν αναφέρεται σε μια σκέψη που προβάλλεται στον άλλο, όπως όταν ο άπιστος
σύζυγος υποψιάζεται την γυναίκα του για απιστία. Υποδηλώνει μια σκέψη που έρχεται
στο υποκείμενο υπό αντεστραμμένη μορφή, από έξω – εκεί όπου το Εγώ διαμορφώνεται
από τον φαντασιακό μεταβατισμό. Συνοδεύεται από μια απόλυτη βεβαιότητα που δεν
επιδέχεται ανασκευή ή αμφιβολία.
Πατρική
Μεταφορά
Για
την ψυχανάλυση η υποτιθέμενη παντοδυναμία της σκέψης του παιδιού δεν είναι κάτι
που στέκεται. Αφετηριακά υπάρχει μια πλήρης αδυναμία του παιδιού έναντι της παντοδυναμίας
της μητέρας του. Η μητρική επιθυμία εμφανίζεται ως επιθυμία χωρίς νόμο ή σαν
καθαρή ιδιοτροπία (νόμος της επιθυμίας της). Η δυαδική σχέση που εγκαθιδρύεται
είναι αδιέξοδη. Αν όμως ο λόγος της μητέρας αναφερθεί σε έναν νόμο που εισάγεται
με το όνομα του πατέρα – έναν νόμο που της απαγορεύει να περάσει τα όρια
ανάμεσα στην τρυφερότητα και στον αισθησιασμό – το βίωμα του υποκειμένου αποκτά
μια σημασία. Τότε η φαλλική παράσταση αποτελεί το ίδιον του πατέρα. Κι έτσι, η
συμβολική σημασία της αποκοπής προστίθεται στην φαντασιακή σημασία, που κι
αυτή, όπως σημείωσα, προσφέρεται στην σύλληψη της από το σημαίνον. Η μεταφορά
συνίσταται στην υποκατάσταση ενός όρου από έναν άλλο. Έτσι η φαλλική εικόνα
είναι ντο αποτέλεσμα μιας μεταφοράς που υποκαθιστά την επιθυμία της μητέρας με
το όνομα του πατέρα.
Πράγμα
Είναι
μια έννοια που ανέπτυξε ο Λακάν στο σεμινάριο του για την «Ηθική της Ψυχανάλυσης».
Οι επαναλαμβανόμενες μεταφορές του άδειου, της τρύπας, του κενού δοχείου (αν
δεν είχε το κενό δεν θα μπορούσαμε να το γεμίσουμε) μας οδηγούν στο συμπέρασμα
ότι το Πράγμα προσδιορίζει το μη – Είναι του υποκειμένου ως γνώρισμα του Είναι
του. Καθώς το Είναι δεν είναι ένα πράγμα, δεν θα μπορούσε να παρασταθεί με την
παρουσία. Μια τέτοια ερμηνεία απορρέει από την δήλωση του Λακάν, κατά την οποία
το Πράγμα «όχι μονάχα δεν είναι τίποτε αλλά και δεν είναι». Σε αυτήν την
προοπτική, το αντικείμενο α – ως έλλειψη εξ αποκοπής – είναι η παράσταση μέσω της
οποίας το μη – Είναι παίρνει μορφή στο υποκείμενο. Είναι βέβαια μια άρρητη
παράσταση που εκφράζεται όμως με το σημαίνον. Κάποιες άλλες φορές ο Λακάν λέει «το
Πράγμα, δηλαδή το αντικείμενο α». Από τις δύο εκδοχές για το Πράγμα, η πρώτη
φαίνεται περισσότερο αληθοφανής, οπότε η δεύτερη μπορεί να εννοεί ότι το
αντικείμενο α συνιστά μια εκπλήρωση του Πράγματος.
Πραγματικό
Ο
όρος δηλώνει καταρχήν ό,τι αλλού αποτελεί «ανορθολογικό», υπό την έννοια ενός στοιχείου
που αποτελεί πρόκληση για την θεωρία και δεν μπορεί να ενσωματωθεί σε αυτήν.
Άλλοτε πάλι δηλώνει το «λογικό», εκείνο που επιστρέφει πάντα στην ίδια θέση, όπως
τα ουράνια σώματα αφού διανύσουν την τροχιά τους, δηλαδή κάτι που μας επιτρέπει
να προσανατολισθούμε ή ακόμα και να πιστέψουμε στην πραγματικότητα. Σε μια Τρίτη
εκδοχή που προσεγγίζει την πρώτη δηλώνει το μέρος του υποκειμένου που δεν
μπορεί να συμβολιστεί, να διατυπωθεί μέσω του λέγειν. Σε μια τέταρτη και
τελευταία εκδοχή, ο όρος προσδιορίζει την ιδιάζουσα επανάληψη της ενόρμησης όπως
την έθεσε ο Φρόυντ. Με την αυστηρή του έννοια πρέπει να αποδίδεται στο
αντικείμενο α όπως ο Λακάν το ορίζει.
Πραγματικότητα
Υποδηλώνει
το πραγματικό όπως όμως εκδηλώνεται μέσα από τα πλέγματα του συμβολικού και του
εικονικού.
Σημαίνον
Είναι
μια από τις δυο όψεις του σημείου σύμφωνα με τον Σωσσύρ. Μεταξύ του σημαίνοντος
και του σημαινομένου υπάρχει μια κλασματική γραμμή που αναπαριστά την ενότητα τους.
Το καινούργιο που έφερε ο Σωσσύρ σχετικά με το ίδιο ζήτημα μπορεί να συνοψισθεί
σε δύο ιδέες. Καταρχήν το σημαίνον δεν ορίζεται παρά από την διαφορά του με τα
άλλα σημαίνοντα. Η δεύτερη ιδέα αφορά την αξία του: το σημαίνον δεν σημαίνει
τίποτε εκτός από την ισχύ της σήμανσης την οποία έχει, η οποία εκδηλώνεται με
σχέσεις υποκατάστασης και συνδυασμού με άλλα σημαίνοντα. Ο Λακάν βασίζεται στην
πρώτη ιδέα, συμπεραίνοντας ότι η ταύτιση με το μοναδικό χαρακτηριστικό
καταλήγει στην επανάληψη. Επίσης, θα ερμηνεύσει την γραμμή ανάμεσα στο σημαίνον
και στο σημαινόμενο ως μια διαχωριστική γραμμή, η οποία βέβαια μπορεί να «διαπεραστεί».
Στάδιο
του καθρέφτη
Μόνο στο στάδιο του καθρέφτη ο Λακάν
αναγνωρίζει μια βασική συνέπεια της βιολογίας στην εξέλιξη του ανθρώπινου
όντος. ‘Όπως συμβαίνει και στο βασίλειο των ζώων, η συνέπεια αυτή αφορά την
λειτουργία μιας καθοριστικής μορφής. Στην περίπτωση των ανθρώπων, η μορφή τούτη
δεν είναι η λεία ούτε το σεξουαλικό αντικείμενο, αλλά αφορά το ίδιο το σώμα του
υποκειμένου όπως φαίνεται σε έναν καθρέφτη ή κάποια άλλη επιφάνεια που το
αντανακλά. Σε αυτό το κατοπτρικό είδωλο του σώματος του, μεταξύ έξι και
δεκαοκτώ μηνών αναγνωρίζεται και εγκαθιδρύει μια κατεύθυνση για την
προθέτικοτητα του. Χάρη σε αυτό παίρνει μια θέση στον κόσμο και σκέφτεται το
Είναι του. Στο στάδιο του καθρέφτη συνάπτεται λοιπόν η σύσταση του Εγώ με μια
ανεξάλειπτη διπλωπία. Το υποκείμενο διχάζεται ανάμεσα στο πραγματικό Εγώ μέσα
σε έναν πραγματικό χώρο και σε μια παράσταση σε έναν δυνητικό χώρο – το Ιδανικό
Εγώ που αντιπροσωπεύει μια προτρέχουσα σύλληψη της μελλοντικής του οντότητας.
Αυτή η δυνητική εικόνα του Εγώ, μια εικόνα στην οποία το υποκείμενο «εξαντικειμενίζεται»,
δηλαδή τίθεται και συνάμα αλλοτριώνεται, συνιστά επίσης την μήτρα των
μελλοντικών ταυτίσεων και ιδιαίτερα της ταύτισης με την παράσταση του ομοίου
κατά την διαδικασία του μεταβατισμού.
Στέρηση
Οι αναλυτές χρησιμοποιούσαν τον όρο για να
δηλώσουν την έλλειψη του πέους στο κορίτσι. Ο Λακάν προσδιορίζει με τον όρο
αυτό μια από τις τρεις κατηγορίες της έλλειψης (πραγματική στέρηση, συμβολική
αποκοπή, φαντασιακή ματαίωση). Ο όρος παίρνει λοιπόν μια γενικότερη εμβέλεια.
Όταν λέμε ότι ένα βιβλίο λείπει από το ράφι της βιβλιοθήκης, χρησιμοποιούμε μια
φράση για να το πούμε. Μέσα στην φράση το βιβλίο είναι συμβολικό αντικείμενο.
Το πραγματικό βιβλίο είναι παραπεταμένο κάπου. Η έλλειψη του που διαπιστώνουμε
από την άδεια του θέση στο ράφι είναι πραγματική έλλειψη. Κατά ανάλογο τρόπο, η
έλλειψη και το αντικείμενο τοποθετούνται σε διαφορετικά επίπεδα τόσο στην
αποκοπή όσο και στην ματαίωση.
Υποκείμενο
Ο
όρος δηλώνει τον ομιλητή ή αυτό που ο Λακάν θα αποκαλέσει «ον της ομιλίας» - σε
αντιδιαστολή με το Εγώ (στο οποίο λαθεμένα αποδίδουμε την ιδιότητα της «κατανόησης»
των λέξεων). Στο επίπεδο του υποκειμένου και όχι του Εγώ τοποθετούν οι
γλωσσολόγοι την διάκριση ανάμεσα στις διαδικασίες της εκφοράς και της
διατύπωσης.
Σύμφωνα
με τον Λακάν, η πρωταρχική μορφή της φράσης δεν είναι η απόφαση αλλά η ζήτηση.
Για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, το υποκείμενο πρέπει να περάσει από τα
σημαίνοντα της ζήτησης. Από δω απορρέει μια διχοτομία ανάμεσα στην επιθυμία και
στην ζήτηση, η οποία και δίνει στην διάκριση εκφοράς και διατύπωσης το
συγκεκριμένο της περιεχόμενο.
Φαλλική
εικόνα
Πρόκειται για ένα φαντασιακό αντικείμενο που,
εντούτοις, δεν εμφανίζεται στην κατοπτρική διαλεκτική του Εγώ και των ειδώλων
του, όπου εκδηλώνεται μόνο με την απουσία του. Συνιστά έτσι έναν δείκτη ή ένα
σημαίνον για την έλλειψη του Είναι στο υποκείμενο ή στην εστία αυτής της έλλειψης.
Ο Λακάν την συμβολίζει με το –φ.
Φαντασίωση
(«φάντασμα», σενάριο της επιθυμίας)
Δηλώνει
την σύζευξη του υποκειμένου με ένα αντικείμενο που φανερώνει την έλλειψη του
Είναι του ή με την έλλειψη καθεαυτή όπως εκδηλώνεται από το ασυνείδητο. Στην
σύζευξη αυτή το αντικείμενο είναι το αίτιο της επιθυμίας. Στον βαθμό όμως που
το υποκείμενο συνάπτει σχέσεις με τον όμοιο, που σημαδεύονται από την ματαίωση,
την στιγμή δηλαδή που αποκαλύπτεται η επιθυμία, το υποκείμενο χρησιμοποιεί την
φαντασίωση για να ερμηνεύσει την επιθυμία του Άλλου. Η φαντασίωση, εξάλλου, του
δίνει μια βεβαιότητα η οποία του επιτρέπει να αποσπαστεί από την εξάρτηση του
Άλλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου